20.2 C
Athens
Κυριακή, 14 Απριλίου, 2024
ΑρχικήΤο χρονικό της Μικράς Ασίας: 100 χρόνια από τον ξεριζωμόΗ τουρκική αντεπίθεση (Αύγουστος 1922): Η έλευση της μεγάλης καταιγίδας στη Μικρά...

Η τουρκική αντεπίθεση (Αύγουστος 1922): Η έλευση της μεγάλης καταιγίδας στη Μικρά Ασία


Της Παρασκευής Θεοδωρίδου,

Το καλοκαίρι του 1922, η πολιτική σκηνή της Ελλάδας παρουσίαζε σημαντική αστάθεια, σε μια κρίσιμη περίοδο αναφορικά με τα τεκταινόμενα στη γείτονα χώρα. Το πρόβλημα ξεκίνησε με την παραίτηση του Δημήτριου Γούναρη τον Μάιο, ύστερα από πεντάμηνη απουσία στο εξωτερικό, γεγονός που δίχασε την κοινή γνώμη και το πολιτικό παρασκήνιο. Εφόσον είχε κριθεί ότι η διεξαγωγή εκλογών θα ήταν ακατάλληλη εκείνη τη χρονική στιγμή, δόθηκε άμεση εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Νικόλαο Στράτο. Πάρα ταύτα, ο Στράτος απέτυχε να εξασφαλίσει ψήφο εμπιστοσύνης και έτσι τα ηνία έλαβε ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, δημιουργώντας κυβέρνηση συνασπισμού. Η νέα κυβέρνηση προέβη σε ορισμένες αλλαγές, μια εκ των οποίων ήταν η ανάθεση της αρχηγίας της Στρατιάς της Μικράς Ασίας στον αντιστράτηγο Γεώργιο Χατζανέστη, στις 23 Μαΐου. Επρόκειτο για μια απόφαση που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, καθώς ήταν πολλοί που θεωρούσαν τον Χατζανέστη ακατάλληλο για το συγκεκριμένο αξίωμα, εξαιτίας της ελλιπούς στρατιωτικής του εμπειρίας.

Η νεοσύστατη κυβέρνηση επιχείρησε να σχεδιάσει μια αυτονομιστική πολιτική, με στόχο τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου Μικρασιατικού κράτους με κέντρο τη Σμύρνη και φιλικά προσκείμενο προς τη Δύση. Το σχέδιο αυτό, που θα εφαρμοζόταν με τη σύμφωνη γνώμη των Δυνάμεων της Entente, προήλθε από τον Αριστείδη Στεργιάδη, ο οποίος προσπάθησε να αναβιώσει τις ιδέες των Αμυνιτών. Στις 18 Ιουλίου (31 Ιουλίου με το σημερινό ημερολόγιο), ο Στεργιάδης μετέβη στη Σμύρνη, ούτως ώστε να αναγγείλει τα σχέδιο της κυβέρνησης στους κατοίκους της πόλης. Γρήγορα, όμως, θα αντιληφθεί ότι το σχέδιό του βρίσκεται στην αρχή του τέλους του. Τόσο ο λαός της Σμύρνης όσο και οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν έδειξαν ένθερμη υποδοχή του σχεδίου. Μεγαλύτερη αντίρρηση προέβαλαν η Γαλλία και η Ιταλία, καθώς δεν δέχονταν οποιασδήποτε φύσεως αυτονομία ενορχηστρωμένη από τον ελληνικό στρατό.

Μέλη της Ανεξάρτητης Μεραρχίας. Πηγή εικόνας: pentapostagma.gr

Ένα δεύτερο σχέδιο της ελληνικής κυβέρνησης, ως συνέχεια του αυτόνομου μικρασιατικού κράτους, ήταν η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Θα ήταν αναμφίβολα μια από τις πιο σημαντικές κατακτήσεις της Ελλάδας στην Ιστορία, η οποία θα αντιστάθμιζε την απώλεια της Σμύρνης και θα σηματοδοτούσε το τέλος της σύγκρουσης με την Τουρκία. Ο ελληνικός στρατός, μέσω της Τσαλτάτζας, θα προέλαυνε στην Κωνσταντινούπολη. Η σκέψη αυτή προϋπήρχε ήδη από το καλοκαίρι του 1921, με αφορμή τις νίκες της Ελλάδας στην Κιουτάχεια και το Αφιόν-Καραχισάρ. Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης είχε τρεις στόχους: την περαιτέρω άσκηση πίεσης στις Μεγάλες Δυνάμεις για την επίσπευση της ειρήνευσης με τη Τουρκία, την προβολή του αποφασιστικού χαρακτήρα της κυβέρνησης να τερματίσει τις ελληνοτουρκικές εχθροπραξίες και, τέλος, την εξασφάλιση της βοήθειας της Αγγλίας στο ζήτημα του δανεισμού.

