24.6 C
Athens
Κυριακή, 26 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΙστορίαΟι διακοινοτικές διαμάχες στην Κύπρο: Από την απαρχή της Αγγλοκρατίας έως το...

Οι διακοινοτικές διαμάχες στην Κύπρο: Από την απαρχή της Αγγλοκρατίας έως το «αιματηρό» 1958


Του Στέλιου Καραγεώργη,

Από την αρχή της βρετανικής παρουσίας στην Κύπρο, το 1878, το παραχωρηθέν Σύνταγμα του 1882, καθιέρωνε τον φυλετικό διαχωρισμό και ενέτεινε την αντιπαλότητα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων κατοίκων του νησιού. Το Σύνταγμα προέβλεπε αναλογική εκπροσώπηση χριστιανών και μουσουλμάνων στο Νομοθετικό Συμβούλιο, με αναλογία 9/3. Οι Τούρκοι εναντιώθηκαν στην απώλεια των εξουσιαστικών προνομίων τους, αποστέλλοντας τρία υπομνήματα διαμαρτυρίας στους Βρετανούς. Το περιεχόμενο των υπομνημάτων, μετά από παρότρυνση και της Υψηλής Πύλης, ήταν ιδιαίτερα ανθελληνικό, κάνοντας λόγο για παραβίαση αρχέγονων μουσουλμανικών δικαιωμάτων στο νησί και επιβράβευση των ταραξιών Ελλήνων, με προνόμια που ποτέ δεν είχαν. Παράλληλα, κατηγορούσε τον ελληνικό πληθυσμό σε οποιοδήποτε μέρος και αν διαβιούσε, για προσπάθεια αναβίωσης της Ελλάδος του παρελθόντος, χαρακτηρίζοντας την αναλογική εκπροσώπηση ως προοίμιο νέων διεκδικήσεων εκ μέρους τους, αντίθετα με τους Τούρκους που ήταν πρόθυμοι να συνεργαστούν με τη νέα διοίκηση του νησιού. Το τελικό επιχείρημα της τουρκικής πλευράς ήταν πως καμία κοινότητα δεν μπορούσε να ζήσει υπό διοίκηση Ελλήνων, αλαζόνων για τα κατορθώματα των προγόνων τους, και εκδικητικών, ιδιαίτερα εναντίον των μουσουλμάνων.

Ελληνορθόδοξοι ιερείς ευλογούν τη βρετανική σημαία κατά την έναρξη της Αγγλοκρατίας στο νησί. Πηγή εικόνας: defenceredefined.com.cy

Όταν έγινε γνωστό το περιεχόμενο των υπομνημάτων, ξέσπασε θύελλα αντιδράσεων από τον ελληνικό πληθυσμό του νησιού, η οποία αναχαιτίσθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο. Οι Βρετανοί απέρριψαν τις τουρκικές αιτιάσεις, ωστόσο αυτή η φαινομενική νίκη των Ελλήνων αποδείχθηκε πύρρειος, καθώς μέχρι το 1931 που διαλύθηκε το σώμα, τα τρία μουσουλμανικά μέλη σε συνεργασία με τα έξι βρετανικά και τη νικώσα ψήφο του Βρετανού Ύπατου Αρμοστή, απέρριπταν κάθε ελληνική πρόταση.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, οι Έλληνες σε όλα τους τα υπομνήματα προς τους Βρετανούς εξέφραζαν τον πόθο τους για ένωση με την Ελλάδα. Αυτή η εθνικιστική έξαρση οδηγούσε σε απομόνωση τη μουσουλμανική μειοψηφία της Βουλής και την εξανάγκαζε σε ρόλο συμπολίτευσης με την αποικιακή κυβέρνηση. Η ελληνική ηγεσία δεν έκανα καμία προσπάθεια προσεταιρισμού ή διαλόγου με τους Τούρκους, με επακόλουθο οι καλές σχέσεις σε επίπεδο λαού να δηλητηριάζονται.

Στις 5 Ιουνίου του 1903, σε σύνοδο του Νομοθετικού, τα μουσουλμανικά μέλη κατέθεσαν ψήφισμα υπέρ της επιστροφής της Κύπρου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε περίπτωση που αποχωρούσε η βρετανική διοίκηση. Παρά τη διαμαρτυρία των Ελλήνων, το ψήφισμα εγκρίθηκε με τις ψήφους των Βρετανών και του Αρμοστή. Ο ελληνικός πληθυσμός αντέδρασε με συλλαλητήρια και ψηφίσματα που ενέκριναν την ένωση με την μητροπολιτική Ελλάδα, εντείνοντας την πολιτική διάσταση και ψυχρότητα μεταξύ των δυο κοινοτήτων. Από τότε έως και το 1914, όταν η Βρετανία θα προσαρτήσει de facto το νησί, στο αίτημα της ένωσης οι Τούρκοι αντέτασσαν την επιστροφή στην Υψηλή Πύλη.

