17 C
Athens
Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΕυρώπηΜια αναδρομή στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος (Μέρος Α’)

Μια αναδρομή στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού Ζητήματος (Μέρος Α’)


Της Ιωάννας Χατζηαντωνίου,

Το Κυπριακό ζήτημα αποτελεί ιστορικά ένα από τα πιο περίπλοκα και πολυτάραχα προβλήματα που έχουν ανέλθει στο διεθνές προσκήνιο. Η διαδρομή του με το πέρας των δεκαετιών έχει υπάρξει ιδιαίτερα ταραχώδης και διαρκώς φαίνεται να δημιουργούνται νέα κωλύματα στις προσπάθειες συμβιβασμού και επίλυσής του.

Εν αρχή ην… αποικία

Η παρούσα αναδρομή ξεκινάει τη δεκαετία του 1950, όπου η διεθνής σκηνή διαμορφώνει το μεταπολεμικό χαρακτήρα της. Ο ΟΗΕ, ως ένας νέος πυλώνας συνεργασίας και οργάνωσης των κρατών, έθεσε το πρώτο βήμα στη διαδικασία της αποαποικιοποίησης και ανεξαρτησίας των κρατών με το πρώτο, κατά σειρά, ψήφισμα όσον αφορά το δικαίωμα των λαών και των εθνών στην ελευθερία τους. Η διαδικασία αυτή κύλησε ομαλά για όσες αποικίες «ακολούθησαν» το ρεύμα των εξελίξεων. Η ελληνική κυβέρνηση της εποχής, όμως, αδυνάτησε να διαγνώσει κατάλληλα την κατάσταση και να προβλέψει την εξέλιξή της και γι’ αυτό επέλεξε μια διαφορετική διπλωματική οδό.

Με το δημοψήφισμα του Ιανουαρίου του 1950, ο ελληνοκυπριακός πληθυσμός εξέφρασε ένθερμα την επιθυμία του για τη λήξη της βρετανικής αποικιοκρατίας και την ένωση με την Ελλάδα, κινητοποιώντας έτσι τη διαδικασία ανεξαρτητοποίησης της νήσου. Από την άλλη, βέβαια, η τουρκοκυπριακή μειονότητα (που αποτελούσε μια ευάριθμη κοινότητα για την εποχή) επιθυμούσε τον χωρισμό σε δύο ανεξάρτητα κράτη. Εδώ φάνηκε για πρώτη φορά ευδιάκριτα το πρόβλημα της ανεξαρτησίας σε σχέση με την αυτοδιάθεση, καθώς στην Κύπρο διαβιούσε σύσσωμος ένας πληθυσμός που επιθυμούσε την ανεξαρτησία του από τον βρετανικό ζυγό, αλλά διακρινόταν σε δύο κοινότητες -δύο λαούς- που είχαν εκ διαμέτρου αντίθετες προτιμήσεις σε ότι αφορούσε την μετά ανεξαρτησίας εποχή.

Πηγή εικόνας: reporter.com.cy

Εν συνεχεία, το 1954 το κυπριακό ζήτημα τέθηκε στο πλαίσιο του ΟΗΕ και την επόμενη χρονιά ξεκίνησαν τριμερείς συνδιασκέψεις μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας. Η τελευταία απέρριψε τα προαναφερθέντα αιτήματα και των δύο πληθυσμιακών ομάδων και έθεσε τις βάσεις για τη δημιουργία ενός ιδιαίτερου τύπου δημοκρατίας – γνωστού ως «συναινετική δημοκρατία». Το μοντέλο του κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας στηρίχθηκε στο δικοινοτισμό (κοινότητες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων) που εφαρμοζόταν τόσο στην εσωτερική οργάνωση και το μοίρασμα των εξουσιών αλλά και την διαχείριση της κυριαρχίας. Η ελληνοκυπριακή κοινότητα, ούσα πολυπληθέστερη της τουρκοκυπριακής, είχε ένα προβάδισμα στην κυριαρχία, ωστόσο, το μοντέλο φρόντιζε ώστε οι Τουρκοκύπριοι να μην παραμείνουν έρμαια της εξουσίας των πρώτων.

Κυπριακή Δημοκρατία: Μοντέλο 1

Το 1960, πέρα από τη γενικότερη λήξη της αποαποικιοκρατίας, συνίσταται και επίσημα η Κυπριακή Δημοκρατία με το Σύνταγμά της να βασίζεται στις διεθνείς συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου του 1959. Σύμφωνα με αυτό, οι δύο κοινότητες συμμετέχουν σε ίσο βαθμό στην άσκηση εξουσίας βάσει κάποιων ρυθμίσεων που θα δούμε στην πορεία. Στην κεφαλή του κράτους βρίσκεται ένας Ελληνοκύπριος Πρόεδρος κι ένας Τουρκοκύπριος Αντιπρόεδρος, εκφράζοντας ήδη από το πρώτο τμήμα της εκτελεστικής εξουσίας την εξισορρόπηση των εξουσιών μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Κάθε κοινότητα εκλέγει διακριτά τα όργανα της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας, με την αναλογία να ανέρχεται στο ένα προς τρία. Από τη δυαρχική ηγεσία του κράτους διορίζεται το Υπουργικό Συμβούλιο απαρτιζόμενο από επτά Ελληνοκύπριους και τρεις Τουρκοκύπριους Υπουργούς. Αξιοσημείωτη είναι η ρύθμιση του δικαιώματος αρνησικυρίας (veto) για τους Τουρκοκύπριους Υπουργούς, σε μια προσπάθεια να «φτάσουν» το προβάδισμα που έχει η ελληνοκυπριακή πλευρά λόγω της πληθυσμιακής της υπερίσχυσης. Αντίστοιχο δικαίωμα veto επικρατεί και στη νομοθετική εξουσία.

