25.7 C
Athens
Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου, 2021
ΑρχικήΙστορία1821-2021: 200 Χρόνια Ανεξαρτησίας και ΜνήμηςΗ ναυμαχία της Πάτρας: Η υπεράσπιση της επαναστατικής «σπίθας» των Ελλήνων

Η ναυμαχία της Πάτρας: Η υπεράσπιση της επαναστατικής «σπίθας» των Ελλήνων


Του Δημήτρη Βασιλειάδη,

Η κήρυξη της ελληνικής επανάστασης τον Μάρτιο του 1821 συνοδεύτηκε από μία σειρά νικηφόρων στρατιωτικών επιχειρήσεων. Οι κινήσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την κατάκτηση ορισμένων στρατηγικών τοποθεσιών, με κορυφαία όλων την άλωση της Τριπολιτσάς, τον Σεπτέμβριο του 1821. Ωστόσο, υπήρχαν ορισμένες σημαντικές περιοχές οι οποίες δεν είχαν περιέλθει στα χέρια των επαναστατών, παρά το συνεχές καθεστώς πολιορκίας που βρίσκονταν. Μια από αυτές ήταν και η πόλη της Πάτρας.

Διαθέτοντας ισχυρή φρουρά, η πόλη του Μοριά μπόρεσε να αντέξει την πίεση που ασκούσαν τα αντίπαλα στρατεύματα. Όμως, όπως είναι φυσικό οι δυσκολίες έκαναν την εμφάνισή τους και η ανάγκη ενίσχυσης και ανακούφισης των υφιστάμενων δυνάμεων κρίνονταν επιτακτική. Γι’ αυτό το λόγο ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη σημαντική ναυτική δύναμη προς την πολιορκημένη πόλη. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην τοπική ναυμαχία και η έκβασή της θα αναλυθούν στο παρόν άρθρο.

Ωστόσο, κρίνεται άξια αναφοράς και η πορεία του Οθωμανικού στόλου μέχρι την άφιξή του στην Πάτρα, καθώς υπήρξε από τις πρώτες σημαντικές απόπειρες των Οθωμανών για ενίσχυση των κατασταλτικών δυνάμεων μέσω θαλάσσης. Συγκεκριμένα, ο ενωμένος τουρκοαιγυπτιακός στόλος των πενήντα έξι πλοίων διέσχισε τα στενά του Ελλησπόντου τον Ιανουάριο του 1822. Η επιλογή της διεξαγωγής μιας μεγάλης σε έκταση στρατιωτικής επιχείρησης κατά τους χειμερινούς μήνες δείχνει και τη βαρύτητα που έδινε ο Σουλτάνος στην ενίσχυση της οθωμανικής παρουσίας στην Πελοπόννησο. Αυτό αποδεικνύεται και από τη μεταφορά μιας στρατιωτικής δύναμης τεσσάρων χιλιάδων ανδρών μέσω της ναυτικής μοίρας.

Γκραβούρα του κάστρου της Πάτρας περί το 1829, έργο του William Miller κατά παραγγελία του Hugh W. Williams. Πηγή εικόνας: el.wikipedia.org

Επικεφαλής της ναυτικής δύναμης τέθηκε ο Καρά Μεχμέτ-Πεπέ Αλή Πασάς, ενώ υπό τις διαταγές του βρισκόταν και ο Αιγύπτιος υποναύαρχος Γιβραλτάρ Πασάς. Όπως προαναφέρθηκε ο τελικός προορισμός ήταν η Πάτρα, ωστόσο γενική επιθυμία αποτελούσε και η κατάληψη της Μονεμβασιάς. Όμως, η προσπάθεια εξαγοράς της τοπικής φρουράς απέτυχε κι έτσι, έγιναν γνωστές στην ελληνική διοίκηση οι μελλοντικές στρατιωτικές κινήσεις των Οθωμανών. Λίγες μέρες μετά το πέρασμα από τα Δαρδανέλια ο οθωμανικός στόλος βρισκόταν στα μεσσηνιακά παράλια, ξεκινώντας προσπάθειες ενίσχυσης και ανακατάληψης των τοπικών φρουρίων. Οι πρώτες ενέργειες απέτυχαν, ωστόσο ήταν φανερό ότι η ελληνική πλευρά δεν μπορούσε να παραμείνει άπραγη.

Την κινητοποίηση των επαναστατικών δυνάμεων εμπόδιζε η απροθυμία της ελληνικής διοίκησης να προχωρήσει στη χρηματοδότησή τους. Μπροστά στο ενδεχόμενο οι Οθωμανοί να πραγματοποιήσουν ένα καίριο πλήγμα στις πολύμηνες προσπάθειες των επαναστατών, οι πλούσιοι νησιώτες πλοιοκτήτες πήραν την πρωτοβουλία σχηματισμού στόλου με δικά τους έξοδα. Το σύνολο των εξήντα δύο πλοίων του νεοσύστατου στόλου προερχόταν από τρεις νήσους, την Ύδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρά.

Μόλις οι τρεις ναυτικές μοίρες έφτασαν στα μεσσηνιακά παράλια και απομακρύνθηκαν από αυτά, έλαβαν την πληροφορία ότι ο Οθωμανικός στόλος είχε αγκυροβολήσει στην Πάτρα. Γι’ αυτό το λόγο, στις 15 Φεβρουαρίου, κι ενώ ο επαναστατικός στόλος βρισκόταν μεταξύ Ζακύνθου και Ηλείας, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη μεταξύ των αρχηγών. Εκεί, ο Ανδρέας Μιαούλης πρότεινε επίθεση κατά μέτωπο την στιγμή που θα αντίκριζαν τις οθωμανικές δυνάμεις. Πρόκειται για ένα παράτολμο σχέδιο, το οποίο θα  εφαρμόζονταν για πρώτη φορά από την έναρξη του αγώνα. Παρά το υψηλό ρίσκο οι υπόλοιποι αρχηγοί συμφώνησαν με τον Μιαούλη κι εμπιστεύτηκαν την γενική αρχηγία του στόλου στον Υδραίο ναύαρχο.

Ο Ανδρέας Μιαούλης σε έγχρωμη λιθογραφία του Giovanni Boggi. Πηγή εικόνας wikiwand.com

Τροχοπέδη στην άμεση εφαρμογή του άνωθεν σχεδίου στέκονταν οι σφοδροί άνεμοι που επικρατούσαν στην περιοχή. Γι’ αυτό το λόγο, ο ελληνικός στόλος αναγκάστηκε να κατευθυνθεί προς το Μεσολόγγι, μέχρι να βελτιωθούν οι καιρικές συνθήκες. Εκεί, στις 19 Φεβρουαρίου, ο Μιαούλης πραγματοποίησε μία δεύτερη σύσκεψη στο πλοίο του. Όμως, αυτή τη φορά συμμετείχε το σύνολο των πλοιάρχων. Σ’ αυτούς ανακοινώθηκε το σχέδιο μάχης, το οποίο έγινε αποδεκτό μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού. Ημέρα διεξαγωγής της επίθεσης ορίστηκε η επόμενη της σύσκεψης, καθώς ο Υδραίος ναύαρχος θεωρούσε ότι οι άνεμοι θα είχαν κοπάσει.

Πράγματι, τις πρώτες πρωινές ώρες της 20ης Φεβρουαρίου τα πλοία του επαναστατικού στόλου έβαλαν πλώρη για το λιμάνι της Πάτρας. Ωστόσο, οι καιρικές συνθήκες δεν είχαν βελτιωθεί κάτι το οποίο καθιστούσε την πορεία του στόλου εξαιρετικά δύσκολη. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, οι Οθωμανοί, παρατηρώντας τους σφοδρούς ανέμους, είχαν αγκυροβολήσει στο λιμάνι της Πάτρας, καθώς θεωρούσαν αδύνατη την προσέγγισή τους από τον αντίπαλο στόλο. Η πεποίθησή τους ενισχύονταν λόγω του μεγέθους των ελληνικών πλοίων. Οι μικρές τους διαστάσεις καθιστούσαν δυσκολότερη την πλεύση σε τέτοιες καιρικές συνθήκες.

Προς μεγάλη τους έκπληξη, λοιπόν, αντίκρισαν τα πρώτα ελληνικά πλεούμενα να πλησιάζουν το λιμάνι. Ακολούθησε μεγάλη αναταραχή στην προσπάθεια των Οθωμανών να οδηγήσουν το στόλο τους εκτός λιμένα. Ωστόσο, τα βραδυκίνητα πλοία του οθωμανικού στόλου δυσχέραιναν τις προαναφερθείσες προσπάθειες. Ο χρόνος περνούσε και η παρουσία του επαναστατικού στόλου στο λιμάνι της Πάτρας γινόταν εντονότερη με τις ευκαιρίες των αντιπάλων για αναίμακτη διαφυγή στα ανοιχτά να μειώνονται δραματικά.

Η Ναυμαχία του Ρίου-Αντιρρίου, έργο του ζωγράφου Ιωάννη Αλταμούρα (1874), Συλλογή έργων του Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη. Πηγή εικόνας: history1821.wordpress.com

Η ναυμαχία που ακολούθησε είχε διάρκεια έξι ωρών. Ο οθωμανικός στόλος υπέστη σοβαρές ζημιές με μία φρεγάτα, μάλιστα, να κινδυνεύει με βύθιση. Η αδυναμία, όμως, του επαναστατικού στόλου να φτάσει στο σύνολό του στο λιμάνι της Πάτρας έδωσε την ευκαιρία στους αντιπάλους να διαφύγουν. Ακολούθησε καταδίωξη μέχρι το υπό αγγλικής κατοχής νησί της Ζακύνθου. Εκεί, οι Άγγλοι απαγόρευσαν ρητά τη συνέχιση των εχθροπραξιών και διαμήνυσαν στον ελληνικό στόλο ότι θα γίνονταν δεκτά μόνο τα οθωμανικά πλοία, προκειμένου να επισκευαστούν οι φθορές που είχαν υποστεί.

Η επικράτηση των επαναστατών στη συγκεκριμένη ναυμαχία είχε διπλή σημασία. Πρώτα απ’ όλα, αποσοβήθηκε ένας σημαντικός κίνδυνος, ο οποίος έπλεε απειλητικά γύρω από τα πελοποννησιακά παράλια. Επιπλέον, αποδείχθηκε η ναυτική ανωτερότητα των επαναστατών έναντι των Οθωμανών και αναδείχθηκε η ικανότητα των πρώτων να αντιμετωπίζουν τους αντιπάλους τους και σε μετωπικές συγκρούσεις. Έτσι, η συγκεκριμένη ναυμαχία αποτέλεσε τον οδηγό για ανάλογες μελλοντικές συγκρούσεις.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Κόκκινος, Α. Διονύσιος (1974) Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Β΄, 6η έκδοση, Αθήνα: Εκδ. Μέλισσα
  • Τρικούπης, Σπυρίδων (1853) Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Β΄, 2η έκδοση, Λονδίνο: Εκ της εν τη Αυλή του Ερυθρού Λέοντος Τυπογραφίας Ταϋλόρου και Φραγκίσκου
  • Στασινόπουλος, Χρήστος Α. (1979) Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 (Ν-Ω), Αθήνα: Εκδ. Δεδεμάδη, ειδ. έκδοση για την εφημερίδα Το Βήμα

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Δημήτρης Βασιλειάδης, Β' Αρχισυντάκτης Ιστορίας
Γεννήθηκε το 2001 στη Θεσσαλονίκη. Βρίσκεται στο δεύτερο έτος των σπουδών του στη σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Συμμετέχει σε συνέδρια και σεμινάρια που αφορούν το αντικείμενο σπουδών του. Ενδιαφέρεται για τη μελέτη της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και την εξωτερική πολιτική των κρατών σε αυτά τα χρόνια.