29.5 C
Athens
Παρασκευή, 21 Ιουνίου, 2024
ΑρχικήΙστορίαΗ αγγλογαλλική πολιτική κατευνασμού στη μεσοπολεμική Ευρώπη (Α΄ Μέρος)

Η αγγλογαλλική πολιτική κατευνασμού στη μεσοπολεμική Ευρώπη (Α΄ Μέρος)


Του Στέλιου Καραγεώργη,

Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι όροι της ειρήνης απλώς υπαγορεύτηκαν στην ηττημένη αυτοκρατορική Γερμανία. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών περιόριζε τη στρατιωτική δύναμη των Γερμανών σε 100.000 άνδρες, καταργούσε την υποχρεωτική θητεία και τους στερούσε τη δυνατότητα κατοχής αρμάτων μάχης, υποβρυχίων και θωρηκτών πλοίων. Παράλληλα, η Γερμανία επέστρεφε τις επαρχίες της Αλσατίας και Λωρραίνης στη Γαλλία, παραχωρούσε νότιες εκτάσεις της στη νεοσύστατη Τσεχοσλοβακία, την πόλη του Μέμελ στη Λιθουανία, και μεγάλο κομμάτι της δυτικής Πρωσίας, μαζί με τη διοίκηση του γερμανικού λιμανιού Ντάντσιχ, στην Πολωνία. Επίσης, η ένωση Γερμανίας-Αυστρίας απαγορευόταν κατηγορηματικά.

Ταυτόχρονα, η Γερμανία επωμιζόταν τεράστια ποσά αποζημιώσεων προς τους Συμμάχους ως μοναδική υπεύθυνη του «Μεγάλου Πολέμου», αναλαμβάνοντας και τα έξοδα συντήρησης των γαλλικών κατοχικών δυνάμεων στη Ρηνανία. Το γερμανικό κράτος αποκλειόταν από την Κοινωνία των Εθνών και η σύναψη των διμερών σχέσεών του με άλλες χώρες απαιτούσε την ομόφωνη έγκριση του συμβουλίου του διεθνούς οργάνου, του οποίου σκοπός ήταν η διασφάλιση της ειρήνης. Ουσιαστικά, η Γερμανία το 1919 υποβαθμιζόταν σε κράτος δεύτερης κατηγορίας, με επώδυνες κυρώσεις σε στρατιωτικό, εδαφικό, οικονομικό και διπλωματικό επίπεδο.

Ο Benito Mussolini μαζί με τον Adolf Hitler. Πηγή εικόνας: wikimedia.org

Τους παραπάνω επαχθείς όρους ειρήνης προσπάθησαν όλες οι μεταπολεμικές γερμανικές κυβερνήσεις να ανατρέψουν, στο πλαίσιο του υπάρχοντος συστήματος, και με την έγκριση των Συμμάχων. Η άνοδος του Adolf Hitler στην καγκελαρία τον Ιανουάριο του 1933 θα ανατρέψει σταδιακά αυτή τη μετριοπαθή πολιτική, καθώς ο νέος καγκελάριος δεν θα διστάσει να προσφύγει σε μονομερείς ενέργειες, για να απαλλάξει τη χώρα του από τους όρους των Βερσαλλιών και, έπειτα, να την καταστήσει παγκόσμια δύναμη.

Την ίδια περίοδο, η φασιστική Ιταλία του Benito Mussolini θα περάσει στο στρατόπεδο των αναθεωρητικών δυνάμεων, καθώς οι επεκτατικές της φιλοδοξίες δεν είχαν ικανοποιηθεί, μετά το τέλος του πολέμου. Το μεταπολεμικό status quo θα επιχειρήσουν να υπερασπιστούν οι Βρετανοί και οι Γάλλοι, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο της εξωτερικής τους πολιτικής τον κατευνασμό. Με τον όρο κατευνασμός νοείται η ευμενής συμπεριφορά απέναντι στις αναθεωρητικές ενέργειες των δυνάμεων του Άξονα, με τις οποίες οι Αγγλογάλλοι θα συνδιαλλαγούν, που στις περισσότερες περιπτώσεις θα ικανοποιήσουν πλήρως τις διεκδικήσεις τους, επιχειρώντας να αποφύγουν την πολεμική αναμέτρηση.

