Της Μαρίας Τάκη,

Δεν μου έχει συμβεί πολλές φορές αυτό. Συνήθως την απάντηση για το κάθε τι, την έχω έτοιμη στο τσεπάκι και όλα όσα θέλω να πω, βγαίνουν αυθόρμητα. Όμως τώρα, ζορίζομαι πολύ. Πάρα πολύ. Εδώ και ώρα η μύτη του μολυβιού μου τρακάρει απλώς με το χαρτί και από αυτή τη σύγκρουση δεν βγαίνει καμία όμορφη λέξη, καμία αξιοσημείωτη φράση, μονάχα αμέτρητες γκρι τελίτσες που καταλήγουν να λερώνουν τις λευκές σελίδες. Γιατί τις λέξεις τις ταιριαστές, τις κατάλληλες, δεν μπορώ να τις σκεφτώ, μου διαφεύγουν. Αισθάνομαι πως ό,τι και να γράψω, ό,τι και να περιγράψω, όσα στολίδια και να βρω προκειμένου να αποτυπώσω όλα όσα ένιωσα διαβάζοντας τις «στάχτες», στο τέλος θα τις αδικώ…

Μια γροθιά στο στομάχι. Κι ένας ύμνος στον εγωισμό. Αυτό είναι. Οξύμωρο, πολύ, το ξέρω. Συνήθως υμνείται η αγάπη, ο έρωτας, το πάθος, η ελπίδα, η φύση, η φιλία. Όμως κάποιος, κάποια στιγμή έπρεπε να υμνήσει και τον εγωισμό. Γιατί οι περισσότεροι από εμάς, από αυτόν τρεφόμαστε. Αυτόν έχουμε Θεό. Για να έχουμε την εύνοιά του ζούμε. Γιατί αυτός κυβερνάει τον κόσμο. Αν τον κυβερνούσε η αγάπη, τα πάντα θα ήταν πιο όμορφα και σίγουρα πιο αισιόδοξα. Και το έκανε ο Γιώργος Μπαστουνάς. Ύμνησε τον εγωισμό και δημιούργησε ένα διαμαντάκι που ακροβατεί ανάμεσα στο «πρέπει» και το «θέλω» των ηρώων του.
Στον έρωτα και τον πόλεμο.
Στο φως και το σκοτάδι.
Στο δισταγμό και την αποφασιστικότητα.
Στο ψέμα και την αλήθεια.
Στην τρέλα της στιγμής και τον συμβιβασμό.
Στην αγάπη και το μίσος.
Στη ζωή και το θάνατο.

Δεν υπάρχει ούτε μια φράση, ούτε μια σειρά, που αν την αναλύσεις πιο βαθιά, δεν θα βρεις κάποιο κρυμμένο νόημα, κάποιο μήνυμα που με ένα επιδερμικό διάβασμα δεν θα πρόσεχες καν. Μονίμως αναρωτιέσαι, μονίμως απορείς αν κατάλαβες σωστά, αν ξεδίπλωσες το μίτο της Αριάδνης. Η απάντηση είναι όχι. Γιατί η ανατροπή σε περιμένει στη γωνία, κάνοντας σε να απορείς, να εκπλήσσεσαι, να θυμώνεις, να σοκάρεσαι, να αλλάζεις οπτική. Οι εναλλαγές των συναισθημάτων είναι ευθέως ανάλογες με την ακανόνιστη πορεία της ιστορίας. Μην προσπαθήσεις να υποθέσεις το οτιδήποτε, θα διαψευστείς πανηγυρικά, θα έρθουν τούμπα τα πάντα. Τρελαίνεσαι και μόνο στην ιδέα ότι οι «στάχτες» είναι γραμμένες τόσο μαγικά, που η άποψη σου για αυτές αλλάζει ανάλογα με τον τρόπο που θα τις διαβάσεις, με τη δική σου συναισθηματική ηρεμία ή όχι, με τις αξίες, τις αρχές, τον χαρακτήρα σου. Λες και στον καθένα από εμάς κουμπώνει το συναίσθημα που θέλουμε ή που επιτρέπουμε αυτές να μας περάσουν.

