34.8 C
Athens
Παρασκευή, 21 Ιουνίου, 2024
ΑρχικήΙστορίαΗ αγγλογαλλική πολιτική κατευνασμού στη μεσοπολεμική Ευρώπη (Β΄ Μέρος)

Η αγγλογαλλική πολιτική κατευνασμού στη μεσοπολεμική Ευρώπη (Β΄ Μέρος)


Του Στέλιου Καραγεώργη,

Κατά τη διάρκεια της αβησσυνιακής κρίσης τον Μάρτιο του 1936, η Γερμανία, έχοντας εξασφαλίσει προηγoυμένως την ανοχή την Ιταλίας, θα επικεντρωθεί στην αποστρατικοποιημένη ζώνη της Ρηνανίας. Αφορμή θα αποτελέσει η επικύρωση της γαλλοσοβιετικής συνθήκης από το γαλλικό κοινοβούλιο, η οποία με βάση τους γερμανικούς ισχυρισμούς καθιστούσε άκυρη τη Συνθήκη των Βερσαλλίων. Παράλληλα, ο Adolf Hitler θα προτείνει νέες αποστρατικοποιημένες ζώνες και σύμφωνο μη επιθέσεως σε Γαλλία και Βέλγιο.

Οι Γάλλοι θα μετακινήσουν στρατεύματα προς ενίσχυση της Γραμμής Μαζινό, ωστόσο μετά από εισήγηση του στρατιωτικού επιτελείου, το οποίο είχε υπερτιμήσει τις χερσαίες και αεροπορικές γερμανικές δυνάμεις, δεν θα προχωρήσουν σε εχθροπραξίες. Το Παρίσι θα ζητήσει τη βρετανική υποστήριξη, με τον Υπουργό Εξωτερικών Anthony Eden να προτρέπει τους Γάλλους να εξετάσουν προσεκτικά τις προτάσεις του Hitler, ξεκαθαρίζοντας πως δεν θα κινητοποιούνταν οι βρετανικές ένοπλες δυνάμεις. Το Λονδίνο ανέμενε από καιρό τη γερμανική ενέργεια, με τον Eden να δηλώνει στη Βουλή των Κοινοτήτων πως στη σκέψη της Βρετανίας βρίσκεται συνεχώς ο κατευνασμός της κρίσης στο σύνολο της Ευρώπης, εγκαινιάζοντας δημόσια την πολιτική των υποχωρήσεων.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας Anthony Eden. Πηγή εικόνα: wikimedia.org

Η απροθυμία της Γαλλίας να πολεμήσει ακόμα και για την εγγύηση της δικής της ασφάλειας κατέδειξε στην Ευρώπη πως δεν θα πολεμούσε για την προάσπιση τρίτων χωρών, υπονομεύοντας τις συμμαχίες της με τις Τσεχοσλοβακία και Πολωνία. Οι δύο χώρες ήταν πλέον εκτεθειμένες στις ορέξεις του Βερολίνου, καθώς η Γερμανία μπορούσε εύκολα να διατηρεί στα δυτικά της σύνορα λίγα στρατεύματα μετά την κατάληψη της Ρηνανίας και την οχύρωση της Γραμμής Ζίγκφριντ.

Το καλοκαίρι θα ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία ανάμεσα στη νόμιμη κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου και τους εθνικιστές του στρατηγού Φράνκο. Η εθνικιστική πλευρά θα ζητήσει τη βοήθεια τόσο του Mussolini, όσο και του Hitler. Οι δύο τους θα δεχτούν το αίτημα και μέσα στα επόμενα τρία χρόνια που θα διαρκέσει η σύρραξη στην ιβηρική χερσόνησο θα αποστείλουν μεγάλο αριθμό χερσαίων και αεροπορικών δυνάμεων, με τη Λουφτβάφε να αποκτάει την απαραίτητη για το μέλλον εμπειρία και φήμη. Οι κομμουνιστικές Διεθνείς Ταξιαρχίες και οι Σοβιετικοί θα στηρίξουν τη δημοκρατική πλευρά.

