16.9 C
Athens
Τρίτη, 26 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΝομικά Θέματα«Το άλλως δύνασθαι πράττειν»: Η αδυναμία αποφυγής τέλεσης του εγκλήματος

«Το άλλως δύνασθαι πράττειν»: Η αδυναμία αποφυγής τέλεσης του εγκλήματος


Της Ευαγγελίας Κουκουμτζή,

«Έγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή σε εκείνον που την τέλεσε, η οποία τιμωρείται από το νόμο», όπως ορίζει το άρθρο 14 του Ποινικού μας Κώδικα. Για να κατανοήσουμε το μηχανισμό της εγκληματικής πράξης και κατ’ επέκταση τον ποινικό κολασμό της από την έννομη τάξη, είναι απαραίτητο να ορίσουμε αρχικά τα στοιχεία της.

Πράξη είναι η εξωτερίκευση της εσωτερικής βούλησης του δράστη, η οποία έγκειται σε ενέργεια ή παράλειψη του τελευταίου να δράσει με έναν ορισμένο τρόπο, με σκοπό να επιτύχει το εγκληματικό αποτέλεσμα που έχει στο νου του. Αποτελεί το πρώτο στοιχείο της έννοιας του εγκλήματος, ωστόσο η πράξη αυτή καθαυτή, ως συστατικό στοιχείο του εγκλήματος, δεν αρκεί προκειμένου να θεμελιωθεί ως τέτοιο και να κριθεί άξιο ποινικού κολασμού.

Περαιτέρω, απαιτείται, με βάση όσα ορίζει ο ποινικός νομοθέτης, αυτή η πράξη να είναι άδικη και καταλογιστή. Όσον αφορά τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, που αποτελεί το δεύτερο στοιχείο της εννοιολογικής προσέγγισης του εγκλήματος, αυτή χρειάζεται να είναι, όχι μόνο αρχικά, αλλά και τελικά άδικη. Ως αρχικά άδικη χαρακτηρίζουμε μια πράξη, εφόσον πληροί τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, όπως αυτά ορίζονται στο νόμο. Επιπλέον, ως τελικά άδικη χαρακτηρίζουμε μια πράξη, εφόσον ελλείπουν οι λόγοι εκείνοι που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της, οι οποίοι, όταν συντρέχουν, δικαιολογούν στη συγκεκριμένη περίπτωση την προσβολή ίδιου ή ξένου εννόμου αγαθού.

Τρίτο στοιχείο της εγκληματικής πράξης είναι ο καταλογισμός του δράστη και ερευνάται μόνο εάν η πράξη χαρακτηριστεί ως τελικά άδικη. Ο καταλογισμός έχει ως απόρροια την αποδοκιμασία του δράστη από την έννομη τάξη για την πράξη που τέλεσε και, πιο συγκεκριμένα, την επιβολή σε αυτόν ποινής ως ένδειξη συμμόρφωσής του προς το δίκαιο, αλλά και ως μέσο παραδειγματισμού για τους υπόλοιπους κοινωνούς του δικαίου, ώστε να μην προβούν στην τέλεση παρόμοιας πράξης.

Πηγή Εικόνας: uttarpradesh.org

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να χαρακτηριστεί μια πράξη ως καταλογιστή είναι οι ακόλουθες:

  1. Ικανότητα προς καταλογισμό (βιολογικό στοιχείο): Η ικανότητα προς καταλογισμό είναι η ικανότητα του δράστη να έχει αντίληψη -κάθε φορά- του δικαίου ή αδίκου της συμπεριφοράς του και να δρα με βάση την αντίληψη αυτή. Αυτή μπορεί να ελλείπει εντελώς από το πρόσωπο του δράστη κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, εξαιτίας ψυχικών ή διανοητικών διαταραχών ή της ανηλικότητάς του, γεγονός που τον καθιστά «αδύναμο» να πράξει διαφορετικά (άρθρο 34 ΠΚ, άρθρο 126 παρ.1 ΠΚ) με συνέπεια η πράξη να μην του καταλογίζεται. Ενώ ενδέχεται η ικανότητα αυτή να υπάρχει κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης μεν, να έχει μειωθεί σημαντικά δε στο πρόσωπο του δράστη της, με αποτέλεσμα να επιβάλλεται ποινή μειωμένη (άρθρο 36 ΠΚ, άρθρο 83 ΠΚ).
  2. Υπαιτιότητα (ψυχολογικό στοιχείο): Η υπαιτιότητα είναι η ψυχολογική σύνδεση του δράστη με την εγκληματική πράξη που τελεί και η οποία αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη. Οι μορφές υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια.
  3. Δυνατότητα του δράστη να πράξει διαφορετικά από τον τρόπο που έπραξε (δεοντολογικό στοιχείο): Εκτός από την συνδρομή της ικανότητας προς καταλογισμό και της υπαιτιότητας του δράστη, για να επιβληθεί σε αυτόν ποινή, πρέπει να διαπιστωθεί ποια ήταν η ανθρωπίνως δυνατή συμπεριφορά του με βάση το δίκαιο. Είναι αναγκαία, δηλαδή, η διαπίστωση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν λόγοι που παρεμποδίζουν τη συμμόρφωση προς το δικαϊκό σύστημα.

