19.2 C
Athens
Σάββατο, 13 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΚοινωνίαΥγείαΑντιισταμινικά και μακροχρόνια χρήση: Είναι τελικά ασφαλή;

Αντιισταμινικά και μακροχρόνια χρήση: Είναι τελικά ασφαλή;


Της Άννας Κουτσαυτούλη, 

Τα αντιισταμινικά και τα αναλγητικά φάρμακα είναι ομάδες φαρμάκων με ευρεία χρήση στην καθημερινότητα, καθώς ένας μεγάλος αριθμός τους μπορεί να ληφθεί χωρίς ιατρική συνταγή, όταν κάποιος αισθάνεται ότι τα χρειάζεται. Τα αντιισταμινικά φάρμακα αποτελούν πρωτεύον μέσο για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων διαφόρων αλλεργιών ή ασθενειών με αλλεργικό υπόβαθρο και είναι πολύ εύκολα προσβάσιμα στο ευρύ κοινό. Παράλληλα, τα αναλγητικά φάρμακα, κοινώς τα απλά παυσίπονα, λαμβάνονται για την αντιμετώπιση του πόνου, του πυρετού κ.λπ. Παρόλο που αρκετά αναλγητικά φάρμακα χορηγούνται ελεύθερα στην αγορά, σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν πρέπει να λαμβάνονται σαν «καραμέλες», διότι η μακροχρόνια, άσκοπη χρήση τους συνδέεται με διάφορες παρενέργειες. Τι ισχύει, όμως, για τα αντιισταμινικά φάρμακα; Είναι ασφαλή για μακροχρόνια χρήση ή ενέχει, η συνεχής λήψη αυτών, διάφορους κινδύνους; 

Αρχικά, θα περιγράψουμε αδρά τον μηχανισμό δράσης των αντιισταμινικών φαρμάκων. Τα φάρμακα αυτά, όπως υποδηλώνει και το όνομά τους, αναστέλλουν τη δράση της ισταμίνης, μπλοκάροντας τους υποδοχείς της στα διάφορα όργανα. Η ισταμίνη είναι μια ισχυρή βιολογική ουσία με ευρεία κατανομή στους ιστούς, η οποία εμπλέκεται σε διάφορες διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο σώμα μας. Συμμετέχει στη φλεγμονή, διεγείρει την έκκριση γαστρικού οξέος στον στόμαχο, διαστέλλει τα αγγεία μας, προκαλεί βρογχόσπασμο (σύσπαση των λείων μυϊκών ινών των βρόγχων) και σύσπαση των μυών του εντέρου, αλλά μεταδίδει και μηνύματα μεταξύ των νευρικών κυττάρων. Αξιοσημείωτη είναι η συμμετοχή της στην αλλεργία, μιας και η επαφή του οργανισμού με ένα αλλεργιογόνο πυροδοτεί την υπερβολική έκκριση ισταμίνης, η οποία διαστέλλει τα αγγεία και συσπά (δηλαδή προσπαθεί να «κλείσει») τους βρόγχους, προκαλώντας τις χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της αλλεργίας. 

Πηγή Εικόνας και Δικαιώματα Χρήσης: istockphoto.com / ttsz

Τα αντιισταμινικά φάρμακα, λοιπόν, μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε πολλές καταστάσεις. Η πρώτη και κυριότερη ένδειξη είναι οι αλλεργίες. Ως αλλεργιογόνα, δηλαδή ουσίες που πυροδοτούν την αλλεργία, μπορούν να δράσουν πολλές ουσίες από το περιβάλλον του ανθρώπου (π.χ. η γύρη, τα ακάρεα της σκόνης, το τρίχωμα των ζώων) και να πυροδοτήσουν τις χαρακτηριστικές «ενοχλητικές» εκδηλώσεις της ερυθρότητας, του φταρνίσματος, της καταρροής και της φαγούρας/κνησμού (αν πρόκειται για δερματικές αλλεργίες). Τα αντιισταμινικά ανακουφίζουν από τα συμπτώματα αυτά, ωστόσο, δεν είναι αποτελεσματικά στην αναφυλαξία, η οποία αποτελεί εξαιρετικά σοβαρή και επείγουσα κατάσταση που αντιμετωπίζεται με πιο δραστικά φάρμακα. Επίσης, χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της αλλεργικής ρινίτιδας, της αλλεργικής επιπεφυκίτιδας, αλλά και της ναυτίας. Αντιθέτως, αν και έχουν δοκιμαστεί, τα αντιισταμινικά δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά στους περισσότερους τύπους άσθματος, στη ρινική συμφόρηση (κοινό συνάχι) και σε μη αλλεργικές παθήσεις του δέρματος και των ματιών.  

Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και τα αντιισταμινικά δεν στερούνται παρενεργειών. Τα αντιισταμινικά διακρίνονται σε παλαιότερα (1ης γενιάς) και σε νεότερα (2ης γενιάς). Τα νεότερα έχουν πολύ βελτιωμένο προφίλ παρενεργειών, με αποτέλεσμα να έχουν αντικαταστήσει σχεδόν εξ ολοκλήρου τα παλαιότερα στα αλλεργικά νοσήματα. Η σημαντικότερη ανεπιθύμητη ενέργεια των αντιισταμινικών 1ης γενιάς (Atarax, Drimen, Travelgum κ.λπ) είναι απόρροια της ικανότητάς τους να διέρχονται στον εγκέφαλο. Συγκεκριμένα, είναι η καταστολή, η οποία εκδηλώνεται με υπνηλία και αίσθημα κόπωσης. Σε αυξημένη δόση τους δεν αποκλείεται να εκδηλωθεί η αντίστροφη δράση, δηλαδή διέγερση και αυπνία. Επίσης, συχνή είναι η ξηροστομία, η κατακράτηση ούρων και η ταχυκαρδία, αλλά και η αύξηση της όρεξης των ασθενών, με αποτέλεσμα αύξηση βάρους. 