Η ανάρρηση του Hitler στην καγκελαρία στις αρχές του 1933 βρίσκει τη Γερμανία στη Διάσκεψη για τον Αφοπλισμό, που είχε ξεκινήσει εργασίες έναν χρόνο νωρίτερα. Το Βερολίνο διεκδικούσε αποδοχή ίσων δικαιωμάτων στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς, με τους Βρετανούς να έχουν αποδεχθεί τον διπλασιασμό του γερμανικού στρατού, με παράλληλη μείωση του γαλλικού, καθώς και το δικαίωμα της Γερμανίας σε αεροπορικές δυνάμεις, στο μισό μέγεθος της γαλλικής αεροπορίας. Οι Γάλλοι είχαν συμβιβαστεί στην ιδέα, θέλοντας να εξακριβώσουν το ύψος του γερμανικού επανεξοπλισμού και φοβούμενοι διπλωματική απομόνωση από τη Βρετανία.

Τον Μάρτιο του 1933, ο Hitler σε ομιλίες του στο Ράιχσταγκ θα προβεί σε ειρηνικές διαβεβαιώσεις, και δύο μήνες αργότερα θα ανανεώσει τη γερμανοσοβιετική Συνθήκη του Βερολίνου του 1926. Έχοντας επιδείξει καλή θέληση, τον Οκτώβριο η Γερμανία θα αποχωρήσει από την Κοινωνία των Εθνών και από τη Διάσκεψη του Αφοπλισμού. Οι Βρετανοί και οι Γάλλοι δεν θα καταγγείλουν τη γερμανική στάση, φοβούμενοι να κατηγορηθούν για τορπιλισμό των διαπραγματεύσεων αφοπλισμού. Ειδικότερα, οι Βρετανοί το επόμενο εξάμηνο θα εντείνουν τις προσπάθειες τους, να μεταπείσουν τον Hitler να επιστρέψει στη διάσκεψη.

Ο συντηρητικός καγκελάριος της Αυστρίας Engelbert Dollfuss. Πηγή εικόνας: wikipedia.org

Θέλοντας να ενισχύσει το ειρηνόφιλο προφίλ του, τον Ιανουάριο του 1934, ο Hitler θα υπογράψει σύμφωνο μη επιθέσεως με την Πολωνία, επιδεικνύοντας την αποδοτικότητα της άμεσης διπλωματίας και εξασθενώντας τη γαλλοπολωνική συμμαχία. Τον Απρίλιο, η γαλλική κυβέρνηση θα τερματίσει τις διαπραγματεύσεις αφοπλισμού, καθώς ο τελευταίος γερμανικός προϋπολογισμός έδειχνε σαφή πρόθεση επανεξοπλισμού, ο οποίος κρυφά είχε ξεκινήσει τους τελευταίους 15 μήνες.

Τα πρώτα σημάδια των τολμηρών γερμανικών διαθέσεων θα κάνουν την εμφάνισή τους τον Ιούλιο του 1934, όταν αυστριακοί Nαζί θα επιχειρήσουν πραξικόπημα στη Βιέννη, δολοφονώντας τον συντηρητικό καγκελάριο Engelbert  Dollfuss. Η άμεση διακήρυξη του Mussolini υπέρ της ανεξαρτησίας της Αυστρίας και οι κατασταλτικές επιχειρήσεις στρατού και αστυνομίας στις αυστριακές επαρχίες θα αποτρέψουν την επικράτηση των εθνικοσοσιαλιστών. Αν και δεν υπήρχε επίσημη ανάμειξη της γερμανικής κυβέρνησης, αλλά μόνο συνεργασία σε κομματικό επίπεδο, θα αποστείλει ο Franz von Papen, ως πρεσβευτής, στην άλλοτε πρωτεύουσα των Αψβούργων, για να κατευνάσει τα πνεύματα.

Τον Ιανουάριο και Μάιο του 1935, η Γαλλία θα συνάψει συμμαχία με την Ιταλία και τη Σοβιετική Ένωση, με την ελπίδα να δημιουργήσει έδαφος συνεννόησης με τη Γερμανία. Ωστόσο, τον Μάρτιο οι Γερμανοί θα ανακοινώσουν επισήμως τον επανεξοπλισμό τους, θα αποκαλύψουν την ύπαρξη της Λουφτβάφε και θα επαναφέρουν την υποχρεωτική στράτευση, καταπατώντας θεμελιώδεις όρους των Βερσαλλιών. Οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί θα καταδικάσουν μέσω της διακήρυξης της Στρέζας τη μονομερή ενέργεια του Βερολίνου, χωρίς, όμως, να αναλάβουν περαιτέρω δράση για τη συμμόρφωσή του. Τον Ιούνιο, η Βρετανία θα νομιμοποιήσει τη γερμανική παραβίαση, υπογράφοντας γερμανοβρετανική ναυτική συμφωνία, χωρίς να συμβουλευτεί προηγουμένως τη Γαλλία, τα συμφέροντα της οποίας επηρεάζονταν άμεσα.