Τέτοιοι λόγοι που καθιστούν αδύναμο τον δράστη να αποφύγει την τέλεση της εγκληματικής πράξης είναι οι εξής:

α) αδυναμία αντίληψης του άδικου χαρακτήρα της πράξης του,

β) αδυναμία διαμόρφωσης βούλησης με βάση τον κανόνα που επιτάσσει το δίκαιο εξαιτίας της πίεσης που ασκούν οι περιστάσεις.

Στην πρώτη περίπτωση, ο καταλογισμός αποκλείεται λόγω διανοητικής αδυναμίας να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του (πλάνη περί το άδικο άρθρο 31 παρ.2.εδ.α’ ΠΚ, ανικανότητα αντίληψης αδίκου λόγω ψυχικών ή διανοητικών διαταραχών άρθρο 34 ΠΚ).

Στη δεύτερη περίπτωση, ο καταλογισμός αποκλείεται λόγω βουλητικής αδυναμίας. Ειδικότερα, ο δράστης είναι ανίκανος να διαμορφώσει τη βούληση που θα τον απέτρεπε από την τέλεση του εγκλήματος.

Οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα που καθιερώνουν τέτοιους λόγους συγνώμης του δράστη είναι: η ικανότητα για συμμόρφωση προς την περί αδίκου αντίληψη (άρθρο 34), η κατάσταση ανάγκης που αίρει τον καταλογισμό (άρθρο 32), η αδυναμία αποφυγής του άδικου χαρακτήρα της πράξης, λόγω ανυπέρβλητου διλλήματος ή σύγκρουσης καθηκόντων (άρθρο 33), η υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου της άμυνας λόγω φόβου ή ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση (άρθρο 23 εδ.β’ ΠΚ), η υπέρβαση των ορίων της κατάστασης ανάγκης λόγω φόβου ή ταραχής (άρθρο 25 παρ. 3 ΠΚ ή άρθρο 32 παρ.2 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 23 εδ. β’ ΠΚ).

Πηγή Εικόνας: medium.com

Υπάρχουν, όμως, και περιπτώσεις πέραν του θετού δικαίου, στις οποίες ο δράστης δεν είχε τη δυνατότητα να πράξει άλλως με συνέπεια να αποκλείεται κατ’ εξαίρεση ο καταλογισμός του.

Τέτοιες περιπτώσεις είναι:

α) η πλύση εγκεφάλου του δράστη: Ως πλύση εγκεφάλου (brainwashing) θα μπορούσαμε να ορίσουμε την εφαρμογή φυσικών και ψυχολογικών τεχνικών για παρατεταμένη χρονική περίοδο που οδηγούν στον ενστερνισμό των πεποιθήσεων αυτού που εξαναγκάζει. Με τη συμπεριφορά αυτή, ο δράστης θεωρεί ως φυσικά επιβεβλημένη την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως φυσική απόρροια της βούλησής του, η οποία τελεί σε σχέση χειραγώγησης με την επιβολή των πεποιθήσεων του εξαναναγκάζοντος. Ο Χ. Μυλωνόπουλος δέχεται ότι στην περίπτωση πλύσης εγκεφάλου, εάν ο δράστης είναι έρμαιο μακροχρόνιου και δραστικού ψυχολογικού καταναγκασμού, είναι αδύνατο να πράξει διαφορετικά με βάση την ελευθερία της βούλησής του, καθώς η χειραγώγηση έχει επιδράσει βαθιά τον ψυχισμό του και τις αντιλήψεις του περί αδίκου και, επομένως, κρίνεται μάταιο να τιμωρηθεί από την έννομη τάξη.

β) ο εγκληματογόνος κοινωνικός περίγυρος: Ο κοινωνικός περίγυρος ενός ανθρώπου αδιαμφισβήτητα έχει σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Από μικρή ηλικία όλοι δεχόμαστε εξωτερικά ερεθίσματα, με σκοπό να συμπεριφερόμαστε με έναν ορισμένο τρόπο και να υπακούμε σε κανόνες, προκειμένου να συμβιώνουμε αρμονικά. Συνεπώς, ένα πρόσωπο που ζει και μεγαλώνει σε εγκληματογόνο περιβάλλον ταυτίζεται με τέτοιες συμπεριφορές, επειδή τις θεωρεί κοινωνικά αποδεκτές. Έτσι, ο μακροχρόνιος καταναγκασμός στο έγκλημα είναι τόσο δραστικός, ώστε προκαλείται εθισμός του δράστη στην τέλεση εγκληματικών ενεργειών, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η συμμόρφωσή του προς το δίκαιο.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Άλκης Καραγιαννόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Αθήνα, 2021
  • Χρίστος Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος,  Π.Ν Σάκκουλας, 2020

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ευαγγελία Κουκουμτζή, Υπεύθυνη Διόρθωσης
Γεννημένη το 1999 στην Καρδίτσα. Σπουδάζει στο Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατέχει γνώσεις αγγλικών και γαλλικών καθώς και γνώσεις χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών. Στα ενδιαφέροντα της συμπεριλαμβάνονται η ανάγνωση βιβλίων, η ζωγραφική και η ενασχόληση με τη γυμναστική. Πιστεύει ακράδαντα όπως ειπώθηκε από τον Σενέκα ότι: «Η αντιξοότητα είναι ευκαιρία αρετής».