Πηγή Εικόνας και Δικαιώματα Χρήσης: istockphoto.com / Nadezhda Buravleva

Δύο είναι, λοιπόν, τα βασικότερα προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Από τη μία, η υπνηλία που όταν προκαλείται περιορίζει σημαντικά τη λειτουργικότητα των ανθρώπων στην καθημερινότητά τους, στον χώρο εργασίας τους κ.λπ. Επίσης, μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνη στην οδήγηση, στον χειρισμό μηχανημάτων και σε όποια εργασία απαιτεί αυξημένη εγρήγορση, ειδικά αν τα αντιισταμινικά συνδυαστούν με άλλα φάρμακα που προκαλούν καταστολή, όπως τα ηρεμιστικά. Από την άλλη, οι επιδράσεις τους στα διάφορα συστήματα μπορεί να κάνουν τα φάρμακα αυτά ακατάλληλα για ασθενείς με καρδιακές παθήσεις, παθήσεις του προστάτη ή του ουροποιητικού και παθήσεις του θυρεοειδή. Λόγω των παραπάνω παρενεργειών, η χρήση των αντιισταμινικών 1ης γενιάς στα αλλεργικά νοσήματα είναι σημαντικά περιορισμένη και έχει δώσει τη θέση της στη χρήση αντιισταμινικών 2ης γενιάς.  

Τα νεότερα αυτά φαρμακευτικά μόρια, όπως το Claritin, το Xozal, το Zirtek και το Allegra έχουν συγκριτικά βελτιωμένο προφίλ ασφάλειας και δραστικότητας. Αν και παρενέργειες, όπως η υπνηλία και το αίσθημα κόπωσης, εξακολουθούν να υπάρχουν, είναι σημαντικά μειωμένες λόγω της μικρότερης ικανότητας των φαρμάκων αυτών να διεισδύουν στον εγκέφαλο. Επίσης, τα νεότερα αντιισταμινικά έχουν μικρότερη επίδραση στο καρδιαγγειακό γεγονός που τα κάνει πιο ασφαλή για ανθρώπους με καρδιαγγειακές παθήσεις. Παρόλα αυτά, αν και ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως η ξηροστομία, o πονοκέφαλος και η σχετικά ήπια καταστολή φαίνονται αναπόφευκτες, είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμες με τα σκευάσματα αυτά. 

Πηγή Εικόνας και Δικαιώματα Χρήσης: 123rf.com / stokkete

Άρα, λοιπόν, είναι τα αντιισταμινικά ασφαλή για μακροχρόνια χρήση; Η απάντηση, μέχρι στιγμής, είναι ναι. Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να παίρνουν αντιισταμινικά είτε περιστασιακά, όταν αντιμετωπίζουν κάποια εποχική αλλεργία, είτε και πιο συχνά, όταν πρόκειται για κάποια χρόνια αλλεργία ή νόσημα, όπως η αλλεργική ρινίτιδα. Προς το παρόν, δεν έχει αποδειχθεί κάποια παρενέργεια, πέρα από τις ήδη γνωστές, που να εμφανίζεται μετά από παρατεταμένη χρήση, αν και πολλές μελέτες ασχολούνται με το ερώτημα αυτό. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι πρέπει να παίρνουμε τα φάρμακα αυτά όταν δεν τα χρειαζόμαστε, ούτε ότι μπορούμε να υπερβαίνουμε τη συνιστώμενη δοσολογία. Οι σοβαρότεροι κίνδυνοι απορρέουν από τις γνωστές ανεπιθύμητες ενέργειες των αντιισταμινικών, οι οποίοι, όμως, μπορούν να περιοριστούν με τη χρήση αντιισταμινικών 2ης γενιάς σε σωστή δοσολογία. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει αντιισταμινικό φάρμακο που να είναι ανώτερο από πλευράς ασφάλειας ή δραστικότητας από τα άλλα. Η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου καθορίζεται με βάση το υπόβαθρο του κάθε ασθενή, ώστε να γίνει η επιλογή της πιο αποτελεσματικής και ταυτόχρονα πιο ασφαλούς θεραπείας, λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις παραμέτρους. 


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Antihistamines, my.clevelandclinic.org. Διαθέσιμο εδώ 
  • Long Term Effects of Taking Allergy Medications, news-medical.net. Διαθέσιμο εδώ 
  • Antihistamines, nhs.uk. Διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Άννα Κουτσαυτούλη
Άννα Κουτσαυτούλη
Είναι 21 ετών, κατάγεται από τη Λάρισα και κατοικεί στα Ιωάννινα. Σπουδάζει Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και θα την ενδιέφερε να ασχοληθεί με τον ερευνητικό τομέα. Στον ελεύθερό της χρόνο της αρέσει να διαβάζει βιβλία, να πηγαίνει εκδρομές και ταξίδια και να παρακολουθεί σειρές. Γνωρίζει αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά.