27.5 C
Athens
Τρίτη, 21 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΙστορίαΤα ελληνοαλβανικά σύνορα από τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου έως τον Α΄ Παγκόσμιο...

Τα ελληνοαλβανικά σύνορα από τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο


Του Άγγελου Μεταλλίδη,

Η Βουλγαρία ως ηττημένη χώρα στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο δεν είχε περιθώρια να προβάλει πολλές διεκδικήσεις στη Συνθήκη του Βουκουρεστίου. Η Ελλάδα παραλαμβάνει την Καβάλα και τη γύρω περιοχή της, εδραιώνει την κυριαρχία της στην Κρήτη και καθορίζονται τα βόρεια σύνορα στη γραμμή Κορυτσάς-Φλώρινας-Δοϊράνης-Νευροκοπίου μέχρι τον ποταμό Νέστο. Η Σερβία επικυρώνει την κυριαρχία της στα εδάφη, που είχε κατακτήσει. Ανοιχτό έμενε το θέμα της Βόρειας Ηπείρου και η διευθέτηση των νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου, που διευθετήθηκαν στην Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη. Μέσα στον Δεκέμβριο του 1913, η πρώτη επιδικάστηκε στην Αλβανία και τον Φεβρουάριο του επόμενου έτους οι ελληνικές δυνάμεις έλαβαν εντολή να την εγκαταλείψουν. Αυτή ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, εκτός της Ίμβρου και της Τενέδου, που θεωρούνταν ότι ανήκαν στο αμυντικό σύστημα των Στενών.

Με δεδομένες τις ιταλικές και αυστριακές πιέσεις στο αλβανικό ζήτημα, ο Βενιζέλος προτίμησε να ενισχύσει τις ελληνικές θέσεις στα νησιά. Η Πύλη ανησυχούσε για την παρουσία της Ελλάδας στα νησιά και έβλεπε έναν μελλοντικό κίνδυνο, για αυτό στόχευε στην απομάκρυνση του ελληνικού στοιχείου από τη Μ. Ασία και παράλληλα φρόντιζε να ενισχύσει τον ναυτικό της εξοπλισμό. Τα ανοιχτά και άλυτα ζητήματα εκκρεμούσαν έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μέσα από τους Βαλκανικούς Πολέμους, η χώρα μας αύξησε την εδαφική της κυριαρχία κατά 68% περίπου, ενώ οι κάτοικοι ανέρχονταν σε 4,8 εκατομμύρια από 2,7, που ήταν πριν. Τα κέρδη αυτά έφεραν έναν ενθουσιασμό στο εσωτερικό, με τους μαχητές να λαμβάνουν ιδιαίτερη αγάπη από τον λαό, ενώ και τα μνημεία, που ανεγέρθηκαν σε διάφορα σημεία, είναι ενδεικτικά του κλίματος.

Η βαλκανική χερσόνησος μετά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο

Πέραν, όμως, των ωραίων συνθηκών, δεν έλλειπαν και τα προβλήματα, όπως: 1) η δυσκολία προστασίας των νέων συνόρων στο βορρά, 2) η ένταξη μη ελληνικών κατοίκων, όπως μουσουλμάνων ή σλαβόφωνων, πρόβαλε την ανάγκη εξελληνισμού τους. Να σημειωθεί πως το 1914 ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες από την ανατολική Θράκη και παράλληλα αναχώρησαν πολλοί μουσουλμάνοι από τη δυτική Μακεδονία και την Ήπειρο, 3) η κατανομή των περιουσιών από τις Νέες Χώρες, που πριν ήταν στα χέρια Οθωμανών.

Όμως, οι διαφωνίες της αλβανικής πλευράς δεν άργησαν να εκφραστούν, έτσι, ήδη από τον Οκτώβριο του 1912, διατύπωναν τις προθέσεις τους κατά της Ελλάδας και της Σερβίας, καθώς πίστευαν πως θα κατακτούσαν τα εδάφη που τους ανήκαν και θα εμπόδιζαν την ανεξαρτησία τους. Τον Νοέμβριο του 1912, ο Ισμαήλ Κεμάλ μπέη Βλιόρα προχώρησε, από την περιοχή της Αυλώνας, στην ανεξαρτησία της Αλβανίας και πληροφόρησε ταυτόχρονα τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις και την Πύλη. Από την πλευρά τους, η Αυστρία και η Ιταλία ήταν ευμενώς προκείμενες προς τον αλβανικό πληθυσμό.

Ο ελληνικός στρατός, κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού, μπόρεσε να απελευθερώσει την Ήπειρο και εξαπλώθηκε έως το Αργυρόκαστρο, τους Αγίους Σαράντα, το Τεπελένι και την Κλεισούρα. Η Συνθήκη του Λονδίνου προέβλεπε αυτόνομο αλβανικό κράτος και η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, που ακολούθησε, ανεξάρτητο κράτος, ωστόσο το θέμα των συνόρων παρέμενε σε εκκρεμότητα και συσχετίστηκε με την πορεία των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Οι θέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων χωρίζονταν σε δυο κατευθύνσεις: από την μία, συναντάμε την Αγγλία, που ήθελε να δοθούν στην Ελλάδα τα νησιά (πλην Ίμβρου και Τενέδου) και να ενταχθεί στην Αλβανία η Κορυτσά. Από την άλλη μεριά, συναντάμε τους Γάλλους, Αυστριακούς και Ιταλούς, που επεδίωκαν την απόδοση στην Ελλάδα των νησιών, εκτός από τα Δωδεκάνησα και στην Αλβανία της Κορυτσάς και του Αργυρόκαστρου. Μια τρίτη άποψη εκφράστηκε από τη Γερμανία, που επιθυμούσε την παραχώρηση των νησιών στους Οθωμανούς και στην Αλβανία της Κορυτσάς και Αργυρόκαστρου.

Οι διαφορές για τα ελληνοαλβανικά σύνορα διευθετήθηκαν στη Φλωρεντία, με τα αποτελέσματά της να μην ανταποκρίνονται στις προθέσεις του Βενιζέλου. Οι αντιρρήσεις της ελληνικής πλευράς δεν είχαν κάποιο αντίκρισμα και ο στρατός της χώρας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την περιοχή, αφήνοντας πίσω ελληνικό πληθυσμό, ζητώντας όμως την προστασία του. Αυτή η κίνηση του Βενιζέλου κατακρίθηκε έντονα από την αντιπολίτευση. Για να αμυνθεί επί των επιλογών του, απάντησε σε επερώτηση του Δημήτριου Ράλλη στη Βουλή, στις 20/2/1914, λέγοντας πως: «η Ελληνική Κυβέρνησις νομίζει ότι υπέρτατον έχει συμφέρον, όπως συμμορφωθεί καθ’ ολοκληρίαν προς την διακοίνωσιν των Δυνάμεων», συμπληρώνοντας πως οι Δυνάμεις θα διαφύλατταν τον εκεί πληθυσμό.

Οι Έλληνες κάτοικοι της Βόρειας Ηπείρου δεν επέδειξαν την ανάλογη προθυμία ως προς την υλοποίηση των αποφάσεων, όπως έκανε η ελληνική κυβέρνηση –αν και ήταν δυσαρεστημένη. Η στάση αυτή του εκεί πληθυσμού οδήγησε στην οργάνωση μιας πιθανής ένοπλης αντίδρασης, σκοπός της οποίας θα ήταν η παρεμπόδιση της εφαρμογής των συμπεφωνημένων και η αποτροπή της ένταξής της στην Αλβανία. Απότοκο αυτών των διεργασιών ήταν η ανακήρυξη της αυτονομίας της Βόρειας Ηπείρου, τον Φεβρουάριο του 1914, και η δημιουργία της Οργανωτικής Επιτροπής. Κυριαρχούσε η αίσθηση της προδοσίας από την κυβέρνηση στην Ελλάδα, λόγω της απόσυρσης των δυνάμεών της και της παράδοσης της περιοχής στην Αλβανία. Το ένα γεγονός διαδεχόταν το άλλο και έτσι, μέσα στον ίδιο μήνα, ανακηρύχθηκε «Αυτόνομη Πολιτεία» και λίγο αργότερα σε πανηγυρικό κλίμα «Αυτόνομη Πολιτεία Βορείου Ηπείρου», με έδρα το Αργυρόκαστρο.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν έμειναν απαθείς και προσπάθησαν να αποφύγουν τετελεσμένα γεγονότα αποδεχόμενες κάποια αιτήματα των εξεγερμένων. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση Βενιζέλου συμβούλεψε τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο (ο προσωρινός πρόεδρος της κυβέρνησης της Βορείου Ηπείρου) να προχωρήσει σε συμφωνία για τα ουσιώδη ζητήματα, που ενδιέφεραν τους Ηπειρώτες. Μια μακρά συνέχιση των συγκρούσεων θα επιδείνωνε τη θέση τους, καθώς ήταν πιθανό το ενδεχόμενο παρέμβασης της Ιταλίας και της Αυστρίας, που έβλεπαν θετικά τις αλβανικές θέσεις.

Γεώργιος Χρηστάκης Ζωγράφος

Ο Βενιζέλος πίστευε πως οι κάτοικοι θα έπρεπε να στοχεύουν στη δημιουργία καλών σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Τον Μάιο του 1914, υπογράφεται το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, που προέβλεπε, στην ουσία, τη δημιουργία ενός καθεστώτος αυτονομίας για τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου, με τον πρίγκιπα Βιντ να αναλαμβάνει την ηγεμονία, χωρίς, ωστόσο, σημαντικές αρμοδιότητες. Σε αυτή την συμφωνία, εμπεριέχονταν, μεταξύ άλλων, η ίδρυση τοπικής χωροφυλακής με μέλη πολίτες και των δύο θρησκευμάτων, η απομάκρυνσή ξένων ένοπλων ομάδων και η διατήρηση της περιουσίας από τις ορθόδοξες κοινότητες.

Μέριμνα υπήρχε και στον τομέα της εκπαίδευσης, που θα ήταν ελεύθερη, με τα ελληνικά να διδάσκονται στις ορθόδοξες κοινότητες, ενώ, ταυτόχρονα, τα αλβανικά θα εντάσσονταν στις τρεις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Τέλος, και οι δυο γλώσσες θα χρησιμοποιούνταν στη διοίκηση. Οι προβλέψεις αυτές έβρισκαν σύμφωνους τους Ηπειρώτες, ωστόσο η διαχείριση της κατάστασης από τον Βιντ ήταν αναποτελεσματική.

Μην μπορώντας να ανταπεξέλθει, ο Βιντ εγκατέλειψε την περιοχή, ενώ είχε ήδη ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Αργότερα, με το πέρας του πολέμου, τα εδάφη θα επιδοθούν στην Αλβανία.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Μιχάλης Στούκας, από την ψηφιακή έκδοση της εφημερίδας Πρώτο Θέμα, «Τα Πρωτόκολλα της Φλωρεντίας (1913 και 1924) και τα 14 χωριά της Μακεδονίας που παραχωρήσαμε στην Αλβανία το 1924», Διαθέσιμο εδώ
  • Douglas Dakin, «Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923», σελ. 300-315

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Άγγελος Μεταλλίδης
Άγγελος Μεταλλίδης
Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Γεννήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1998 και μεγάλωσε στην Καλαμαριά του νομού Θεσσαλονίκης. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εντάσσονται στο χώρο της πολιτικής ιστορίας του νέου ελληνικού κράτους και στην διαμόρφωση των πολιτικών θεσμών και ιδεολογιών της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας.