34 C
Athens
Κυριακή, 23 Ιουνίου, 2024
ΑρχικήΟικονομίαΑμφίρροπο το 2023 για το Χρηματιστήριο Αθηνών και την ελληνική οικονομία: Σε...

Αμφίρροπο το 2023 για το Χρηματιστήριο Αθηνών και την ελληνική οικονομία: Σε εθνικές εκλογές και Ε.Κ.Τ. το βλέμμα της αγοράς


Του Κωνσταντίνου Γκότση, 

Το 2022 ήταν μια χρονιά γεμάτη τριγμούς για τις αγορές, αλλά και τις οικονομίες ευρύτερα, παγκοσμίως. Μερικοί, κάποια από τα γεγονότα που στιγμάτισαν τις διεθνείς οικονομίες τη χρονιά που μόλις έφυγε, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ενεργειακή κρίση, τα θεωρούν «Mαύρους Kύκνους» για τις οικονομίες.

Με τον όρο «Μαύροι Κύκνοι» αναφερόμαστε σε γεγονότα που είναι απρόβλεπτα, έχουν ισχυρό αρνητικό αντίκτυπο και συνήθως μετά το ξέσπασμα του γεγονότος, το θεωρούμε (μερικές φορές λανθασμένα) λιγότερο τυχαίο απ’ ό,τι ήταν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η έλευση της πανδημίας του COVID-19 με τα πρωτόγνωρα μέτρα που χρειάστηκε να παρθούν για τον περιορισμό της μετάδοσής του. Ωστόσο, με μια πιο προσεκτική ματιά στην τελευταία δεκαετία που διανύσαμε, θα μπορούσε να διακρίνει κανείς ότι πολλά από τα συμβάντα του 2022 ήταν σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμα, και ίσως θα μπορούσαν να αποφευχθούν με λιγότερο κόστος.

Η ενεργειακή κρίση, τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ο σταδιακός εκτροχιασμός της κινεζικής οικονομίας και η επιθετική νομισματική «σύσφιξη» –για την αποκλιμάκωση του υψηλού πληθωρισμού– αποτέλεσαν ένα stress test για τις αγορές με μεικτά αποτελέσματα. Όπως όλα δείχνουν, αυτά τα γεγονότα θα συνεχίσουν να ταλανίζουν τις αγορές και το 2023 (τουλάχιστον για τα δύο πρώτα τρίμηνα), με τα περισσότερα από αυτά να εκτιμάται πως θα έχουν μακροπρόθεσμο αντίκτυπο.

Καθώς σχεδόν όλες οι αγορές διεθνώς έκλεισαν με αρνητικό πρόσημο, με τις περισσότερες, μάλιστα, εξ αυτών να σημειώνουν μεγάλη βουτιά, το Χρηματιστήριο Αθηνών ξεχώρισε, καταγράφοντας μικρά κέρδη (περίπου 4%). Ενδεικτικά, στην ανεπτυγμένη αγορά των Η.Π.Α., ο ευρύτερος χρηματιστηριακός δείκτης S&P 500 παρουσίασε ετήσιες απώλειες περίπου 20%. Αρκετά σημαντικές ήταν και οι πτώσεις των βασικών δεικτών των μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων, οι οποίοι έκλεισαν γύρω στο -10%. Βέβαια, εξαίρεση αποτελεί ο βρετανικός FTSE 100, καθώς έμεινε σχεδόν αμετάβλητος (οριακή ετήσια άνοδος κάτω του 1%).

Το Χρηματιστήριο Αθηνών απέδειξε μέχρι τέλους τις ισχυρές άμυνες που διέθετε απέναντι σε εξωγενείς πτωτικές πιέσεις και τα εγχώρια αρνητικά γεγονότα, οι οποίες φαίνεται ότι θα διατηρηθούν και στις αρχές του 2023. Η υψηλή κερδοφορία των εισηγμένων, τα deals που έχουν ανακοινωθεί, καθώς και αυτά που φημολογούνται, αποτέλεσαν κύρια στηρίγματα στην ελληνική αγορά και θα συνεχίσουν και το επόμενο έτος να συγκρατούν τους δείκτες σε πτωτικές ημέρες και να τους ωθούν σε ισχυρές επιδόσεις σε ανοδικές συνεδριάσεις. Οι περισσότεροι τίτλοι στο Χ.Α. παραμένουν αρκετά υποτιμημένοι, δημιουργώντας σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες και για τη νέα χρονιά, παρά το αρνητικό κλίμα που έχει επικρατήσει στην αγορά λόγω της δυναμικής συνέχειας της νομισματικής «σύσφιξης» και του ατελείωτου ρωσο–ουκρανικού πολέμου.

Εκτιμήσεις για την Ελληνική Οικονομία

Αρκετά ανθεκτική αποδείχθηκε και γενικότερα η ελληνική οικονομία εντός του 2022, γεγονός που ευνόησε την αγορά στη Λεωφόρο Αθηνών. Παρουσίασε ισχυρή ανάπτυξη, σημαντικά επενδυτικά έργα και φαίνεται πως έχει γίνει επιχειρηματικός πόλος και ξένων εταιρειών από διαφόρους οικονομικούς κλάδους, όπως της τεχνολογίας και της ενέργειας. Για το 2023, η οικονομία της Ελλάδας αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 1% με 1,8% (χαμηλότερος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης από τις αρχικές εκτιμήσεις), καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος και ο υψηλότερος πληθωρισμός γενικότερα φαίνεται ότι θα βλάψουν τον τουρισμό και θα περιορίσουν περαιτέρω την εγχώρια ζήτηση, σύμφωνα με τον τελικό προϋπολογισμό της Κυβέρνησης για το 2023.

Παράλληλα, το επόμενο έτος προβλέπεται ότι θα επιτύχει πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα 0,7% του Α.Ε.Π., το οποίο εξαιρεί τις δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους, από έλλειμμα 1,6% φέτος, σύμφωνα με την τελική πρόβλεψη του προϋπολογισμού. Επιπλέον, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας –το υψηλότερο εντός της Ευρωζώνης– αναμένεται να μειωθεί στο 159,3% του Α.Ε.Π. για το 2023 από 168,9% φέτος, ενώ ο εναρμονισμένος πληθωρισμός αναμένεται να μειωθεί στο 5% το 2023 από 9,7% το 2022 (ο όρος εναρμονισμένος αναφέρεται στον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, ο οποίος είναι υπολογισμένος με την ίδια μεθοδολογία, ώστε να είναι εφικτή και σωστή η σύγκριση του συγκεκριμένου μέτρου μεταξύ των χωρών). Αν, μάλιστα, είχαν αποφευχθεί ή είχαν πραγματοποιηθεί αποτελεσματικότερα κάποια μέτρα οικονομικής ελάφρυνσης των νοικοκυριών και επιχειρήσεων από την Κυβέρνηση, θα υπήρχε μικρότερο δημοσιονομικό κόστος και οι προβλέψεις θα ήταν ακόμα πιο ευνοϊκές. Ωστόσο, η ικανοποιητική διαχείριση του Ο.Δ.ΔΗ.Χ. με τις θέσεις υπεραντιστάθμισης απέναντι στον επιτοκιακό κίνδυνο, ελαχιστοποίησαν την αβεβαιότητα απέναντι στη δημοσιονομική πορεία της χώρας. Σε αυτό οφείλονται –σε μεγάλο βαθμό– και οι εκτιμήσεις μεγάλων επενδυτικών τραπεζών, οι οποίες αναφέρουν πως δεν θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην εγχώρια οικονομία οι (για κάποιους περιττές) δημόσιες δαπάνες.

Η καθίζηση της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο της κρίσης χρέους είχε ως απόρροια η χώρα μας να χάσει τη μεγάλη ανάπτυξη των προηγούμενων ετών και να διαμορφώσει ένα πιο ευάλωτο κλίμα απέναντι σε κρίσεις. Το ίδιο συνέβη και στην εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά, η οποία έχασε το ράλι (bull market) των ξένων αγορών τα προηγούμενα έτη. Αυτό προσφέρει περιθώρια για ισχυρή ανάπτυξη δυνητικά στην ελληνική αγορά, εφόσον διατηρηθεί η δημοσιονομική σταθερότητα και αναπτυχθεί ένα φιλοεπενδυτικό κλίμα.

Αλλαγή τοπίου για τις τράπεζες το 2023;

Κύριοι πρωταγωνιστές του 2022 στο Χρηματιστήριο Αθηνών ήταν οι τράπεζες, οι οποίες ολοκλήρωσαν τη χρονιά με τα υψηλότερα κέρδη. Ωστόσο, το 2023 φαίνεται πως θα είναι πιο αμφίρροπο για αυτές. Έως τώρα, η αύξηση των επιτοκίων από τις Κεντρικές Τράπεζες, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της ρευστότητας σε υψηλά επίπεδα, ευνόησε την κερδοφορία των τραπεζών, καθώς έχει διαμορφωθεί σημαντικό επιτοκιακό περιθώριο. Δηλαδή, τα επιτόκια δανεισμού αυξάνονται με πολύ υψηλότερο ρυθμό απ’ ό,τι τα επιτόκια καταθέσεων.

Όμως, ήδη από το α’ τρίμηνο του 2023 η Ε.Κ.Τ. θα ξεκινήσει τη λεγόμενη ποσοτική «σύσφιξη» παράλληλα με την αύξηση των επιτοκίων, αφαιρώντας ρευστότητα από τις αγορές. Αυτό θα δημιουργήσει μεγαλύτερη ανάγκη για διαθέσιμα για τις τράπεζες, συνεπώς θα πιεστούν περισσότερο τα επιτόκια καταθέσεων προς τα πάνω, ενώ, ταυτόχρονα, η αποεπένδυση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας από τις ελληνικές τράπεζες θα τονώσει τον ανταγωνισμό στον κλάδο, κλείνοντας το περιθώριο των επιτοκίων και πιέζοντας προς τα κάτω τις προμήθειες που κρατούν για τις συναλλαγές και τις υπηρεσίες των πελατών τους. Άρα, θα υπάρξει μείωση στην κερδοφορία τους. Επιπρόσθετα, αναμένεται να υπάρξει και αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων το 2023. Οι εκτιμήσεις, όμως, για τα N.P.Es δείχνουν ότι η όποια άνοδος μέσα στο έτος θα είναι ελεγχόμενη, καθώς, επίσης, το ενδεχόμενο επίτευξης του στόχου 4% για τον δείκτη των «κόκκινων» δανείων δεν έχει εξαλειφθεί.

Χρηματιστήριο Αθηνών, επενδυτική βαθμίδα και εθνικές εκλογές

Πρόκληση του ελληνικού χρηματιστηρίου για τη νέα χρονιά αποτελεί η αύξηση της συναλλακτικής δραστηριότητας και η προσέλκυση νέων επενδυτών. Ο χαμηλός τζίρος το 2022 αποτέλεσε κύρια τροχοπέδη για την υπέρβαση της ελληνικής αγοράς. Βασική προϋπόθεση, όμως, για την αύξηση της συνολικής αξίας συναλλαγών στο χρηματιστήριο είναι η ανάκτηση της πολυπόθητης επενδυτικής βαθμίδας. Η καθυστέρηση της αναβάθμισης των ελληνικών τίτλων δεν οφείλεται σε οικονομικά θεμελιώδη στοιχεία, αλλά σε πολιτική αβεβαιότητα. Όλοι οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι αναμένουν τη διεξαγωγή των επερχόμενων εθνικών εκλογών, ώστε να εξασφαλιστεί πρώτα η σταθερότητα στη χώρα και να εξαλειφθούν οι όποιοι παράγοντες χαρακτηρίζουν ακόμη την ελληνική αγορά υψηλού κινδύνου.

