25 C
Athens
Σάββατο, 13 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΤο ζήτημα των ναρκών και η Σύμβαση της Ottawa

Το ζήτημα των ναρκών και η Σύμβαση της Ottawa


Της Παρασκευής Θεοδωρίδου,

Στόχος του παρόντος άρθρου, είναι η ανάλυση του ζητήματος των ναρκών και άλλων συσκευών που χρησιμοποιούνται στον κατά ξηρά πόλεμο, το νομικό και θεσμικό πλαίσιο αυτών, καθώς και οι υποχρεώσεις που πρέπει να τηρούν τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης της Ottawa. Γενικότερα, κατά τη διάρκεια μιας οποιαδήποτε ένοπλης σύγκρουσης (διεθνούς ή μη), προβλέπονται απόλυτες απαγορεύσεις ή ειδικοί περιορισμοί σε μέσα διεξαγωγής των εχθροπραξιών. Στη προκειμένη περίπτωση, θα εξεταστούν και οι δύο κατηγορίες που εμπίπτουν στη χρήση των ναρκών.

Οι νάρκες, κατ’ ουσία, αποτελούν πολεμοφόδια που τοποθετούνται επί του εδάφους, υπό του εδάφους ή πλησίον μιας περιοχής–στόχου και εκρήγνυνται, είτε με την ανθρώπινη παρουσία, είτε με την παρουσία οχημάτων (νόμιμη περίπτωση, τα στρατιωτικά οχήματα και τα άρματα μάχης). Συνήθως αυτές δύναται να χρησιμοποιηθούν για την εμπόδιση ή διακοπή προέλασης της εχθρικής δύναμης στο αντίπαλο έδαφος. Όμοια λειτουργία έχουν και οι παγίδες (booby traps) και άλλες συσκευές. Τα παραπάνω μέσα πολέμου καθίστανται επιτρεπτά, ωστόσο, υπόκεινται σε περιορισμούς και προϋποθέσεις από το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο των ενόπλων συγκρούσεων, τα οποία θα αναλυθούν σε δεύτερο επίπεδο.

Μέσα σε αυτό το σύνολο ναρκών υπάρχει ένα συγκεκριμένο είδος το οποίο επιδέχεται πλήρη απαγόρευση. Πρόκειται για τις νάρκες κατά προσωπικού (Anti–Personnel Mines), οι οποίες πλαισιώνονται από το νομικό καθεστώς της Σύμβασης της Ottawa και πιο συγκεκριμένα, τη Σύμβαση για την Απαγόρευση Χρήσης, Αποθήκευσης, Παραγωγής και Μεταφοράς Ναρκών Κατά Προσωπικού και τη Καταστροφή τους (Convention on the Prohibition of the Use, Stockpiling, Production, and Transfer of Anti–Personnel Mines and on their Destruction). Η σύμβαση επικυρώθηκε το 1997 και τέθηκε σε ισχύ τη 1η Ιουλίου του 1999, με 164 χώρες να αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη αυτής. Το άρθρο 2 της Σύμβασης ορίζει ως νάρκες κατά προσωπικού, όσες έχουν σχεδιασθεί προκειμένου να εκρήγνυνται, λόγω της φυσικής παρουσίας ή επαφής του ανθρώπου με αυτήν, έχοντας ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή ακόμη και τον θάνατο ενός ή περισσότερων ατόμων.

Πηγή εικόνας: legal.un.org

Ο ανωτέρω ορισμός εξηγεί τον λόγο για τον οποίο οι συγκεκριμένες νάρκες απαγορεύεται να συμπεριληφθούν στα μέσα διεξαγωγής του πολέμου. Συγκεκριμένα, εφόσον έχουν σχεδιασθεί κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε πρωτύτερα, αυτό συνεπάγεται δυσανάλογες συνέπειες στον άμαχο πληθυσμό, ο οποίος διατρέχει σοβαρό κίνδυνο, διότι οι νάρκες αυτές δεν μπορούν να στοχεύσουν αποκλειστικά σε στρατιωτικά αντικείμενα και μαχητές. Οι υποπαράγραφοι α’ και β’ της παραγράφου 1 του πρώτου άρθρου της Σύμβασης δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη σε ουδεμία περίπτωση να μην κατασκευάσουν, παράγουν, αποθηκεύσουν, αποκτήσουν, μεταφέρουν σε άλλο κράτος νάρκες κατά προσωπικού, καθώς και να μην ενθαρρύνουν οποιονδήποτε να λάβει μέρος σε δραστηριότητα ή επιχείρηση, απαγορευμένη από τη Σύμβαση.

Επιπλέον, το άρθρο 3 (1) της Σύμβασης προβλέπει ορισμένες εξαιρέσεις αναφορικά με τη χρήση των ναρκών κατά προσωπικού. Συγκεκριμένα, καθίσταται εφικτή και νόμιμη η φύλαξη ορισμένων τέτοιων ναρκών, ούτως ώστε να διευκολυνθεί η αναζήτησή τους, η αφαίρεση, η καταστροφή αυτών και η εκπαίδευση των ειδικών για τον εντοπισμό ναρκών. Προβλέπεται δεύτερη εξαίρεση ως προς την καταστροφή ναρκών που ήταν αποθηκευμένες σε συμβαλλόμενα μέρη πριν την ένταξή τους στη σύμβαση (άρθρο 4), καθώς και την καταστροφή ναρκών τοποθετημένες σε ναρκοθετημένες περιοχές, οι οποίες βρίσκονται υπό τον έλεγχο ή τη δικαιοδοσία των συμβαλλόμενων μερών, όπως ορίζει ρητά το άρθρο 5 (1).

Σε διεθνές επίπεδο, η Σύμβαση στο άρθρο 6 προβλέπει αμοιβαία συνεργασία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και συγκεκριμένα την ανταλλαγή εξοπλισμού, τεχνολογικού και επιστημονικού υλικού και πληροφοριών για την εφαρμογή της Σύμβασης (παράγραφος 2). Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου κάνει λόγο για υποχρέωση των κρατών–μελών να παράσχουν βοήθεια για την οικονομική και κοινωνική αποκατάσταση των πληγέντων. Η βοήθεια αυτή δύναται να παραχωρηθεί και από διεθνείς οργανισμούς, όπως η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, η Ερυθρά Ημισέληνος, ο εθνικός Ερυθρός Σταυρός και λοιπές οργανώσεις. Επιπλέον, υφίσταται η δέσμευση των μελών της Σύμβασης να προσφέρουν κάθε είδους βοήθεια για τον εντοπισμών των ναρκών κατά προσωπικού, την παροχή δεδομένων και πληροφοριών για την τοποθεσία, καθώς και την καταστροφή όσων έχουν αποθηκευτεί στο παρελθόν (παράγραφοι 4, 5 και 6). Τέλος, το άρθρο 9 αναφέρεται στην υποχρέωση των κρατών–μελών να υποβάλλουν μέτρα και νόμους για την τήρηση της εφαρμογής της Σύμβασης και σε εθνικό επίπεδο.

Ποιες είναι οι περιπτώσεις που θα συνιστούσαν παραβίαση της Σύμβασης; Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως σε περίπτωση που ένα συμβαλλόμενο μέρος συνεργαστεί με ένα κράτος σε μια στρατιωτική επιχείρηση, το οποίο δεν δεσμεύεται από την εν λόγω Σύμβαση, άρα είναι σε θέση να κάνει χρήση των ναρκών κατά προσωπικού, η συνεργασία αυτή δεν καθιστά το συμβαλλόμενο μέρος παραβάτη των κανονισμών της Σύμβασης. Ωστόσο, εάν το μέρος της Σύμβασης μεταφέρει τέτοιου είδους νάρκες για λογαριασμό κράτους που δεν ανήκει στη Σύμβαση, τότε γίνεται λόγος για παραβίαση των κανονισμών. Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι για να χαρακτηριστεί μια πράξη ως παραβατική εις βάρος της Σύμβασης, απαιτείται η ύπαρξη της άμεσης και ουσιαστικής συμμετοχής του συμβαλλόμενου μέρους σε απαγορευμένη δραστηριότητα.

Πηγή εικόνας: politico.com

Όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή του άρθρου, υπάρχουν και μέσα τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν υπό περιορισμούς. Αναφορικά με τους περιορισμούς και τη νομιμότητα των λοιπών ναρκών και άλλων συσκευών, αυτά αναφέρονται σε ξεχωριστό Πρωτόκολλο της Σύμβασης της Ottawa. Όταν συντάχθηκε το συγκεκριμένο Πρωτόκολλο, υπήρχε περιορισμένος αριθμός απαγορεύσεων στα όπλα, τα οποία ήταν αποτυπωμένα, με αποτέλεσμα το 1996 να βγει μια νέα αναθεωρημένη έκδοση, γνωστή ως Αναθεωρημένο Πρωτόκολλο για τις Απαγορεύσεις ή Περιορισμούς στη Χρήση Ναρκών, Παγίδων και Άλλων Συσκευών (“Amended Protocol on Prohibitions or Restrictions on the Use of Mines, Booby Traps and Other Devices”) και στο εξής, ως Αναθεωρημένο Πρωτόκολλο ΙΙ της Σύμβασης της Ottawa (“CCW Amended Protocol II”).

Οι νάρκες που εξαπολύονται από απόσταση (remotely delivered), σύμφωνα με το άρθρο 2 (2) του Πρωτοκόλλου, είναι αυτές που δεν τοποθετούνται σε μια συγκεκριμένη θέση, αλλά εξαπολύονται από πυραύλους, πυροβόλα και άλλους παρόμοιους μηχανισμούς ή ρίπτονται από αεροσκάφη. Επομένως, νάρκες που εξαπολύονται χερσαία από απόσταση 500 μέτρων, δεν θεωρούνται ότι εξαπολύονται από απόσταση. Οι παγίδες (booby traps), όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 2 (4), είναι κάθε μηχανισμός ή υλικό ειδικά σχεδιασμένο ώστε να τραυματίσει, φονεύσει και που λειτουργεί απροσδόκητα, όταν ένα πρόσωπο πλησιάσει ένα κατά τα άλλα αβλαβές αντικείμενο ή προβεί σε ασφαλή εκ πρώτης όψεως, πράξη. Οι «άλλοι μηχανισμοί» στο ίδιο άρθρο στην παράγραφο 5, αναφέρονται σε δια χειρός τοποθετούμενους μηχανισμούς και συσκευές που έχουν κατασκευασθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε κύριος σκοπός είναι να τραυματίσουν, φονεύσουν ή και να καταστρέψουν και λειτουργούν χειροκίνητα, είτε μέσω τηλεχειριστηρίου, είτε αυτόματα με το πέρασμα του χρόνου.

Στα ανωτέρω μέσα χερσαίου πολέμου το Πρωτόκολλο προβλέπει τόσο γενικούς περιορισμούς, όσο και ειδικούς, από τους οποίους θα αναφερθούν ενδεικτικά ορισμένοι για τη κατανόηση του παρόντος Πρωτοκόλλου. Ειδικότερα, ως προς τους γενικούς περιορισμούς, οι οποίοι αναγράφονται στο άρθρο 3 (1–11), επισημαίνεται η λήψη των αναγκαίων και προσηκόντων μέτρων από αμφότερες τις αντιμαχόμενες πλευρές, προκειμένου να αποφευχθούν υπέρμετρα δυσανάλογες συνέπειες στον άμαχο πληθυσμό (αδικαιολόγητος πόνος και τραυματισμός). Επιπλέον, η παράγραφος 7 του ιδίου άρθρου τονίζει την απαγόρευση αδιάκριτης χρήσης των συγκεκριμένων όπλων με κατεύθυνση τον άμαχο πληθυσμό, ενώ δύναται να χρησιμοποιηθούν μόνο προς στρατιωτικούς στόχους και είναι ειδικά κατασκευασμένα ούτως ώστε να πλήττουν μόνο αυτούς.

Οι παγίδες και οι λοιποί μηχανισμοί, όπως προβλέπει το άρθρο 7 (1), δεν θα πρέπει σε ουδεμία περίπτωση να χρησιμοποιούνται έχοντας την μορφή αβλαβών αντικειμένων ή να σχεδιάστηκαν σε σχέση με: α. ιατρικές εγκαταστάσεις, ιατρικό εξοπλισμό, β. ασθενείς, τραυματίες ή νεκρούς, γ. αντικείμενα θρησκευτικής φύσεως, δ. διεθνώς αναγνωρισμένα σύμβολα ή άλλα εμβλήματα, ε. τρόφιμα/ποτά, ζ. ιστορικά μνημεία–έργα τέχνης, η. συσκευές μαγειρείου, εκτός όσων βρίσκονται σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Οι παγίδες μπορούν να χρησιμοποιηθούν και όταν βρίσκονται σε κατοικημένη περιοχή, υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι τοποθετημένες επάνω σε στρατιωτικό στόχο.

Πηγή εικόνας: ethnos.gr

Τέλος, το άρθρο 9 ορίζει ρητά την καταγραφή πληροφοριών για όλες τις νάρκες και παγίδες που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν, καθώς και τις περιοχές οι οποίες θα λειτουργήσουν ως ναρκοπέδια. Όλες οι πληροφορίες θα ανταλλάσσονται μεταξύ των αντιπάλων, ύστερα από την παύση των εχθροπραξιών, μέσω συμφωνιών, προκειμένου όλα τα ναρκοπέδια, νάρκες και άλλες συσκευές να εκκαθαριστούν και να αφαιρεθούν.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Ζαλίδης Βασίλειος, Μέσα διεξαγωγής εχθροπραξιών, στο: Εγχειρίδιο Δικαίου Ενόπλων Συγκρούσεων, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2022
  • Anti–Personnel Landmines Convention, un.org, διαθέσιμο εδώ 
  • CCW Amended Protocol II, un.org, διαθέσιμο εδώ 

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Παρασκευή Θεοδωρίδου
Παρασκευή Θεοδωρίδου
Γεννηθείσα το 2000. Απόφοιτη του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με κατεύθυνση τις Πολιτικές, Κοινωνικές και Πολιτισμικές Επιστήμες. Διαθέτει άριστες γνώσεις αγγλικών, ενώ στο πρόγραμμα σπουδών της έχει διδαχθεί τη ρουμανική γλώσσα. Κύρια ενδιαφέροντα είναι το Δίκαιο του πολέμου, η στρατηγική ανάλυση και το Διεθνές Δίκαιο.