Το μοντέλο της Κυπριακής Δημοκρατίας πετύχαινε τον βασικότερο στόχο, ο οποίος ήταν η αποτίναξη του βρετανικού ζυγού. Βέβαια, όπως αποδείχθηκε από την πορεία των γεγονότων, αυτή μπορούσε να επιτευχθεί πολύ ευκολότερα -και μάλιστα περισσότερο στα μέτρα των προτιμήσεων των Ελληνοκυπρίων- αν είχαν ακολουθήσει τη γενικότερη διεθνή τάση και εντάσσονταν, εν τέλει, στο καθεστώς που έθετε το Ψήφισμα Ο.Η.Ε 1514 του 1960. Δυστυχώς, όμως, ορισμένες λανθασμένες επιλογές και η εσφαλμένη διάγνωση του ζητήματος, οδήγησαν στην ιδιόμορφη Κυπριακή Δημοκρατία. Η ανεξαρτησία προέκυπτε από τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου και, συνεπώς, και η γενικότερη αυτοδιάθεση (η οποία δεν εκχωρείται ξεχωριστά σε κάθε κοινότητα). Όμως, εσωτερικά η κυριαρχία διαμοιραζόταν σε δύο κοινότητες. Η ισόρροπη συμμετοχή και η μικρή ώθηση της τουρκοκυπριακής πλευράς -με το veto- αποτελούσαν τα σημεία-κλειδιά. Το αποτέλεσμα ήταν το καλύτερο δυνατό και κάλυπτε τις βασικότερες ανάγκες ισονομίας και ίσης κυριαρχίας στο εσωτερικό, αλλά δεν ικανοποιούσε πλήρως καμία από τις δύο κοινότητες, καθιστώντας το μια «απρόθυμη, αλλά αναγκαστική θεσμική συνεργασία», όπως αναφέρει ο καθηγητής κ. Πέτρος Λιάκουρας.

Μια ιδιαίτερα σημαντική ρύθμιση του Συντάγματος έμελλε το 1963 να αποτελέσει σταθμό-διατάραξη της πορείας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πιο συγκεκριμένα, αναφορά γίνεται στο άρθρο 181, το οποίο προβλέπει πως οι διατάξεις που ενσωματώνονται στο Σύνταγμα από τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου είναι μη αναθεωρητέες. Το 1963, ο Πρόεδρος Μακάριος υπέβαλλε πρόταση αναθεώρησης ορισμένων διατάξεων του Συντάγματος του 1960. Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι διατάξεις που προτάθηκαν προς αναθεώρηση ήταν κατά κόρον ευνοϊκές για την τουρκοκυπριακή κοινότητα, γεγονός που οδήγησε στην ακαριαία αντίδρασή της να αποχωρήσει από τους θεσμούς συγκυβέρνησης με την ελληνοκυπριακή κοινότητα και να απομονωθεί κατ’ επιλογήν.

Πηγή εικόνας: skai.gr

Οι Τουρκοκύπριοι εξέλαβαν την ιδέα πως οι Ελληνοκύπριοι, και δη ο Μακάριος, δεν συμβιβάστηκαν ουσιαστικά ποτέ με την κατάστασή τους και θα επεδίωκαν τη συναίνεση στην ανεξαρτησία με απώτερο στόχο να αναθεωρήσουν πλήρως τις συμφωνίες, όταν θα κατέχουν τα ηνία σύσσωμης της χώρας. Φυσικά, οι ίδιοι σκόπευαν να προασπιστούν τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματά τους, παρά τις όποιες εξελίξεις της κατάστασης ή βλέψεις των Ελληνοκυπρίων για βελτίωση του δικοινοτικού συστήματος. Αυτή η τουρκοκυπριακή αντίδραση αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια απόσχισης με μια αρκετά περίπλοκη μορφή. Οι Τουρκοκύπριοι δημιούργησαν θύλακες, όπου και απομονώθηκαν οικειοθελώς ακολουθώντας δική τους οργάνωση και διοίκηση και αρνούμενοι κάθε ελληνοκυπριακή δύναμη και εξουσία. Χαρακτηριστικά, μάλιστα, είναι τα «αιματηρά Χριστούγεννα» του 1963, όταν εντάσεις προέκυψαν μετά την άρνηση Τουρκοκυπρίων να υποβληθούν σε έλεγχο από Ελληνοκύπριους αστυνομικούς.

