4.2 C
Athens
Κυριακή, 17 Ιανουαρίου, 2021
Αρχική Ραντάρ Αναπτυσσόμενων Χωρών Τσαντ: Μία στάσιμη οικονομία στη «νεκρή καρδιά της Αφρικής»

Τσαντ: Μία στάσιμη οικονομία στη «νεκρή καρδιά της Αφρικής»


Της Ερωφίλης Σμυρνιωτάκη,

Η Δημοκρατία του Τσαντ ή Τσαντ είναι μία περίκλειστη χώρα της Κεντρικής Αφρικής, η οποία συνορεύει με τη Λιβύη, το Σουδάν, την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, το Καμερούν, τη Νιγηρία και τον Νίγηρα. Ο πληθυσμός της υπολογίζεται περίπου στα 16 εκατομμύρια για το 2020, οι οποίοι είναι άνισα κατανεμημένοι στην έκταση της χώρας, καθώς αυτή χωρίζεται σε τρεις κλιματικές ζώνες: έρημος στα βόρεια, στέπα στο κέντρο και στα νότια υπάρχει η εύφορη σουδανική ζώνη, όπου βρίσκεται και η λίμνη Τσαντ, από την οποία πήρε και το όνομά της η χώρα. Είναι λογικό, λοιπόν, το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων να συγκεντρώνεται στις περιοχές που έχουν ευνοϊκότερο κλίμα.

Το Τσαντ είναι μέλος της Οικονομικής και Νομισματικής Κοινότητας της Κεντρικής Αφρικής (Communauté Économique et Monétaire de l’Afrique Centrale – CEMAC), της Τράπεζας των Κεντρικών Αφρικανικών Κρατών (Banque des États de l’Afrique Centrale – BEAC), της Τελωνειακής και Οικονομικής Ένωσης της Κεντρικής Αφρικής (Customs and Economic Union of Central Africa – UDEAC) και του Οργανισμού για την Εναρμόνιση του Εμπορικού Δικαίου (Organization for the Harmonization of Business Law in Africa – OHADA). Το νόμισμά του είναι το Φράγκο CFA Κεντρικής Αφρικής (XAF, 1XAF=0.0019), το οποίο τυπώνεται από τη BEAC και χρησιμοποιείται σε άλλα 5 κράτη. Η χώρα είναι επίσης μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, της Αφρικανικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, των G-77, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και άλλων οργανισμών. Το Τσαντ διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Γαλλία, η οποία έχει εγκαταστήσει στρατιωτικές δυνάμεις στην πρωτεύουσα, N’Djamena.

