21.3 C
Athens
Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΤο δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση

Το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση


Της Δήμητρας Αργυρού,

Η κοινωνική ασφάλιση (social insurance) αποτελεί έναν από τους πιο θεμελιώδεις θεσμούς των σύγχρονων δημοκρατικών κρατών. Βασικός σκοπός της είναι η κάλυψη των εργαζομένων, μέσω της αναπλήρωσης του εισοδήματός τους, το οποίο στερούνται οριστικά ή προσωρινά λόγω της επέλευσης «κινδύνων», που είτε μειώνουν το εισόδημα, είτε αυξάνουν τις δαπάνες. Το δικαίωμα της κοινωνικής ασφάλισης πρόκειται για ένα κοινωνικό δικαίωμα. Τα κοινωνικά δικαιώματα υποχρεώνουν το κράτος να διασφαλίζει στους πολίτες του ορισμένα κοινωνικά αγαθά. Για να πετύχει το εγχείρημα αυτό, το κράτος οργανώνει τις δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες έχουν ως αποστολή τους να παρέχουν στους πολίτες κοινωνικές υπηρεσίες.

Η κοινωνική ασφάλιση αποτελεί έκφανση του «κοινωνικού κράτους». Το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αναφέρει ότι: «τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους». Με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνεται η αρχή του κοινωνικού κράτους, ενός κράτους που εξασφαλίζει κοινωνικά δικαιώματα στους πολίτες του. Στο άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος κατοχυρώνεται ρητά το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση για τους εργαζομένους. Παράλληλα, για τη διαμόρφωση του δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης συμβάλλουν και άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπως το άρθρο 2 παρ.1 για την προστασία της αξίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και το άρθρο 5 παρ.1 για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Πηγή Εικόνας: fujilaw.com

Όσον αφορά το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιχειρούνται προσπάθειες για το συντονισμό των εθνικών κοινωνικοασφαλιστικών συστημάτων μέσω κανόνων άμεσης εφαρμογής που θέτει η ΕΕ. Είναι, επίσης, σημαντικό τα άτομα που μετακινούνται σε άλλη χώρα της ΕΕ να μην χάνουν την ασφαλιστική τους κάλυψη (π.χ. συνταξιοδοτικά δικαιώματα, υγειονομική περίθαλψη). Ωστόσο, τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια για τη ρύθμιση των ασφαλιστικών τους συστημάτων, με αποτέλεσμα σήμερα να υφίστανται 28 διαφορετικά συστήματα παρά τις κοινές αξίες και τους στόχους της ΕΕ. Σε διεθνές επίπεδο, στο πλαίσιο του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ΔΟΕ) εκπονήθηκε η Διεθνής Σύμβαση Εργασίας (ΔΣΕ) 102 του 1952, που έχει πλέον κυρωθεί με το ν. 3251/1955 και είναι δεσμευτικής και άμεσης εφαρμογής. Η Σύμβαση αυτή προσπαθεί να προσδιορίσει τα ελάχιστα όρια της κοινωνικής ασφάλισης. Υπάρχουν πολλά ακόμη συμβατικά κείμενα (π.χ. το Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα του 1966 που κυρώθηκε με το ν.1532/1985), που όχι μόνο καθιερώνουν το δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης, αλλά και επιτελούν την επέκταση της στο σύνολο του πληθυσμού.

Το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση καταλαμβάνει τους Έλληνες πολίτες, αλλά και τους αλλοδαπούς που διαμένουν νόμιμα στη χώρα και εργάζονται. Ένας προβληματισμός αναδύεται σχετικά με την ασφάλιση των αλλοδαπών που παρείχαν εργασία, ενώ εισήλθαν και διέμεναν παράνομα στη χώρα. Σύμφωνα με τη θεωρία, στην περίπτωση αυτή θα παρέχεται κανονικά η κοινωνική ασφάλιση, καθώς αυτή αναφέρεται στην πραγματική άσκηση ασφαλιστέας δραστηριότητας και όχι στο νόμιμο ή μη της εισόδου και διαμονής στη χώρα. Ωστόσο, σε πρακτικό επίπεδο ένας αλλοδαπός που διαμένει παράνομα στη χώρα δεν μπορεί να εργαστεί νόμιμα και άρα να ασφαλιστεί. Σύμφωνα και με το ν.4251/2015 (Κώδικας Μετανάστευσης, Κοινωνικής Ένταξης και άλλες διατάξεις) στο άρθρο 28 ορίζεται ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη και η απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών, εφόσον δεν διαμένουν νόμιμα στη χώρα και η άδεια διαμονής ή η θεώρηση εισόδου (visa) δεν τους δίνει πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Όπως είναι φυσικό προβλέπονται κυρώσεις εις βάρος εργοδότη που παραβιάζει τις διατάξεις αυτές.

Μισθωτοί, δημόσιοι υπάλληλοι και αυτοαπασχολούμενοι, όλοι διατρέχουν τον κίνδυνο να διακοπεί οριστικά ή προσωρινά η σχέση εργασίας ή η επαγγελματική τους απασχόληση, επειδή επήλθε ορισμένος κοινωνικοασφαλιστικός κίνδυνος. Τα ανεπτυγμένα κράτη ακολουθούν, ως επί των πλείστων, τη ΔΣΕ 102 του ΔΟΕ, που κατοχυρώνει ως κοινωνικοασφαλιστικούς κινδύνους τους εξής: το γήρας, την ασθένεια (κοινή και επαγγελματική), την αναπηρία, το ατύχημα (εργατικό, επαγγελματικό και κοινό), το θάνατο, την ανεργία, τη μητρότητα και τα οικογενειακά βάρη.  Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης έχει χαρακτήρα δημόσιο, παρέχεται δηλαδή με παρέμβαση του κράτους, είναι υποχρεωτικό και σε αυτό μετέχουν όλοι οι εργαζόμενοι υποχρεωτικά ανεξαρτήτως επαγγέλματος. Επιπλέον, η χρηματοδότηση των παροχών γίνεται από εισφορές των εργοδοτών και των εργαζομένων. Η εισφορά είναι υποχρεωτική και θεσπίζεται ως μονομερώς επιβαλλόμενη χρηματική υποχρέωση. Επιπροσθέτως, αυτή αποσκοπεί στη χρηματοδότηση μιας δημόσιας υπηρεσίας, επιβάλλεται επί των εισοδημάτων από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, αλλά και δημιουργεί προσδοκία κοινωνικοασφαλιστικής παροχής. Η ασφαλιστική προσδοκία που έχει ο εργαζόμενος προστατεύεται και ως περιουσιακό δικαίωμα βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Οι παροχές της κοινωνικής ασφάλισης τελούν σε σχέση παροχής/αντιπαροχής με βάση και την αρχή της ανταποδοτικότητας. Κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αρχή της ανταποδοτικότητας δεν περιλαμβάνει την απόλυτη αναλογία εισφορών/παροχών. Ανάμεσα στις εισφορές και τις παροχές υπάρχει κατ’ αρχήν αναλογία, ώστε να διατηρείται και μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου το επίπεδο ζωής που ο ασφαλισμένος απέκτησε κατά τον εργασιακό του βίο. Η κάμψη της αρχής της ανταποδοτικότητας γίνεται δεκτή ενόψει της αρχής της αλληλεγγύης. Με βάση την κοινωνική και ασφαλιστική αλληλεγγύη μπορούν να προβλεφθούν ενισχύσεις των ασφαλισμένων που έχουν τις μεγαλύτερες ανάγκες. Ο νομοθέτης δικαιολογείται να θεσπίζει ευμενέστερη μεταχείριση των οικονομικά ασθενέστερων έναντι των οικονομικά ισχυρότερων, επιβαρύνοντας τους οικονομικά ισχυρότερους με μεγαλύτερες εισφορές. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος: «Tο Kράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης».