Στις 16 Ιουλίου, η κυβέρνηση ανακοίνωσε στις Μεγάλες Δυνάμεις την απόφασή της, παρουσιάζοντας το επιχείρημα πως μόνο η επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου θα οδηγούσε την Ελλάδα και την Τουρκία σε σύναψη ειρήνης. Επιπλέον της ανακοίνωσης αυτής, ζητήθηκε από την Entente να μην σταθεί εμπόδιο στην ελληνική επιχείρηση, αντίθετα, να δώσει την πλήρη στήριξή της. Ωστόσο, λίγες μέρες αργότερα, η Entente έδωσε αυστηρή εντολή στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, να αποχωρήσουν άμεσα τα στρατεύματα από τα σύνορα της Τσαλτάτζας. Η περιοχή αυτή θεωρούνταν κρίσιμης σημασίας, διότι εάν διεξαγόταν τοπική σύγκρουση, γρήγορα θα εξελισσόταν σε μάχη μεγαλύτερης εμβέλειας.

Ο Μουσταφά Κεμάλ με μέλη του τουρκικού πεζικού. Πηγή εικόνας: weeklynews.gr

Η ελληνική κυβέρνηση ακολούθησε την εντολή, με την αποχώρηση των στρατευμάτων να πραγματοποιείται στις 20 Ιουλίου. Σημείο σταθμός εκείνη την περίοδο ήταν η δημόσια ομιλία του Lloyd George στις 22 Ιουλίου. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι οι τεταμένες συνθήκες που επικρατούσαν στη Μικρά Ασία θα έπρεπε αργά ή γρήγορα να λάβουν τέλος, δηλώνοντας, μάλιστα, πως η απόφαση της Ελλάδας να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη από τον τουρκικό ζυγό είχε ορθολογικό χαρακτήρα. Ο λόγος του Άγγλου Πρωθυπουργού θα λέγαμε ότι τροφοδοτούσε τα μεγαλεπήβολα οράματα της ελληνικής κυβέρνησης και δη τη πεποίθηση ότι η Αγγλία θα βοηθούσε την Ελλάδα στην επίτευξη του στόχου της. Τέλος στις αυταπάτες της χώρας θα δώσει η αντεπίθεση του τουρκικού στρατού, τον Αύγουστο του 1922.

Πριν την επίσημη έναρξη της επίθεσης, η Τουρκία επέλεξε να διεξάγει μικρή κλίμακας επίθεση στις 6 Αυγούστου στην Ορτάντζα, ενώ στις 11 Αυγούστου, στο Μπιλετζίκ, ηττήθηκε από το Γ’ Σώμα Στρατού. Στις 13 Αυγούστου, ξεκινάει η επίθεση της Τουρκίας, γνωστή και ως «Η Μεγάλη Επίθεση», η οποία έλαβε χώρα στο Αφιόν Καραχισάρ, με κύριο μέτωπο επίθεσης το νότιο τμήμα της περιοχής. Η προέλαση από τη συγκεκριμένη πλευρά αποτελούσε σημαντικό πλεονέκτημα για τον τουρκικό στρατό, καθώς θα μπορούσαν εύκολα να εξασφαλίσουν τοπική υπεροχή. Η αφορμή της επίθεσης ήταν, μεταξύ άλλων, ο κίνδυνος σύμπτυξης του ελληνικού στρατού. Αναφορικά με τη διάταξη του ελληνικού στρατού, το Α’ Σώμα Στρατού έδρευε στο Αφιόν Καραχισάρ, το Β’ Σώμα στο Καζλί Γκιόλ Χαμάμ (βορειοδυτικά του Αφιόν Καραχισάρ), ενώ το Γ’ Σώμα βρισκόταν στο Εσκί Σεχίρ. Επομένως, το Α’ και Β’ Σώμα ανέλαβαν να υπερασπιστούν το νότιο τμήμα του μετώπου και το Γ΄ Σώμα τη βόρεια γραμμή.