Οι επίσημες γλώσσες της χώρας είναι τα αραβικά (με την τοπική εκδοχή της γλώσσας να αποτελεί lingua franca) και τα γαλλικά, καθώς η χώρα ήταν μέρος των αφρικανικών αποικιών της Γαλλίας έως το 1960, όμως ομιλούνται περισσότερες από 100 γλώσσες και διάλεκτοι. Μετά από τρεις δεκαετίες εμφύλιων, εχθροπραξιών, πραξικοπημάτων και εισβολών από τη γειτονική Λιβύη, αποκαταστάθηκε η ειρήνη το 1990 με τη σύνταξη ενός δημοκρατικού Συντάγματος, όταν ο Idriss Déby ανέτρεψε, με τη βοήθεια των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών, το βίαιο καθεστώς του Hissène Habré. Την αλλαγή κυβέρνησης ακολούθησαν πολυάριθμες εξεγέρσεις από επαναστατικές ομάδες. Το 2006 η χώρα τέθηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης μετά από διαρκείς συγκρούσεις στις περιοχές που συνόρευαν με την περιοχή Darfur στο Σουδάν. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέλαβαν το 2007 να επέμβουν στην περιοχή, όπου και απέστειλαν ομάδες τα επόμενα χρόνια, ως και το 2010, με στόχο τη διατήρηση της ειρήνης και την προστασία των προσφύγων. Διάφορες διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις, μεταξύ των οποίων και ο Ερυθρός Σταυρός, αναγκάστηκαν να διακόψουν τις δράσεις τους από την περιοχή λόγω του θανάσιμου κινδύνου για το προσωπικό τους κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Ο Déby είναι ακόμα Πρόεδρος της χώρας, καθώς επανεξελέγη με 59,92% στις τελευταίες εκλογές του 2016 με το Πατριωτικό Κίνημα Σωτηρίας. Από τις 200, περίπου, εθνοτικές ομάδες που απαρτίζουν τον πληθυσμό του Τσαντ, οι Zaghawa έχουν την τιμητική τους, καθώς μέλη τους βρίσκονται σε καίριες θέσεις στο πλευρό του Déby, ο οποίος έχει κατά καιρούς κατηγορηθεί για προνομιακή αντιμετώπιση ορισμένων φυλών. Βέβαια, η πολιτική σταθερότητα του Τσαντ είναι μάλλον αμφισβητήσιμη, καθώς συνεχίζουν να υπάρχουν εντάσεις στον κοινωνικό ιστό, ιδιαίτερα μεταξύ του μουσουλμανικού βορρά και του χριστιανικού και ανιμιστικού νότου, ενώ η χώρα εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία βρίσκεται σε σύγκρουση με αντάρτικες ομάδες στον βορρά και ένοπλες ισλαμιστικές-τζιχαντιστικές ομάδες, όπως η Boko Haram, στις περιοχές γύρω από τη λίμνη Τσαντ. Για την αντιμετώπιση των ομάδων αυτών βρίσκεται σε συνεργασία με γειτονικές χώρες αλλά και τη Γαλλία.

Παράλληλα, η κυβέρνηση Déby κατηγορείται για την «εξόντωση» όσων την επικρίνουν. Το 2013, αξιωματικοί του στρατού και ένας βουλευτής της αντιπολίτευσης συνελήφθησαν με την κατηγορία της απόπειρας πραξικοπήματος, κανάλια έχουν κατά καιρούς δει τη λειτουργία τους να περιορίζεται, ενώ και η ίδια η Διεθνής Αμνηστία κατηγόρησε την κυβέρνηση πως συλλαμβάνει και δολοφονεί άτομα που ασκούν κριτική. Επιπλέον, ο δείκτης διαφθοράς του Transparency International τοποθετεί το Τσαντ στις 20 πιο διεφθαρμένες χώρες του κόσμου, με βαθμολογία 20/100, με το 0 να αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο δυνατό επίπεδο διαφθοράς στον δείκτη. Ωστόσο, εξαιτίας των διασπασμένων αντιπολιτευτικών δυνάμεων και μετά τις μεταρρυθμίσεις που του επιτρέπουν να επανεκλέγεται μέχρι και το 2033, ο Idriss Déby αναμένεται να μην αποχωρήσει σύντομα από την πολιτική ηγεσία του Τσαντ.

Ο Πρόεδρος του Τσαντ, Idriss Déby. Πηγή: The Guardian.

Οικονομικά στοιχεία και προβλήματα

Η οικονομία του Τσαντ είναι κυρίως γεωργική, με το 76.28% του πληθυσμού να απασχολείται σταθερά στην καλλιέργεια και την κτηνοτροφία το 2020. Στηρίζεται στην ξένη βοήθεια και το ξένο κεφάλαιο για την υλοποίηση των περισσότερων προγραμμάτων επένδυσης στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Πριν την ανάπτυξη του πετρελαϊκού τομέα, η βιομηχανία βαμβακιού αποτελούσε το 80% των εξαγωγικών εσόδων. Στις αρχές της δεκαετίας των 2000s, ξεκίνησαν οι επενδύσεις στον τομέα του πετρελαίου, που ενίσχυσαν τις οικονομικές προοπτικές της χώρας. Το 2003 το Τσαντ έγινε και επισήμως πετρελαιοπαραγωγός χώρα με την ολοκλήρωση ενός αγωγού που συνέδεε τα κοιτάσματά του με το Καμερούν και εγκαταστάσεις στον Ατλαντικό Ωκεανό. Η οικονομία του Τσαντ έχει παρεμποδιστεί κατά καιρούς από την περιβαλλόμενη από ξηρά θέση της, τις δυσμενείς κλιματικές συνθήκες, τις υψηλές δαπάνες για αγορά ενέργειας, ένα ιστορικό γενικότερης αστάθειας και την έλλειψη ενός μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού πλαισίου και σχεδιασμού.

