Του Μίνωα Ράπτη,

Την Κυριακή, 26 Μαΐου, θα διεξαχθούν οι Ευρωεκλογές. Η πανευρωπαϊκή ελίτ έχει τεθεί σε επιφυλακή. Ακούμε πολιτικούς, δημοσιογράφους και ακτιβιστές από όλο το λεγόμενο δημοκρατικό φάσμα να βρίσκονται σε επιφυλακή για την περιβόητη ακροδεξιά και την αναμενόμενη αυξημένη εκλογική της απήχηση.

Φυσικά αυτό δεν είναι κάτι το νέο, υπήρχε ήδη σαν λανθάνων κίνδυνος πριν από 5 χρόνια στις Ευρωεκλογές του 2014, ενώ η άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων παρατηρείται από την αρχή ακόμη της δεκαετίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, σε μεγάλο βαθμό να το θεωρούμε ως κάτι το δεδομένο ή να μην αντιλαμβανόμαστε πλήρως το μέγεθος και την έκταση του φαινομένου, πόσο μάλλον δε τη σοβαρότητα αυτού.

Ήδη σε κάποια κράτη ανά την ήπειρο έχουν αναδειχθεί κυβερνήσεις της άκρας δεξιάς.

Στην περίπτωση της Γαλλίας, τα διακυβεύματα είναι πολλά. Τα Κίτρινα Γιλέκα ακόμη δεν έχουν πάρει ξεκάθαρη ιδεολογική ή κομματική χροιά, και τίποτα δε δείχνει πως θα πάρουν άμεσα. Ο μόνος που φαίνεται να βγαίνει χαμένος πάντως είναι ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, που είδε τη δημοσκοπική του υπεροχή να εξανεμίζεται, και τα νούμερα δημοφιλίας του να πιάνουν πάτο. Η Μαρίν Λεπέν, ηγέτιδα του Εθνικού Συναγερμού, η οποία ήρθε δεύτερη στην κούρσα για την προεδρεία το 2017, δεν έσπευσε να “αγκαλιάσει” το κίνημα των γιλέκων, θωρακίζοντας το προεδρικό προφίλ που πασχίζει να οικοδομήσει (εμφανώς “κοιτώντας” προς μια πιθανή ρεβάνς ανάμεσα στην ίδια και τον Μακρόν στις Προεδρικές του 2021), παρόλα αυτά δεν είναι λίγες οι φορές που τα Κίτρινα Γιλέκα έχουν βρεθεί να διαδηλώνουν χεράκι-χεράκι με ακροδεξιές ομάδες, χωρίς να καταδικάζουν τη συμμετοχή αυτών. Δεν είναι λίγοι λοιπόν που πιστεύουν ότι αποτελεί ένα κίνημα άτυπα υποκινούμενο από την πρόεδρο εν – αναμονή, κάτι το οποίο αναμένεται να μεταφραστεί και στο εκλογικό αποτέλεσμα, γι’ αρχή των ευρωεκλογών, με αρκετές mainstream εταιρείες δημοσκοπήσεων (που αποτελούν έναν πιο φυσικό σύμμαχο για τον Μακρόν παρά για τη Λεπέν) να δίνουν στον Εθνικό Συναγερμό την πρωτιά στις ευρωεκλογές. Κάτι τέτοιο φυσικά αν όντως συμβεί θα απονομιμοποίησει σε τεράστιο βαθμό την Κυβέρνηση Μακρόν, θα δώσει μεγάλη δυναμική στην Λεπέν για τις προεδρικές εκλογές σε 2 χρόνια, αλλά και ένα τεράστιο χαστούκι στην Ευρωπαϊκή ελίτ που θα δει ένα ακροδεξιό, αντισυστημικό κόμμα να κερδίζει τις εκλογές σε ένα κράτος – ηγέτη της ΕΕ και του ευρωπαϊκού ιδεώδους.