Πηγή Εικόνας: left.gr

Η δημόσια κοινωνική ασφάλιση μπορεί να πραγματοποιηθεί και μέσω υπηρεσιών οργανωμένων, με τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), με την προϋπόθεση ότι υπάρχει ο απαραίτητος κρατικός έλεγχος και διασφαλίζονται οι αρχές που διέπουν τις δημόσιες υπηρεσίες. Αυτήν την άποψη δεν ασπάζεται το ΣτΕ, που πορεύεται με το οργανικό κριτήριο (απόφαση Ολ 5024/1987) και ταυτίζει την κρατική μέριμνα αποκλειστικά με τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Εν πάση περιπτώσει, η νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ) δέχεται πως οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) μπορούν να είναι και δημόσια και ιδιωτικά νομικά πρόσωπα. Αλλά και ο κοινός νομοθέτης ακολούθησε και αυτός το λειτουργικό κριτήριο, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής με την οποία λειτουργούν οι ΟΚΑ.

Καθώς τα συνταξιοδοτικά συστήματα δέχονται συνεχώς έντονες δημοσιονομικές πιέσεις που οδηγούν σε περικοπές, κλονίζεται όλο και περισσότερο η εμπιστοσύνη των εργαζομένων προς το ασφαλιστικό σύστημα. Ως αποτέλεσμα προέκυψε η ανάγκη για την πρόβλεψη εναλλακτικών επιλογών για τη διασφάλιση ενός επαρκούς εισοδήματος. Οι εργαζόμενοι, λοιπόν, μπορούν επίσης να ασφαλιστούν με την ένταξη τους στα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ). Τα ταμεία αυτά παρέχουν στους ασφαλισμένους επιπρόσθετη επαγγελματική προστασία, πέραν της προαναφερθείσας υποχρεωτικής δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης. Ο κάθε ασφαλισμένος έχει τη διακριτική ευχέρεια, εφόσον το επιθυμεί να υπαχθεί στο εκάστοτε ΤΕΑ, με βάση το επάγγελμά του. Ταυτόχρονα, μια ακόμη προστασία αποτελούν τα ιδιωτικά ασφαλιστήρια ζωής. Πρόκειται για ιδιωτική ασφάλιση που δεν προσιδιάζει με την κοινωνική, καθώς δεν είναι υποχρεωτική και επαφίεται στην αποταμιευτική πρωτοβουλία του κάθε ατόμου. Το κράτος συμμετέχει στις ιδιωτικές ασφαλίσεις μόνο με έμμεσο τρόπο μέσα από φοροαπαλλαγές και δεν μπορεί να πραγματοποιήσει ευρύ κρατικό έλεγχο.

Εν κατακλείδι, οι υπηρεσίες κοινωνικής ασφάλισης πρέπει να παρέχουν στους ασφαλισμένους ένα επίπεδο ζωής, που ομοιάζει με αυτό που είχαν κατά την περίοδο εργασίας τους και όχι απλά ένα «αξιοπρεπές» επίπεδο διαβίωσης. Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης οφείλει να είναι δομημένο με τρόπο που να σέβεται την αρχή της βιωσιμότητας, ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει και στις επόμενες γενεές. Μολονότι τα κονδύλια που παρέχονται για την κοινωνική ασφάλιση αυξομειώνονται ανάλογα με το πολιτικό πλάνο της εκάστοτε κυβέρνησης, θα πρέπει πάντα να υπάρχει ένα σαφές και σεβαστό κατώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Θεμελιώδεις νομολογιακές αρχές περί ασφαλιστικών εισφορών, διαθέσιμο εδώ
  • Θεμελιώδη Δικαιώματα, Σπύρος Βλαχόπουλος, Νομική Βιβλιοθήκη 2017

 

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Δήμητρα Αργυρού, Αρχισυντάκτρια Νομικών Θεμάτων
Γεννήθηκε το 2000 στην Αθήνα και σπουδάζει στο τμήμα νομικής του ΕΚΠΑ .Έχει κλίση προς το διεθνές και το Ενωσιακό δίκαιο, ενώ τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το δίκαιο του διαστήματος. Έχει άριστη γνώση της αγγλικής και τον τελευταίο καιρό ασχολείται με την εκμάθηση της αραβικής. Το καλοκαίρι του 2021 ξεκίνησε τα πρώτα της βήματα στην αρθρογραφία, μέσω του OffLine Post.