Πηγή: United Nations Conference on Trade and Development Statistics

Η δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας την περίοδο 2003-2014 βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην αξιοποίηση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων. Το ΑΕΠ της χώρας αποτελείται κατά 25% από τον πετρελαϊκό τομέα, που αποτελεί επίσης περίπου το 75% των εξαγωγών, και αυτό αντικατοπτρίζεται στις διακυμάνσεις του ΑΕΠ που προκύπτουν, όταν πέφτουν οι τιμές του πετρελαίου, όπως συνέβη και το 2014. Μετά την πτώση αυτή του ΑΕΠ ακολούθησε μία ύφεση για τα έτη 2016-2017. Συγκεκριμένα, το μέσο ετήσιο εισόδημα έκανε μία «ελεύθερη πτώση» από τα $980 το 2014 στα $670 το 2017, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.

Έπειτα, ακολούθησαν δύο χρόνια ανάπτυξης, που τροφοδοτήθηκαν από την καλή απόδοση των καλλιεργειών και των πετρελαϊκών κοιτασμάτων, παρουσιάζοντας στοιχεία οικονομικής σταθεροποίησης. Ωστόσο, η ανάπτυξη των τομέων της οικονομίας πέρα από τον πετρελαϊκό παρέμεινε διστακτική, επηρεασμένη από την ύφεση, το υψηλό χρέος, που διπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια της ύφεσης, και έναν εύθραυστο τραπεζικό τομέα. Ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ προβλεπόταν να αυξηθεί κατά τη διάρκεια του 2020, εξαιτίας μίας αναμενόμενης αύξησης στην παραγωγή πετρελαίου, που ανεξάρτητα από τις μειωμένες τιμές προβλεπόταν να αυξήσει και το εξαρτώμενο από τον πετρελαϊκό τομέα ΑΕΠ.

Παράλληλα, το ΑΕΠ αναμενόταν να αυξηθεί από την ιδιωτικοποίηση της CotonTchad και τη συνεπαγόμενη αύξηση της παραγωγής βαμβακιού που αυτή θα επέφερε, η οποία με τη σειρά της υποτίθεται ότι θα αυξήσει το ΑΕΠ μέσω της αύξησης της κατανάλωσης και των εξαγωγών. Έχοντας πρόθεση να εκμεταλλευτεί τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες και τη ρύθμιση χρέους του 2018 προς τράπεζες και την πετρελαϊκή εταιρία Glencore, το Τσαντ έχει αποφασίσει να μεγιστοποιήσει τις δυνατότητες της οικονομίας του μέσω ενός πενταετούς αναπτυξιακού σχεδίου, που θα ολοκληρωθεί το 2021 και το οποίο αποτελεί μέρος του ευρύτερου σχεδίου Vision 2030. Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει ιδιωτικές επενδύσεις στην ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα, ειδικά της βιομηχανίας βαμβακιού, και άλλες ενέργειες. Βέβαια, οι προβλέψεις αυτές έχουν σαφώς ανατραπεί από την πανδημία του COVID-19, με τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ να κινείται στο 3,24% για το 2019 και σε αρνητικές τιμές για το 2020, στο -0.7% σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αντιθέτως, προβλέπεται μία άνοδος στους Ρυθμούς Ανάπτυξης της τάξεως του 6% το 2021, γεγονός που ίσως βοηθήσει να αντισταθμιστούν κάποιες από τις απώλειες της χώρας όσον αφορά το ΑΕΠ.