Εικόνες από την επίσκεψη του Ουίνστον Τσώρτσιλ στην Κύπρο. Πηγή εικόνας: ardin-rixi.gr

Οι πρώτες βίαιες αντιπαραθέσεις με συγκρούσεις και τραυματισμούς, ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους, σημειώθηκαν κατά την περιοδεία του Υφυπουργού Αποικιών Ουίνστον Τσώρτσιλ στην Κύπρο, τον Οκτώβριο 1907. Συγκρούσεις μεγάλης έκτασης συνέβησαν το 1912, με αφορμή τις ενωτικές εκδηλώσεις των Ελλήνων και τους πανηγυρισμούς τους για τον Ιταλοτουρκικό Πόλεμο. Αυτές κορυφώθηκαν μετά την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, όπου έλαβαν χώρα αλλεπάλληλα επεισόδια και θρηνήθηκαν οι πρώτοι νεκροί της διακοινοτικής διαμάχης.

Από τα τέλη του 1956, η επίσημη πολιτική της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων ήταν η διχοτόμηση της Κύπρου. Κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, οι Βρετανοί προσέλαβαν μεγάλο αριθμό Τούρκων αστυνομικών, στους οποίους ανέθεταν κοινές περιπολίες με Βρετανούς στρατιώτες. Αναπόφευκτα σε επιθέσεις της ΕΟΚΑ, σκοτωνόταν και Τούρκοι επικουρικοί, με αποτέλεσμα οι ομοεθνείς τους, με την ανοχή των βρετανικών αρχών, να πυρπολούν ελληνικά καταστήματα, να κακοποιούν ή να σκοτώνουν Έλληνες.

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1958, οι διακοινοτικές σχέσεις επιδεινώθηκαν δραματικά, ύστερα από αναίτιες επιθέσεις εναντίον Ελλήνων αμάχων, με την ΕΟΚΑ να απαντάει δυναμικά (Για της ελληνοτουρκικές συγκρούσεις του 1958 βλέπε εδώ). Οι εχθροπραξίες έληξαν μετά από δυο μήνες, έχοντας στιγματίσει Έλληνες και Τούρκους και δικαιολογώντας σε μεγάλο βαθμό την ατμόσφαιρα που επικράτησε τις δυο επόμενες δεκαετίες, έως την τουρκική εισβολή το καλοκαίρι του 1974.

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Μακεδονία στις 10/7/1958 που αναφέρεται στις διακοινοτικές συγκρούσεις. Πηγή εικόνας: offlinepost.gr

Εν κατακλείδι, οι σχέσεις ανάμεσα στις δυο κοινότητες, από την απαρχή της αγγλοκρατίας ήταν ζοφερές. Οι Τούρκοι αντιστάθηκαν στην αναλογική εκπροσώπηση του κυπριακού λαού στο Νομοθετικό Συμβούλιο, ενώ οι Έλληνες πρότασσαν δημοσίως την επιθυμία τους για ένωση. Από το 1903 η τουρκική πλευρά αντέτασσε στο ενωτικό αίτημα των Ελλήνων, την επιστροφή της νήσου στους Οθωμανούς, με τα πρώτα διακοινοτικά επεισόδια να σημειώνονται το 1907 και να κορυφώνονται μετά το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων. Οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο εθνοτικές ομάδες επιδεινώθηκαν έτι περαιτέρω, κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, παίρνοντας αιματηρή τροπή το καλοκαίρι του 1958 και προοικονομώντας τα όσα τραγικά θα συμβούν τα επόμενα έτη στο νησί της Αφροδίτης.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Γεωργής, Γιώργος (2016), Η Αγγλοκρατία στην Κύπρο, Από τον αλυτρωτισμό στον αντιαποικιακό αγώνα, (Πανεπιστημιακές Παραδόσεις), Αθήνα: χ.ε.
  • Λάµπρου, Γιάννης Κ. (2008), Ιστορία του Κυπριακού, Τα χρόνια μετά την ανεξαρτησία, 1960-2008, Αθήνα: Εκδόσεις Πάργα.
  • Richter, Heinz A. (2007), Ιστορία της Κύπρου 1878-1949, Τόμος Α΄, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Στυλιανός-Λάμπρος Καραγεώργης
Στυλιανός-Λάμπρος Καραγεώργης
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. Έχει λάβει επιμόρφωση στην διοίκηση ναυτιλιακών επιχειρήσεων, και στις σχέσεις του ελληνισμού με την Δύση. Είναι γνώστης της αγγλικής και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία, του 19ου και 20ου αιώνα.