Η Βρετανία και η Γαλλία θα επιλέξουν την πολιτική μη επέμβασης μαζί με άλλα 25 κράτη, ιδρύοντας αντίστοιχη επιτροπή. Οι Βρετανοί εκτιμούσαν πως ο Francisco Franco θα αναδειχτεί νικητής και ήθελαν να προστατέψουν τα εμπορικά τους συμφέροντα στη χώρα, ενώ δεν επιθυμούσαν γενίκευση του πολέμου. Παράλληλα, προσπαθούσαν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με την Ιταλία και να αποτρέψουν τον στενότερο εναγκαλισμό της με τη Γερμανία. Η γαλλική κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου θα παρουσιαστεί διχασμένη. Αν και αρχικά υποσχέθηκε να συνδράμει τους δημοκρατικούς, στη συνέχεια θα αρνηθεί, φοβούμενη την επέκταση του πολέμου και μη θέλοντας να έρθει σε αντίθεση με τη Βρετανία. Παρ’ όλ’ αυτά, κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου θα επιτραπεί στις Διεθνείς Ταξιαρχίες η διέλευση των γαλλοϊσπανικών συνόρων και η αποστολή μέσω αυτών διαφόρων ειδών βοήθειας.

Μέσα στο καλοκαίρι του ίδιου χρόνου θα συνομολογηθεί αυστρογερμανική συμφωνία, με την οποία η Γερμανία αναγνώριζε την ανεξαρτησία της Αυστρίας, ενώ η δεύτερη δήλωνε ότι αποτελεί γερμανικό κράτος. Είχε προηγηθεί συνεννόηση του Mussolini με τον Γερμανό πρέσβη στη Ρώμη, σύμφωνα με την οποία δεν υφίστατο πλέον ιταλικό κόλλημα και έτσι, η Αυστρία μπορούσε να καταστεί κράτος-δορυφόρος της Γερμανίας. Τον Νοέμβριο μετά τη σύσφιξη των ιταλογερμανικών σχέσεων κατά τη διάρκεια της αβησσυνιακής κρίσης και του ισπανικού εμφυλίου ο Ντούτσε θα δηλώσει δημοσίως την ύπαρξη του Άξονα Ρώμης-Βερολίνου.

Ο Αυστριακός καγκελάριος Kurt Schuschnigg. Πηγή εικόνας: en.wikipedia.org

Τον Αύγουστο του 1937, η Βρετανία και η Γαλλία θα παραμερίσουν για μία και μοναδική φορά την κατευναστική τους πολιτική απέναντι στον Άξονα κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου. Αιτία θα αποτελέσει η εκτόξευση τορπίλης από ιταλικό υποβρύχιο εναντίον αντιτορπιλικού του Βασιλικού Ναυτικού που πραγματοποιούσε περιπολία στα πλαίσια του δόγματος μη επέμβασης στην Ισπανία. Σε συνδιάσκεψη στη Νιόν, οι Αγγλογάλλοι θα αποφασίσουν πως οποιοδήποτε υποβρύχιο αγνώστου ταυτότητας δρα στη δυτική Μεσόγειο θα καταβυθίζεται. Ωστόσο, η ένταση εκτονώθηκε, καθώς η Ιταλία είχε ήδη σταματήσει τις επιθέσεις και συμμετείχε κανονικά στις ανθυποβρυχιακές περιπολίες μαζί με τη Γερμανία, παρότι και οι δύο παραβίαζαν ανοιχτά την πολιτική μη επεμβάσεως. Από τον Σεπτέμβριο του 1937 και έπειτα, η Ισπανία θα σταματήσει να αποτελεί σημαντικό διεθνές ζήτημα, με τους εθνικιστές να επικρατούν ολοκληρωτικά δύο χρόνια αργότερα.

Τον Φεβρουάριο του 1938 θα συναντηθούν στο Βερολίνο ο Hitler με τον Αυστριακό Καγκελάριο Kurt Schuschnigg. Ο πρώτος θα απειλήσει με εισβολή στην Αυστρία, απαιτώντας την υπουργοποίηση του Αυστριακού ναζί Arthur Seyss-Inquart και θέτοντας στο τραπέζι μερικά ακόμα φιλογερμανικά αιτήματα. Ο Schuschnigg θα κάνει αποδεκτά τα αιτήματα του Hitler, ωστόσο θα ανακοινώσει τη διενέργεια δημοψηφίσματος για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της Αυστρίας. Με τη στήριξη της αντιπολίτευσης να προμηνύει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος υπέρ της ανεξαρτησίας, ο Hitler θα απαιτήσει την ακύρωσή του και την παραίτηση της αυστριακής κυβέρνησης.

Ο Schuschnigg θα αντισταθεί, αλλά τελικά ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο θα παραιτηθεί, με τον Seyss-Inquart να αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση, προσκαλώντας τα γερμανικά στρατεύματα να εισβάλουν. Στις 12 Μαρτίου οι Ναζί θα εισέλθουν στην Αυστρία, καταλαμβάνοντας ολόκληρη τη χώρα με αναίμακτο τρόπο, συλλαμβάνοντας, όμως, σοσιαλιστές και Εβραίους στη Βιέννη. Η «μεθυστική» ατμόσφαιρα θα κάνει τον Hitler να αποφασίσει την ένωση, η οποία θα επικυρωθεί με νόθο δημοψήφισμα έναν μήνα αργότερα.