Με μπλε οι Ρυθμοί Ανάπτυξης του Τσαντ και με πορτοκαλί ο παγκόσμιος μέσος όρος. Πηγή: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο

Όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε, το Τσαντ είναι ακόμα μια αφρικανική χώρα που έχει πέσει στην παγίδα της εξάρτησης από τον πετρελαϊκό τομέα και, ενώ γίνονται προσπάθειες στον πρωτογενή κυρίως τομέα για βελτιώσεις και αύξηση της παραγωγής, είναι αναγκαίο για τη χώρα να διαφοροποιήσει την οικονομία της, και ιδιαίτερα τις εξαγωγές της, ώστε να «ξεφύγει» από αυτή την κατάσταση και να καταφέρει πραγματικά να αναπτυχθεί και να επανέλθει από την παρατεταμένη ανθρωπιστική κρίση που βιώνει. Καλό θα ήταν να αναγνωρίσουμε τις προσπάθειες που έχουν ήδη γίνει σε αυτόν τον τομέα, όπως για παράδειγμα τη στροφή προς το αραβικό κόμμι, που είναι ένα σημαντικό προϊόν για την οικονομία της χώρας και τα τελευταία χρόνια το Τσαντ έχει πετύχει να βρίσκεται ανάμεσα στις 3 κορυφαίες εξαγωγικές χώρες για αυτό το προϊόν παγκοσμίως, εξάγοντας περισσότερους από 13.000 τόνους.

Το Τσαντ είναι η 7η φτωχότερη χώρα του κόσμου, με το ποσοστό του πληθυσμού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας να αγγίζει το 46,7%. Στον Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης βρίσκεται στην 186η θέση μεταξύ 188 κρατών. Από την άλλη, η ανεργία βρίσκεται στο 5,8%, ένα ποσοστό κοντά στο φυσικό ποσοστό ανεργίας. Ωστόσο, η ανεργία μεταξύ των νέων πτυχιούχων πανεπιστημίου έφτασε την περίοδο της ύφεσης, το 2017, στο 60%. Αυτό μας δείχνει ότι η οικονομία του Τσαντ βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και δεν μπορεί να απορροφήσει ανθρώπους με δεξιότητες. Αυτό ισχύει πράγματι, καθώς, όπως αναφέραμε αρχικά, ο οδηγός του ΑΕΠ του Τσαντ είναι ο αγροτικός τομέας. Επίσης, τα παραπάνω στοιχεία μας δείχνουν ότι παρόλο που οι περισσότεροι άνθρωποι στη χώρα εργάζονται, δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην και απασχολούνται σε χαμηλής ποιότητας θέσεις. Στον Παγκόσμιο Δείκτη Πείνας, το Τσαντ βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ 107 κρατών για το 2020. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον Πολυδιάστατο Δείκτη Φτώχειας, που λαμβάνει υπόψη όχι μόνο το εισόδημα αλλά και την υγεία, την εκπαίδευση και το επίπεδο διαβίωσης, το Τσαντ είναι η 4η φτωχότερη χώρα, με το 87% του πληθυσμού να κατηγοριοποιείται ως φτωχό και το 63% να ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Τσαντ υποφέρουν επί σειρά ετών, με τις δυνάμεις ασφαλείας αλλά και ένοπλες ομάδες να προβαίνουν σε φυλακίσεις, εκτελέσεις και περιορισμούς στις ελευθερίες των πολιτών.