Ο αυτοκράτωρ της Αβησσυνίας Haile Selassie στο εξώφυλλο του περιοδικού Times το 1930. Πηγή εικόνας: wikipedia.org

Τον Ιούλιο, το Σάαρ, μετά από δημοψήφισμα, θα επανενωθεί με τη Γερμανία. Ο Hitler εκμεταλλεύτηκε το τελευταίο πλεονέκτημα που του προσέφερε η Συνθήκη των Βερσαλλιών, με τη Γαλλία να μην φέρνει καμία αντίρρηση. Τον Οκτώβριο, η Ιταλία θα εισβάλει στο κράτος της Αβησσυνίας, μέλος της Κοινωνίας των Εθνών. Ο διεθνής οργανισμός θα καταδικάσει την ιταλική επιθετικότητα με προτροπή των Βρετανών, οι οποίοι ήθελαν να ικανοποιήσουν το κοινοβούλιο και το εκλογικό σώμα, λόγω επικείμενων εκλογών. Ωστόσο, το Λονδίνο πέρα από κάποιες περιορισμένες οικονομικές κυρώσεις, δεν θα επιβάλει στη Ρώμη εμπάργκο πετρελαίου, υπό τον φόβο ναυτικού πολέμου στη Μεσόγειο. Οι Γάλλοι θα εμφανιστούν απρόθυμοι να εφαρμόσουν τις κυρώσεις στους Ιταλούς, επιθυμώντας να πραστατέψουν τη συμμαχία που είχαν συνάψει μαζί τους.

Τον Δεκέμβριο, σε μια προσπάθεια διευθέτησης του αβησσυνιακού ζητήματος, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Samuel Hoare και ο Πρωθυπουργός την Γαλλίας Pierre Laval θα προτείνουν στα δύο αντιμαχόμενα μέρη την άμεση παραχώρηση μεγάλης αιθιοπικής περιοχής στην Ιταλία, με τον αυτοκράτορα Haile Selassie να αποζημιώνεται με μία λωρίδα εξόδου στην θάλασσα, μέσω της βρετανικής Σομαλίας. Το σχέδιο θα διαρρεύσει στον γαλλικό Tύπο, ξεσηκώνοντας σάλο, με την Κοινωνία των Εθνών να το απορρίπτει και τον Hoare να παραιτείται της θέσης του. Τελικά, τον Μάιο του 1936, οι Ιταλοί θα καταλάβουν την πρωτεύουσα της Αβησσυνίας Αντίς Αμπέμπα, με το κύρος του διεθνούς οργάνου καταρρακωμένο, τις ιταλογερμανικές οικονομικές σχέσεις σε τροχιά ανάπτυξης λόγω των κυρώσεων και τη φιλία μεταξύ Βρετανίας-Γαλλίας σε κρίση.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Κίσινγκερ, Χένρυ (1995), Διπλωματία, Αθήνα: Λιβάνης.
  • Κολιόπουλος, Ιωάννης Σ. (2001), Νεώτερη ευρωπαϊκή ιστορία, 1789-1945, Θεσσαλονίκη: Βάνιας.
  • Μπελ, Φίλιπ (2002), Τα αίτια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, Αθήνα: Πατάκης.
  • Μπερστάιν Σερζ & Μιλζά Πιερ (1997), Ιστορία της Ευρώπης, τμ. 3, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
  • Στεφανίδης, Γιάννης (1997), Ο τελευταίος ευρωπαϊκός αιώνας. Διπλωματία και πολιτική των Δυνάμεων (1871-1945), Αθήνα: Προσκήνιο.
  • Τούντα-Φεργάδη, Αρετή (2000), Η εξωτερική πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα: Σιδέρης.
  • Τσακαλογιάννης, Πάνος (2019), Σύγχρονη Ευρωπαϊκή Ιστορία. Από τη Βαστίλλη στον 21ο αιώνα, τμ. 2, Αθήνα: Εστία.
  • Χόμπσμπομ, Έρικ (1995), Η εποχή των άκρων, Ο σύντομος εικοστός αιώνας, 1914-1991, Αθήνα: Θεμέλιο.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Στυλιανός-Λάμπρος Καραγεώργης
Στυλιανός-Λάμπρος Καραγεώργης
Γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. Έχει λάβει επιμόρφωση στην διοίκηση ναυτιλιακών επιχειρήσεων, και στις σχέσεις του ελληνισμού με την Δύση. Είναι γνώστης της αγγλικής και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή Ιστορία, του 19ου και 20ου αιώνα.