Ο Seyss-Inquart με τον Hitler στα δεξιά του στη Βιέννη τον Μάρτιο του 1938. Πηγή εικόνας: wikimedia.org

Κατά τη διάρκεια της κατάληψης της Αυστρίας από τις γερμανικές δυνάμεις, η Ιταλία δεν θα αντιδράσει όπως είχε υποσχεθεί. Οι Βρετανοί και οι Γάλλοι θα διαμαρτυρηθούν στο Βερολίνο χωρίς να προβούν σε άλλες ενέργειες, ακολουθώντας την πολιτική του κατευνασμού. Και οι δύο περίμεναν από καιρό το Άνσλους και το θεωρούσαν αναπόφευκτο. Η Γαλλία βρισκόταν ουσιαστικά χωρίς κυβέρνηση, ενώ οι Βρετανοί διαχρονικά υποστήριζαν πως ήταν λάθος ο βίαιος χωρισμός Αυστρίας-Γερμανίας από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών.

Από το 1937, οι Γερμανοί Σουδήτες που αριθμούσαν 3.500.000 στην Τσεχοσλοβακία διεκδικούσαν διευρυμένη αυτονομία. Η κυβέρνηση της Πράγας αρνούνταν να ικανοποιήσει το σουδητικό αίτημα, καθώς αυτό θα οδηγούσε σε αντίστοιχη απαίτηση από μέρους των Σλοβάκων, Ούγγρων και Πολωνών που διαβιούσαν στη χώρα. Στις 24 Απριλίου του 1938, ο ηγέτης του σουδητικού κόμματος Konrad Henlein διατύπωσε οκτώ αιτήματα πλήρους αυτονομίας στα όρια της απόσχισης. Το Βερολίνο πίεζε να ικανοποιηθούν τα αιτήματα των Σουδητών, αλλιώς θα επενέβαινε δυναμικά. Η Γαλλία, υπό την πρωθυπουργία πλέον του Édouard Daladier, αμφιταλαντευόταν αν θα έπρεπε ή όχι να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της συμμαχίας της σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης στην Τσεχοσλοβακία.

Η βρετανική κυβέρνηση του Neville Chamberlain αρνούνταν να δεσμευτεί ότι θα πολεμήσει για τους Τσέχους. Σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Απριλίου, οι δύο Πρωθυπουργοί συμφώνησαν να πιέσουν την Πράγα να ικανοποιήσει τα σουδητικά αιτήματα και παράλληλα να προειδοποιήσουν τους Γερμανούς πως αν επενέβαιναν, δε θα έμεναν αδρανείς. Οι Βρετανοί, γνωρίζοντας τη στρατιωτική τους αδυναμία, προσέβλεπαν σε μία επίλυση χωρίς πόλεμο, δηλαδή σε έναν μόνιμο ευρωπαϊκό διακανονισμό, ενώ οι Γάλλοι ζούσαν διαρκώς υπό τον φόβο ότι θα βρεθούν μόνοι τους σε μία ενδεχόμενη στρατιωτική αντιπαράθεση με τους Γερμανούς, όπως το 1871.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Κίσινγκερ, Χένρυ (1995), Διπλωματία, Αθήνα: Εκδ. Λιβάνης.
  • Κολιόπουλος, Ιωάννης Σ. (2001), Νεώτερη ευρωπαϊκή ιστορία, 1789-1945, Θεσσαλονίκη: Εκδ. Βάνιας.
  • Μπελ, Φίλιπ Μ. Χ. (2002), Τα αίτια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, Αθήνα: Εκδ. Πατάκης.
  • Μπερστάιν, Σερζ & Μιλζά, Πιερ (1997), Ιστορία της Ευρώπης, τ. 3, Αθήνα: Εκδ. Αλεξάνδρεια.
  • Στεφανίδης, Γιάννης (1997), Ο τελευταίος ευρωπαϊκός αιώνας. Διπλωματία και πολιτική των Δυνάμεων (1871-1945), Αθήνα: Εκδ. Προσκήνιο.
  • Τούντα-Φεργάδη, Αρετή (2000), Η εξωτερική πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα: Εκδ. Σιδέρης.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Στυλιανός-Λάμπρος Καραγεώργης
Στυλιανός-Λάμπρος Καραγεώργης
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. Έχει λάβει επιμόρφωση στην διοίκηση ναυτιλιακών επιχειρήσεων, και στις σχέσεις του ελληνισμού με την Δύση. Είναι γνώστης της αγγλικής και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία, του 19ου και 20ου αιώνα.