Επιπλέον, η κλιματική αλλαγή επηρεάζει δραστικά την οικονομία του Τσαντ, το οποίο εκτιμάται πως είναι η χώρα που έχει επηρεαστεί περισσότερο από αυτήν. Οι συνεπαγόμενες πλημμύρες και η ξηρασία, οι αυξημένες θερμοκρασίες και η μείωση της έκτασης της λίμνης Τσαντ, σε συνδυασμό με την εξάρτηση του πληθυσμού από τη γεωργία και την κτηνοτροφία, δημιουργούν μία ιδιαίτερα δυσχερή κατάσταση στις επαρχιακές περιοχές, τις φτωχότερες της χώρας. Επίσης, συμβάλλουν στις συνθήκες συνωστισμού στα αστικά κέντρα, τα οποία δυσκολεύονται να διαχειριστούν τους εκτοπισμένους που συγκεντρώνονται σε αυτά, με τις υποδομές τους να μην επαρκούν – ο μισός πληθυσμός στις αστικές περιοχές δεν έχει πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Οι δημογραφικές πιέσεις απλώς προστίθενται σε αυτήν την απαισιόδοξη εικόνα, με τον ρυθμό αύξησης του πληθυσμού στο 3% και μία αντιστοιχία 5,7 παιδιών ανά γυναίκα. Τα προβλήματα αυτά μόνο μεγεθύνονται από την εξάρτηση από το πετρέλαιο, καθώς η χώρα δεν έχει τους πόρους για την αντιμετώπισή τους κατά τις περιόδους ύφεσης.

Μέρος του εξωφύλλου του Vision 2030.

Vision 2030 – μία πρώτη προσπάθεια για οργανωμένη μακροχρόνια ανάπτυξη

Η κυβέρνηση του Τσαντ εξέδωσε ένα έγγραφο 50 σελίδων το 2017, με τίτλο “Vision 2030, the Chad We Want”. Αναγνωρίζοντας την έλλειψη ενός συνεχούς αναπτυξιακού σχεδιασμού και την μικρή πρόοδο που σημειώθηκε σε οικονομικούς δείκτες και δείκτες διακυβέρνησης κατά τον 21ο αιώνα, το Vision 2030 είναι μία έκφραση της πρόθεσης της κυβέρνησης να δεσμευτεί για μακροχρόνια ανάπτυξη της οικονομίας.

Το σχέδιο κινείται σε 4 άξονες: την ενίσχυση της εθνικής ενότητας, την ισχυροποίηση της καλής διακυβέρνησης και του κράτους-δικαίου, την ανάπτυξη μίας διαφοροποιημένης και ανταγωνιστικής οικονομίας και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών. Πηγές χρηματοδότησης για την υλοποίηση αυτού του σχεδίου θα αποτελέσουν, σύμφωνα με το κείμενο, εσωτερικές και εξωτερικές πηγές, μεταξύ άλλων, φορολογικά έσοδα, έσοδα από τις εξαγωγές και τις επενδύσεις, το τραπεζικό σύστημα, δάνεια και συνεργασίες μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα.

Οι κύριες στρατηγικές κατευθύνσεις στο πλαίσιο της επίτευξης μίας διαφοροποιημένης και ανταγωνιστικής οικονομίας συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων την προώθηση βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, τη δημιουργία περιφερειακών αναπτυξιακών hubs, την εφαρμογή αποτελεσματικών μηχανισμών για την κίνηση εθνικών αποταμιεύσεων και ξένων ιδιωτικών κεφαλαίων, την προώθηση της ανάδειξης νέων εθνικών ιδιωτικών μετόχων, την ανάπτυξη υποδομών μεταφορών και τη βελτίωση των αναπτυξιακών συνθηκών και πρόσβαση σε τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας.

Τα ρίσκα που αναγνωρίζονται από την κυβέρνηση είναι αυτά που σημειώθηκαν και παραπάνω. Σημειώνεται ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η εξάρτηση από το πετρέλαιο, του οποίου η ευμετάβλητη τιμή επηρεάζει σημαντικά τα κρατικά έσοδα. Το έγγραφο αναφέρεται επίσης στον σημαντικό αριθμό προσφύγων που κατοικούν στη χώρα, ως συνέπεια των κρίσεων στις γειτονικές χώρες και την απειλή που προκύπτει για την κοινωνική συνοχή και ειρήνη. Σε εθνικό επίπεδο αναγνωρίζεται η ανάγκη για μία αποτελεσματική σύγχρονη διακυβέρνηση, με στόχο την αποτελεσματικότητα και τη δυσκολία της εφαρμογής μέτρων για την επίτευξή της, αλλά και η ευάλωτη θέση της χώρας ως προς την κλιματική αλλαγή.

Σίγουρα αυτό το πλάνο είναι απλώς ένας οδηγός για τις επόμενες κινήσεις της κυβέρνησης του Τσαντ προς την ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία, που, όπως ήδη είδαμε, διαιρείται σε συντομότερα πλαίσια δράσης, είναι όμως αδιαμφισβήτητα μία κίνηση που δημιουργεί μία συγκρατημένη αισιοδοξία σε όσους ελπίζουν στη βελτίωση της κατάστασης, οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής, στην επονομαζόμενη «νεκρή καρδιά της Αφρικής».


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ:

  • Abdi, A., 2021. Chad Is The Country Most Vulnerable To Climate Change – Here’s Why. The Conversation. Available here .
  • African Development Bank Group. 2020. Chad Economic Outlook. Available here.
  • Central Intelligence Agency. n.d. Africa :: Chad — The World Factbook. Available here.
  • BBC News. 2018. Chad Country Profile. Available here.
  • BBC News. 2018. Chad Profile – Timeline. Available here.
  • Coface for Trade. 2020. Chad / Economic Studies. Available here.
  • President of the Republic, Prime Minister & Ministry of the Economy and Development Planning of the Republic of Chad, 2017. Vision 2030, The Chad We Want. N’Djamena. Available here.
  • Ramsey, D., 2020. Chad Aiming for Export Diversification, And with That Stability. [online] Trade for Development News. Available here.
  • Staff Team, 2019. CHAD – SELECTED ISSUES (IMF Country Report No. 19/259). Washington, D.C.: International Monetary Fund. Available here.
  • World Bank. 2020. Chad Overview. Available here.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Investigating the K-Pop industry: Part II

By Theofanis Fousekis,  The hard part starts after someone has been recruited. Firstly, they sign a long-term contract of 5 or 6 years, better known...

Η κινητοποίηση της Ε.Ε. ενάντια στις ζώνες «χωρίς ΛΟΑΤΚΙ+»

Της Παναγιώτας Μπούκα, Εδώ και πολύ καιρό, η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα περιμένει από κάποιον φορέα να λάβει δράση για όλα όσα συμβαίνουν εναντίον της. Αν και...

Μπενίν: Μια μικρή οικονομία της Αφρικής με ήπιες προοπτικές ανάπτυξης

Της Δέσποινας Βλάχου, H Δημοκρατία του Μπενίν (στο εξής Benin), είναι χώρα της Δυτικής Αφρικής. Αποτελεί ένα στενό κομμάτι γης έκτασης 675 χιλιομέτρων από τον...

Το πανεπιστήμιο της ζούγκλας

Της Ρένας Δανατζή, Το απόλυτο χάος βιώνει το ελληνικό πανεπιστήμιο, αφού έχει δημιουργηθεί εντονότατη ρήξη μεταξύ κυβέρνησης και μεγάλου μέρους φοιτητικών συλλογικοτήτων. Το άσυλο άρθηκε...
Ερωφίλη Σμυρνιωτάκη
Γεννημένη το 1999, φοιτά στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Όνειρό της είναι να εξερευνήσει τον κόσμο και τον εαυτό της όσο περισσότερο μπορεί. Μεγάλωσε ανάμεσα σε βιβλία και θεωρεί πως το διάβασμα διαμόρφωσε την προσωπικότητά της όσο τίποτα. Πέρα από τη σχολή της, τα φοιτητικά της χρόνια έχουν απασχολήσει ο εθελοντισμός, η μουσική, η εκμάθηση ξένων γλωσσών και τα συνέδρια προσομοιώσεων διεθνών και ευρωπαϊκών θεσμών.