Ο νέος Αρχηγός της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, Αντιστράτηγος Γεώργιος Χατζανέστης. Πηγή εικόνας: mikrasiatis.gr

Την ίδια μέρα, πραγματοποιήθηκε ισχυρός βομβαρδισμός των ελληνικών θέσεων μαζί με την καταστροφή των χαρακωμάτων και την κατάληψη του δυτικού Καγιαντιμπί. Άλλες σημαντικές περιοχές που κατάφερε να απορροφήσει ο τουρκικός στρατός ήταν το χωριό Κιλίτς Αρσλάν και του Χασάν Μπέλ. Από την άλλη πλευρά, ο ελληνικός στρατός, από την αρχή έως και το τέλος της επίθεσης, κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες ανακατάληψης των εδαφών που περιήλθαν στην κυριαρχία του εχθρού. Μια τέτοια πετυχημένη προσπάθεια ήταν η ανακατάληψη του Τιλκί Κιρί Μπελ, το οποίο, όμως, στις 14 Αυγούστου πέρασε για ακόμη μία φορά σε τουρκικά χέρια. Εκείνη τη μέρα η σύγκρουση άρχισε να λαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις, αφού ο αντίπαλος στρατός προχώρησε σε πλαγιομετωπικές επιθέσεις, ενώ, παράλληλα, ο Νικόλαος Τρικούπης διέταξε την άμεση εκκένωση της εξέχουσας του Αφιόν Καραχισάρ.

Στις 16 Αυγούστου, έλαβε χώρα η μάχη του Χαμούρκιοϊ και στο Ιλμπουλάκ Δάγ, με αποτέλεσμα το στράτευμα του Τρικούπη να δέχεται σφοδρή πίεση και να υποχωρεί κακήν κακώς από την περιοχή. Την επόμενη μέρα, μια δεύτερη μάχη εκτυλίχθηκε στο Αλή Βεράν, όπου εκεί ηττήθηκε και πάλι το στράτευμα του Τρικούπη. Μετά τη νέα σύμπτυξη του στρατού στο Καπλακάρ (18 Αυγούστου) και τη νίκη της Ανεξάρτητης Μεραρχίας στην Κιουτάχεια, η ελληνική κυβέρνηση προέβη σε αντικατάσταση του αρχηγού της Στρατιάς, ορίζοντας τον αντιστράτηγο Γεώργιο Πολυμενάκο ως νέο επικεφαλής. Στις 26 και 27 Αυγούστου, ο ελληνικός στρατός από το Νυμφαίο, τη Σμύρνη και την Ερυθραία, ξεκίνησαν για σύμπτυξη στο Τσεσμέ, διαδικασία που περατώθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου. Από τις 31 Αυγούστου ξεκινάνε οι διαδικασίες εγκατάλειψης της Σμύρνης από τον ελληνικό πληθυσμό. Στις 2 Σεπτεμβρίου καταλαμβάνεται η Κιουτάχεια από τον τουρκικό στρατό, ενώ η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε από την Αγγλία να μεσολαβήσει για ανακωχή με την Τουρκία, γεγονός που ο Μουσταφά Κεμάλ αρνήθηκε. Ακολούθησαν οι καταλήψεις των περιοχών Μπαλί Κεσίρ, Μανίσα και Αϊδίνι στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου. Ύστερα από τη μακρά μάχη και την προσπάθεια των ελληνικών δυνάμεων να υπερασπιστούν το μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ, ηττημένοι πλέον, αποχωρούν από τη Σμύρνη στις 8 Σεπτεμβρίου 1922.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Αλλαμάνη, Έφη, Βεργόπουλος Κωνσταντίνος, κ.ά. (1978), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: Νεώτερος Ελληνισμός από το 1913 ως το 1941, τόμος ΙΕ’, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών
  • Στρατηγός Ξενοφών, (1999), Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, Αθήνα: Δημιουργία, Απ. Α. Χαρίσης
  • Shaw, J. Stanford, Shaw, Kural Ezel, (1977), History of the Ottoman Empire and Modern Turkey, (vol. II), Cambridge: Cambridge University Press

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Παρασκευή Θεοδωρίδου
Παρασκευή Θεοδωρίδου
Γεννηθείσα το 2000. Απόφοιτη του τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με κατεύθυνση τις Πολιτικές, Κοινωνικές και Πολιτισμικές Επιστήμες. Διαθέτει άριστες γνώσεις αγγλικών, ενώ στο πρόγραμμα σπουδών της έχει διδαχθεί τη ρουμανική γλώσσα. Κύρια ενδιαφέροντα είναι το Δίκαιο του πολέμου, η στρατηγική ανάλυση και το Διεθνές Δίκαιο.