Η εμπλοκή των διεθνών δρώντων

Ένα χρόνο αργότερα και με την ιδιόμορφη και τεταμένη αυτή συμβίωση να μην οδηγεί σε κάποια εποικοδομητική αλλαγή, ο ΟΗΕ παρενέβη με την αποστολή κυανόκρανων στο νησί και τη χάραξη της «πράσινης γραμμής» που μέχρι και σήμερα χωρίζει τη Λευκωσία στα δυο. Για δέκα χρόνια, μέχρι δηλαδή τις αιματηρές αποβάσεις των Τούρκων στο νησί, ο ΟΗΕ είχε τον πρώτο λόγο στην κρίση του ελληνοκυπριακώς κυβερνωμένου νησιού και επιχειρούσε μέσω μεσολαβήσεων να επιλύσει την κρίση με το βέλτιστο δυνατό τρόπο, που για εκείνη την περίοδο θεωρούνταν η παραχώρηση καθεστώτος αυτοδιοίκησης στην τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Πηγή εικόνας: sansimera.gr

Παράλληλα με τον ΟΗΕ ενεπλάκησαν και οι Η.Π.Α. στο μεσολαβητικό εγχείρημα με απεσταλμένο τον Υπ. Εξ. επί Lyndon Johnson, Dean Acheson. Ο Acheson πρότεινε ένα σχέδιο (για την ακρίβεια δύο παραλλαγμένες εκδοχές) επίλυσης της κρίσης, το οποίο περιελάμβανε την «εξαγορά» της τουρκικής πλευράς με εδαφικά ανταλλάγματα, το νησί του Καστελόριζου με πλήρη κυριαρχία, την περιφέρεια της Καρπασίας με την μορφή πεντηκονταετούς μίσθωσης, αλλά και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της τουρκοκυπριακής κοινότητας για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το σχέδιο αυτό απορρίφθηκε από την ελληνοκυπριακή πλευρά ως ένα βήμα που οδηγούσε σε μια τρόπον τινά «διχοτόμηση» της νήσου – καθώς στην Καρπασία διέμενε μεγάλο ποσοστό Ελληνοκυπρίων και αποτελούσε το 11% της εδαφικής έκτασης της νήσου. Βέβαια, οι Ελληνοκύπριοι με το συγκεκριμένο σχέδιο αντιλαμβάνονταν πως θα έπρεπε να «απαρνηθούν» την νεοαποκτηθείσα ανεξαρτησία τους. 

Για τα επόμενα δέκα χρόνια o ΟΗΕ προσπαθούσε να διατηρήσει τη σταθερότητα της κατάστασης, αλλά παράλληλα να επιλύσει και το ζήτημα. Δυστυχώς, οι συγκυρίες πρόλαβαν τα πλάνα του ΟΗΕ. Η Τουρκία εκμεταλλευόμενη το ελληνικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου (Ιούλιος 1974) και επικαλούμενη το, κατά πολλούς αμφισβητούμενο, άρθρο 4 -το οποίο αφορούσε το δικαίωμα των τεσσάρων συμβαλλομένων να λάβουν δράση, αν υπήρχε κάποια έκρυθμη εξέλιξη που επηρέαζε το status quo του κράτους, όπως περιγραφόταν στη συνθήκη- εισέβαλε στο νησί. Η πρώτη αυτή «εισβολή» προκάλεσε τη de facto διαίρεση του νησιού, αν και η διεθνής κοινότητα -πλην της Ελλάδος- δεν την αναγνώρισε αρχικά ως μια τέτοια, αλλά ως μια επέμβαση. Λίγες βδομάδες αργότερα, μια δεύτερη τουρκική εισβολή, γνωστή ως Αττίλας 2 οδήγησε σε ένα νησί ολότελα διχοτομημένο με τους Τούρκους να κατέχουν το 36,7% της νήσου, πολλούς αγνοούμενους, νεκρούς και κατεστραμμένα σπίτια. Βέβαια, μετά από βαθύτερη ανάλυση και από ακαδημαϊκούς του κλάδου, το ζήτημα κατέστη εισβολή, η οποία όχι μόνο παραβιάζει τις διατάξεις των συνθηκών του 1959, αλλά αντιτίθεται και στις διατάξεις αναγκαστικής μορφής (jus cogens) του διεθνούς δικαίου.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Πέτρος Λιάκουρας, Το Κυπριακό Από τη Ζυρίχη στη Λουκέρνη, ΣΙΔΕΡΗΣ 2007

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ιωάννα Χατζηαντωνίου, Διευθύντρια Επικοινωνίας
Γεννημένη στη συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη το 1999, μετακόμισε στην πρωτεύουσα για σπουδές στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Όνειρο της είναι να αλλάξει κάτι μικρό στον κόσμο δίνοντας το παρόν όπου και όπως μπορεί. Κυνηγάει τα ταξίδια γιατί πιστεύει πως πρέπει να δεις τον κόσμο και μάλιστα με πολλά διαφορετικά μάτια. Λατρεύει την ποίηση, τα βιβλία και έχει πίστη στη δύναμη των λέξεων σε όποια γλώσσα και αν είναι αυτές, εξ ου και η εκμάθηση ξένων γλωσσών ως χόμπι.