14 C
Athens
Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου, 2024
ΑρχικήΚοινωνίαΥγείαΟι διαταραχές σίτισης κατά τη βρεφική και παιδική ηλικία

Οι διαταραχές σίτισης κατά τη βρεφική και παιδική ηλικία


Της Δήμητρας-Αδελαΐδας Αργυρίου,

«Το παιδί μου δεν τρώει», «Καθόμαστε μία ώρα πάνω από το φαγητό μέχρι να το φάμε», «Προτιμάει να τρώει μόνο δύο – τρία συγκεκριμένα πράγματα και τίποτα άλλο», «Το πάμε βόλτα στην παιδική χαρά, μήπως ξεχαστεί και φάει». Φράσεις που όλοι λίγο – πολύ έχουμε ακούσει στη ζωή μας, ή ακόμα έχουμε εκφέρει και οι ίδιοι. Όλες αναφέρονται σε ένα κοινό ζήτημα, τις διαταραχές σίτισης, που είναι πιο συνήθεις από ό,τι ενδεχομένως νομίζουμε. Συγκεκριμένα, το 25% με 45% των φυσιολογικά αναπτυσσόμενων βρεφών και το 80% των βρεφών με αναπτυξιακή καθυστέρηση ή αναπτυξιακές διαταραχές εμφανίζουν κάποιον τύπο διαταραχών σίτισης. Πολλοί γονείς έχουν προβληματιστεί ή και ταλαιπωρηθεί με τις διαταραχές σίτισης, κοινώς με το ότι τα παιδιά τους «δεν τρώνε», κάτι πολύ εύλογο, αφού η τροφή είναι απαραίτητη όχι μόνο για την επιβίωση, αλλά και για την ανάπτυξη.

Από τη στιγμή της γέννησης, ο ανθρώπινος οργανισμός ξεκινά να λειτουργεί αυτόνομα. Ενώ μέχρι πρότινος το έμβρυο λάμβανε όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά μέσω του ομφάλιου λώρου, μετά τη γέννηση πρέπει πλέον να τα αποκτά από εξωτερικές πηγές και μέσω του στόματός του. Αρχικά, από τον θηλασμό, εφόσον είναι εφικτός, έπειτα από την κατανάλωση μαλακών τροφών π.χ. κρέμες, γιαούρτι κ.λπ., και όσο ωριμάζει το πεπτικό σύστημα, η στοματική κοιλότητα, η κινητικότητα των στοματοπροσωπικών μυών και η κινητική λειτουργία του οισοφάγου, το παιδί μπορεί να καταναλώσει σκληρές τροφές π.χ. τυρί, ψωμί, κρέας κ.λπ.

Η παιδιατρική διαταραχή σίτισης ορίζεται ως η δυσκολία πρόσληψης τροφών, η οποία δεν συνάδει με το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού και σχετίζεται με ιατρικούς και διατροφικούς παράγοντες, με δυσκολίες στη σίτιση ως δεξιότητα ή/και με ψυχοκοινωνικές δυσκολίες. Μία παιδιατρική διαταραχή σίτισης μπορεί να ωθήσει τα παιδιά σε μη φυσιολογική απώλεια βάρους, σε διατροφικές ελλείψεις και, κατ’ επέκταση, σε διαταραχές της λειτουργικότητάς τους στην καθημερινότητα, αλλά και, τέλος, στον αποκλεισμό τους από δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα την άρνηση να συμμετάσχει σε ένα γεύμα μαζί με άλλα παιδιά.

Πηγή Εικόνας: healthline.com

Υποπτευόμαστε την ύπαρξη κάποιας διαταραχής σίτισης, όταν το βρέφος ή το παιδί δεν μπορεί ή δεν θέλει επιμόνως να καταναλώσει τις απαραίτητες ποσότητες τροφών ή ποικιλία τροφών που είναι σημαντικές για την κάλυψη των διατροφικών του αναγκών. Στοιχεία που μπορεί να προβληματίσουν τους γονείς, αναφορικά με τη σίτιση, είναι η υπολειπόμενη ανάπτυξη του ύψους και του βάρους των παιδιών τους και η έντονη επιλεκτικότητα σε τροφές, π.χ. να καταναλώνει το παιδί μόνο τραγανές τροφές, αποκλείοντας άλλες λόγω υφής, μυρωδιάς, σχήματος, χρώματος ή τύπους τροφής, δηλαδή να μην τρώει καθόλου φρούτα, για παράδειγμα. Άλλοι δείκτες διαταραχών σίτισης είναι η μεγάλη χρονική διάρκεια ολοκλήρωσης των γευμάτων, η καθυστέρηση της ανάπτυξης των στοματικών δεξιοτήτων και, ακολούθως, του λόγου.

Για πολλά παιδιά δεν υπάρχει ένας και μοναδικός λόγος που προκαλείται μία διαταραχή σίτισης. Γενικά, τα αίτια κατηγοριοποιούνται σε οργανικά και λειτουργικά. Ανά περιστατικό μπορούν να ενυπάρχουν ταυτόχρονα οργανικά με λειτουργικά αίτια. Ενδεικτικά, κάποια από αυτά είναι:

  • Πόνος ή και δυσφορία κατά τη μάσηση και, ιδίως, κατά την κατάποση της τροφής
  • Διαταραχές αισθητηριακής ρύθμισης (π.χ. υψηλή καταγραφή απτικών ερεθισμάτων στο στόμα που προέρχονται από την ύπαρξη τροφής στο στόμα)
  • Χαμηλός ή υψηλός μυϊκός τόνος
  • Καθυστέρηση της ανάπτυξης
  • Φτωχές στοματοπροσωπικές δεξιότητες
  • Καθυστέρηση αναχαίτισης αντανακλαστικών που εμφανίζονται κατά τη βρεφική ηλικία (π.χ. αντανακλαστικό εξεμέσεως)
  • Χρόνια ιατρικά προβλήματα, όπως συχνές ωτίτιδες ή λοιμώξεις του αναπνευστικού
  • Αρνητικές εμπειρίες από πρότερες προσπάθειες σίτισης (π.χ. καταναγκαστική σίτιση)

Είναι δυνατόν, επίσης, να υπάρχουν ή να αναπτυχθούν δυσλειτουργικές συμπεριφορές σίτισης, είτε από τον γονέα ή τον φροντιστή είτε από το ίδιο το βρέφος ή το παιδί. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με τους γονείς/φροντιστές, δυσλειτουργικές συμπεριφορές σίτισης αποτελούν η παράταση γευμάτων άνω της μισής ώρας, η άσκηση βίας κατά τη σίτιση, η σίτιση κατά τον ύπνο, η σίτιση που πραγματοποιείται υπό τη σκέπη τη απόσπασης της προσοχής του παιδιού (π.χ. τηλεόραση) και η μηχανιστική σίτιση, παραβλέποντας τις ενδείξεις πείνας ή και κορεσμού του παιδιού.

Από την πλευρά του βρέφους και του παιδιού, μία δυσλειτουργική συμπεριφορά σίτισης μπορεί να εκφραστεί ως μη αποδοχή τροφής, γενικευμένα ή επιλεκτικά δηλαδή, σε συγκεκριμένο τρόπο σίτισης, σε συγκεκριμένο γονέα ή φροντιστή, σε συγκεκριμένες υφές ή είδη τροφών. Επίσης, μπορεί να παρατηρείται προσκόλληση και αποκλειστική προτίμηση σε ορισμένα είδη ή υφές τροφών, όπως και να απουσιάζει η αυτονόμηση της σίτισης, όταν το παιδί φτάσει στη κατάλληλη ηλικία.

Πηγή Εικόνας: baltimoresun.com

Οι διαταραχές σίτισης μπορούν να διαγνωστούν έπειτα από την αξιολόγηση παιδιάτρων, γαστρεντερολόγων, λογοθεραπευτών, εργοθεραπευτών, κλινικών διατροφολόγων και παιδοψυχολόγων. Όλες οι παραπάνω ειδικότητες θα πρέπει να έχουν εκπαιδευτεί στις διαταραχές σίτισης και κατάποσης. Ωστόσο, ιδανικά, θα πρέπει να γίνει διαφορική διάγνωση από ειδικότητες, ώστε να μπορέσει να σκιαγραφηθεί το περιστατικό υπό διαφορετικά επιστημονικά πρίσματα και άρα, να διερευνηθούν πληρέστερα τα αίτια που οδήγησαν στη διαταραχή σίτισης.

Στην ίδια φιλοσοφία, μία διαταραχή σίτισης μπορεί να πλαισιωθεί θεραπευτικά από διαφορετικές ειδικότητες. Για παράδειγμα, μέσω της λογοθεραπείας, το παιδί μπορεί να αναπτύξει της στοματοπροσωπικές του δεξιότητες, όπως και τις δεξιότητες μάσησης και κατάποσης. Μέσω της εργοθεραπείας να αντιμετωπιστούν αισθητηριακές δυσκολίες, ενώ μέσω κλινικού διαιτολόγου να δημιουργηθούν κατάλληλα διατροφικά προγράμματα, ώστε να ενισχυθεί η πρόσληψη των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών, αλλά και να εκτεθεί το παιδί σε περισσότερα είδη τροφών, με στόχο τη διεύρυνση της διατροφής του.

Έτσι, μέσω της ορθής και πλήρους διάγνωσης, της κατάλληλης και εξατομικευμένης θεραπευτικής πλαισίωσης του παιδιού, της εκπαίδευσης, καθώς και της υποστήριξης των γονέων και των φροντιστών από ειδικούς και εξειδικευμένους επιστήμονες υγείας, είναι εφικτή η διαχείριση και η αντιμετώπιση, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, των διαταραχών σίτισης που εντοπίζονται κατά τη βρεφική και παιδική ηλικία.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Feeding disorders of infants, toddlers, and preschoolers, BC Medical Journal. Διαθέσιμο εδώ 
  • Feeding disorders, Golisano Children’s Hospital. Διαθέσιμο εδώ 
  • Feeding disorders, Nationwide Children’s. Διαθέσιμο εδώ
  • Διαταραχές σίτισης στα παιδιά, ΙΑΣΩ. Διαθέσιμο εδώ
  • Goday P. S. et al. (2019), Pediatric Feeding Disorder—Consensus Definition and Conceptual Framework, Journal of Pediatric Gastroenterology and Nutrition, 68 (1), 124-129. Διαθέσιμο εδώ 

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Δήμητρα Αδελαΐδα Αργυρίου
Δήμητρα Αδελαΐδα Αργυρίου
Γεννήθηκε το 1998 στο Μαρούσι. Είναι εργοθεραπεύτρια, απόφοιτος του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, ενώ συνεχίζει να εκπαιδεύεται σε θέματα ψυχικής υγείας και ανάπτυξης . Χειρίζεται άριστα την Αγγλική και την Ισπανική γλώσσα. Ασχολείται, ερασιτεχνικά, με το flamenco και το θέατρο. Στον ελεύθερό της χρόνο της αρέσει να διαβάζει λογοτεχνία και φιλοσοφία, ενώ απολαμβάνει να βλέπει και κινηματογράφο.