Στην Ελλάδα, ο κίνδυνος από την ακροδεξιά παραμένει στη δημόσια σφαίρα συζήτησης, με τη Χρυσή Αυγή να είναι τον κύριο (αλλά πλέον όχι μοναδικό) εκφραστή της. Φυσικά, δεν τίθεται θέμα πρωτιάς της στις ευρωεκλογές. Αυτό βέβαια οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανικανότητα της ηγεσίας των εγχώριων εθνικιστών να πείσουν με την παρουσία τους μεγάλη μερίδα της εκλογικής βάσης. Η χαρισματική ικανότητα του ηγέτη, όπως μας δείχνει και η Ιστορία, αποτελεί έναν πολύ σημαντικό παράγοντα–κλειδί όταν μιλάμε για πρόσωπα της Ακροδεξιάς. Κατά πολλούς, η έλλειψη τέτοιων προσώπων στην ελληνική περίπτωση εμπόδισε την εκλογική ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής παρά την κοινοβουλευτική της παγίωση.

Αυτό δεν σημαίνει πως τα νούμερα της δεν θα είναι αυξημένα. Η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών έχει φανατίσει το εκλογικό κοινό του συγκεκριμένου ιδεολογικού χώρου, ενώ η κανονικοποίηση που δέχθηκαν οι εθνικιστικές ομάδες που συμμετείχαν στα συλλαλητήρια από τα δημοκρατικά κοινοβουλευτικά κόμματα ανοίγει το δρόμο για τη διεύρυνση αυτής της δεξαμενής ψηφοφόρων. Επιπρόσθετα, το ενδεχόμενο να περάσει η υποψηφιότητα του Ηλία Κασιδιάρη στον δεύτερο γύρο για τη διεκδίκηση της Δημαρχίας ενός εκ των μεγαλύτερων πρωτευουσών της Ευρώπης, θα δώσει έναν μεγαλύτερο αέρα συσπείρωσης για το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, που είναι μόλις μια εβδομάδα μετά των πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών. Σε συνδυασμό με τη χαλαρή ψήφο που διέπει γενικότερα τις ευρωεκλογές, όλοι αυτοί οι παράγοντες διαμορφώνουν τις κατάλληλες συνθήκες για μια έκπληξη το βράδυ της κάλπης, με την ελληνική ακροδεξιά σε απρόσμενα μεγάλα νούμερα.

Αυτό θα είναι και το πρώτο καμπανάκι κινδύνου, με το οποίο θα δούμε τα δύο μεγαλύτερα κόμματα να παίζουν την επομένη των ευρωεκλογών ως τις εθνικές κάλπες, αλληλοκατηγορώντας το ένα το άλλο για την άνοδο της ακροδεξιάς.

Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θα έχουμε μια νηφάλια συζήτηση για το τι συνέπειες μπορεί να έχει η ισχυροποίηση των εθνικιστικών φωνών σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η ανάδειξη περισσότερων ακραίων κυβερνήσεων που υιοθετούν τον ευρωσκεπτικισμό και γρονθοκοπούν το κοινοτικό οικοδόμημα.

Ας μην ξεχνάμε ότι η περίοδος ειρήνης στην Ευρώπη που διανύουμε τα τελευταία σχεδόν 75 χρόνια, κάθε άλλο παρά δεδομένη δεν είναι. Η ευρωπαϊκή ενότητα, με όλα της τα ψεγάδια, την κυριαρχία των τραπεζών και της τεχνοκρατίας, είναι αυτή που διατήρησε την ειρήνη στην αιματοβαμμένη ήπειρο. Αν ο ευρωσκεπτικισμός κερδίσει (με βασικούς του εκφραστές τους απανταχού εθνικιστές) και οι σημερινές κυβερνήσεις αντικατασταθούν από ακροδεξιούς, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί το τι θα ακολουθήσει. Γι’ αυτό, στον δρόμο σας προς την κάλπη –ή και την αποχή από αυτήν– βάλτε το μυαλό σας να σκεφτεί: Αν καταρρεύσει η ενότητα στην Ευρώπη, είστε σίγουροι πως αυτό που θ’ ακολουθήσει θα είναι καλύτερο;


Μίνωας Ράπτης

Γεννημένος και μεγαλωμένος από το 1998 στην Αθήνα, προπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης & Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης στην Κομοτηνή, στην κατεύθυνση της Πολιτικής Επιστήμης.