Η πανδημία του COVID-19, η ακρίβεια, η ενεργειακή κρίση και άλλα μείζονα ζητήματα της ελληνικής οικονομίας, σε συνδυασμό με την αναποτελεσματική, όπως φαίνεται, διαχείριση της Κυβέρνησης σε αρκετούς τομείς, έχουν συρρικνώσει τις εκτιμήσεις των εκλογικών ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος. Οι (ξένοι) επενδυτές ανησυχούν έντονα πως μπορεί να υπάρξει πολιτικό αδιέξοδο στην Ελλάδα, διότι, πρώτον, κρίνεται ανέφικτη η νίκη της Νέας Δημοκρατίας με αυτοδυναμία, και δεύτερον, φαίνεται αβέβαιη (προς το παρόν) κάποια κομματική συνεργασία για τον σχηματισμό νέας Κυβέρνησης.

Αν όλα κυλίσουν ομαλώς και οι ελληνικοί τίτλοι ανακτήσουν την επενδυτική βαθμίδα, τότε αναμένεται να εισέλθουν ξένοι επενδυτές κυρίως από την Ευρώπη και συνεπώς θα αυξηθεί ο τζίρος με τον ερχομό των νέων κεφαλαίων στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, υπάρχουν πολύ ελκυστικές αποτιμήσεις μετοχών εισηγμένων, τόσο σε εισηγμένες της υψηλής κεφαλαιοποίησης με πολύ ισχυρά θεμελιώδη στοιχεία όσο και σε μικρότερες κεφαλαιοποιήσεις, καθώς υπήρχε μεγάλη αδιαφορία. Μάλιστα, σε κάποιες εταιρείες μεσαίας κεφαλαιοποίησης η επιφυλακτικότητα των επενδυτών ήταν αδικαιολόγητη, διότι οι επιδόσεις τους ήταν εξαιρετικές. Σε αυτές τις μετοχές, με την ανανέωση και την αύξηση της ρευστότητας στην αγορά, εκτιμάται πως θα πραγματοποιηθεί ράλι στην τιμή τους, πάντα με την προϋπόθεση ότι θα συνεχίσουν να παρουσιάζουν ικανοποιητικά θεμελιώδη στοιχεία και το μακροοικονομικό περιβάλλον θα παραμείνει σχετικά ευνοϊκό.

Συνοψίζοντας, η νέα χρόνια αναμένεται να είναι αμφίρροπη για το Χρηματιστήριο Αθηνών, αλλά και ευρύτερα για την ελληνική οικονομία. Κύρια και άμεση πρόκληση αποτελούν οι βουλευτικές εκλογές της άνοιξης, οι οποίες είναι ένα πρόσθετο βαρίδι στο –ήδη– βαρύ κλίμα στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, καθοριστικό ρόλο έχουν και οι διεθνείς εξελίξεις, οι οποίες έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ελληνική αγορά, αφού υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ αυτής, της ευρωπαϊκής, αλλά και της αμερικανικής αγοράς.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Greek economy to grow by 1.8% in 2023, rebound hurt by energy crisis, reuters.com, διαθέσιμο εδώ
  • Με επιτόκια ΕΚΤ στο 5% και ΑΕΠ 1,8% έρχεται αύξηση NPEs στις τράπεζες το 2023 – Ευάλωτος ο στόχος για NPEs στο 4%, bankingnews.gr, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κωνσταντίνος Γκότσης, Διευθυντής Έκδοσης
Κωνσταντίνος Γκότσης, Διευθυντής Έκδοσης
Γεννήθηκε το 2001 στην Καλαμάτα. Σπουδάζει στο Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Στον ελεύθερό του χρόνο του αρέσει να διαβάζει πολιτικο-οικονομικά και ιστορικά βιβλία και να παρακολουθεί θέματα της επικαιρότητας.