Του Πάνου Ιορδανίδη,

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ιδιαίτερα την πρώτη περίοδο του σκληρού διπολισμού, η Ελλάδα χαρακτηριζόταν ως ένα κράτος βαθιά συνδεδεμένο με τη δυτική συμμαχία και έντονα εξαρτημένο από τον αμερικανικό παράγοντα. Με την πτώση της Χούντας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, εισέρχονται στο προσκήνιο νέες δυναμικές που απέβλεπαν στην μεταστροφή αυτή της κατάστασης. Ήδη στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Καραμανλή η ελληνική εξωτερική πολιτική απέκτησε πολυδιάστατα χαρακτηριστικά.

Με την ανάληψη της εξουσίας το 1981, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα του Ανδρέα Παπανδρέου στόχευσε στην αναδιάρθρωση της εξωτερικής πολιτικής με γνώμονα την απεξάρτηση από τη Δύση και την υιοθέτηση ενός ηγετικού ρόλου εντός του μπλοκ των αδέσμευτων χωρών.

Βασικός πυλώνας για την επίτευξη αυτού του στόχου, αποτέλεσε η ενίσχυση της φιλοαραβικής πολιτικής με την ανάπτυξη των σχέσεων της Ελλάδας με τα επαναστατικά αραβικά καθεστώτα της Λιβύης, της Συρίας και του Ιράκ. Μία από τις πρώτες ενέργειες του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν η αναγνώριση της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης με την αναβάθμιση της διπλωματικής της αποστολής στην Ελλάδα. Η στήριξη των Αράβων για την ελληνική πλευρά ήταν κομβικής σημασίας και έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να μην αναγνωριστεί από κανέναν το κράτος ανδρείκελο της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».

Η διατήρηση καλών σχέσεων με χώρες του ανατολικού μπλοκ οφειλόταν κυρίως στις προϋπάρχουσες εμπορικές σχέσεις της Ελλάδας με αυτές. Επιπροσθέτως όμως, επιχειρήθηκε και ένα άνοιγμα προς την Κίνα το 1986 προς κάμψη του προβλήματος της προσέλκυσης επενδύσεων και της ανταγωνιστικότητας.

Στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας, εξ αρχής ο Ανδρέας Παπανδρέου επέδειξε την προθυμία του να μην είναι ενδοτικός στις βλέψεις των ΗΠΑ. Οι περιφερειακές πραγματικότητες βέβαια αντέστρεψαν αυτήν την προθυμία σε συμβιβαστικές ενέργειες προκειμένου να διατηρηθεί το στρατιωτικό status quo της Ελλάδας. Έτσι, ενώ η ελληνική κυβέρνηση υπέγραψε την συμφωνία για την απομάκρυνση των αμερικάνικων βάσεων το 1983, η Ελλάδα βρισκόταν στον πυρήνα του στρατηγικού σχεδιασμού του ΝΑΤΟ στην ΝΑ Ευρώπη.

Αξιοσημείωτη ενέργεια βέβαια στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας σε πολυμερές επίπεδο αποτέλεσε η πρωτοβουλία της «Κίνησης των Έξι για την Ειρήνη και τον Αφοπλισμό» το 1984.

Παράλληλα, η στενότερη σύνδεση της χώρας με την ΕΟΚ, ναι μεν προσκόμισε οικονομικά οφέλη και επέτρεψε την διασύνδεση της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας με την επίλυση του Κυπριακού, ωστόσο δεν συνάδει σε καμία περίπτωση με την ριζοσπαστική ρητορεία που είχε υιοθετήσει το ΠΑΣΟΚ προς την ανάδειξή του στην εξουσία.

Σημαντικότατη αναθεώρηση επίσης υπήρξε στον τομέα των ελληνοτουρκικών, αφού ο Ανδρέας Παπανδρέου εδραίωσε το δόγμα του «δεν διεκδικούμε/δεν παραχωρούμε» με τον «κίνδυνο εξ Ανατολών» να αντικαθιστά τον «κίνδυνο από Βορρά». Η αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης του 1987, έβαλε τα θεμέλια για μια σημαντική επαναπροσέγγιση των διμερών διαφορών μεταξύ των δύο πλευρών προς όφελος της ελληνικής ατζέντας, που δυστυχώς ανατράπηκε από τις εσωτερικές εξελίξεις σε Ελλάδα και Τουρκία και την βούληση των ηγετών.

Κρίνοντας από τα πεπραγμένα των δύο κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του ’80, δεν μπορούμε να μιλάμε για μια ολική «μεταστροφή» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής έτσι όπως διατυπώθηκε ηχηρά με το περιβόητο σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο». Μπορούμε όμως να μιλάμε για μια επωφελή «προσαρμογή», η οποία επιτεύχθηκε στη βάση της ισορροπίας μεταξύ των εσωτερικών και των διεθνών αιτημάτων που καλείται να ικανοποιήσει ο εκάστοτε διαμορφωτής αποφάσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ανδρέας Παπανδρέου, λαμβάνοντας και αυξημένες αρμοδιότητες ως πρωθυπουργός για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, κατάφερε να προσδώσει μια νέα δυναμική στο ρόλο της Ελλάδας κυρίως σε περιφερειακό και δευτερευόντως σε διεθνές επίπεδο. Σίγουρα αυτό δεν επετεύχθη ριζοσπαστικά, όπως ο ίδιος ευαγγελιζόταν. Παρόλα αυτά, η μετάβαση της πολιτικής του από τον ιδεαλισμό στο ρεαλισμό, απέφερε αποτελέσματα στον τομέα της οικονομικής διπλωματίας και των διμερών σχέσεων.

Δυστυχώς, για να εδραιωθούν όλα αυτά, απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η ύπαρξη ενός επικεφαλής διαμορφωτή αποφάσεων με την ιδιοσυγκρασία και τη διαχειριστική δεινότητα του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο πλήρης επαναπροσδιορισμός του διεθνούς περιβάλλοντος μεταψυχροπολεμικά όμως, δεν επέτρεψε ούτε στον ίδιο κατά τη διακυβέρνησή του από το 1993 έως το 1996 να εμμείνει σε αυτό το μοντέλο λήψης αποφάσεων.

Πάνος Ιορδανίδης
Απόφοιτος του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Είναι λάτρης της διεθνούς πολιτικής τόσο σαν ακαδημαϊκό, όσο και σαν δημοσιογραφικό αντικείμενο. Έχει ασκηθεί σε πολιτικές διευθύνσεις του ΥΠΕΞ και δραστηριοποιείται ενεργά στον χώρο του εθελοντισμού σε ΜΚΟ, ακαδημαϊκά συνέδρια και εκπαιδευτικές προσομοιώσεις.