Όλα, όμως, περιστρέφονται γύρω από τον εγωισμό και την παρουσία ή απουσία αυτού στη ζωή των πρωταγωνιστών. Τρεις άνθρωποι, τρεις τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες, τρεις φιγούρες που στο βωμό του εγωισμού θυσίασαν τα πάντα, πόνταραν τα πάντα, έκαναν τα πιο τραγικά λάθη. Που φοβήθηκαν να ζήσουν, να φανερώσουν τις αδυναμίες τους, να πουν αυτό που πραγματικά πιστεύουν, να διεκδικήσουν όλα όσα ήθελαν, που κρύφτηκαν πίσω από τον εαυτό τους, έκαναν άλλοθι την «ψευτοηθική» της κοινωνίας και δεν τόλμησαν να κάνουν πράξη όλα όσα βροντοφώναζε η ψυχή τους.

Διαβάζοντας τις «στάχτες», άλλες φορές θέλεις να μεταμορφωθείς σε μια ζεστή αγκαλιά, άλλες σε δήμιο που εκτελεί ψυχρά, άλλες σε μάνα που συγχωρεί τα πάντα, κι άλλες παρακαλάς να είχες φωνή για να ουρλιάξεις στα μούτρα του καθενός «Μα τι κάνεις; Μα γιατί φέρεσαι έτσι; Μα καταστρέφεσαι δεν το βλέπεις;»

Δεν συμπαθείς κανέναν από τους τρεις. Δεν αγαπάς κανέναν από τους τρεις. Δεν εκτιμάς κανέναν από τους τρεις. Δεν μισείς κανέναν απόλυτα. Γιατί στον καθένα θα βρεις κι ένα κομμάτι του δικού σου εαυτού. Αυτού που δεν θέλεις να γίνεις, κι όμως φέρεσαι έτσι ασυναίσθητα. Αυτού που θαυμάζεις, αλλά δεν κάνεις τίποτα για να του μοιάσεις. Αυτού που έχεις παράδειγμα προς αποφυγή, για να σου θυμίζει νύχτα μέρα, το σημείο που δεν θέλεις να επιστρέψεις.

Μονάχα το Μίλτο λυπάσαι. Τον θαυμάζεις για τη συνέπεια των λόγων και των πράξεων του και ταυτόχρονα τον λυπάσαι, γιατί βρέθηκε στη δίνη ενός παιχνιδιού που η μοίρα σκάρωσε γι’ αυτόν. Γιατί έδωσε τα πάντα και έμεινε με το τίποτα. Γιατί δεν πήρε όλα όσα άξιζε. Γιατί έπαιξε και έχασε. Και είναι άδικο να τον λυπάσαι. Καλύτερα να τον μισούσες. Γιατί οι άνθρωποι μισούμε πραγματικά μόνο τους ανθρώπους που αγαπήσαμε πολύ.

Γι’ αυτό μικρέ αναγνώστη (γιατί είσαι μικρός μπροστά στις «στάχτες») επέτρεψε μου να σου δώσω μια συμβουλή. Αν δεν είσαι έτοιμος να ακούσεις την καρδιά σου να κάνει «κρακ» και να καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που θυσίασες τα «θέλω» σου για τα «πρέπει», μην τις διαβάσεις. Αν δεν είσαι έτοιμος να νιώσεις το κεφάλι σου να γυρίζει συνειδητοποιώντας το μέγεθος του εγωισμού και των λαθών σου, μην τις διαβάσεις. Αν δεν είσαι έτοιμος να αισθανθείς τι σημαίνει να αναποδογυρίζονται οι σταθερές σου, να φουρτουνιάζει η ψυχή σου, να αναρωτιέσαι τι πραγματικά έκανες για όσα και όσους ήθελες, μην τις διαβάσεις. Γιατί θα ξυπνήσεις από τον λήθαργο που βρίσκεσαι, θα σπάσει η γυάλα του ενιδρύου που με τόσο προσοχή έχεις φτιάξει και θα χρειαστεί να αναπνεύσεις με πνευμόνια, ενώ έχεις φτιάξει βράγχια. Θα χρειαστεί να αντιμετωπίσεις τις συνέπειες. Και μα τω Θεό, χρειάζονται πολλές αντοχές γι’ αυτό.

Από την άλλη, εσύ, που αποφάσισες να ζήσεις χωρίς να φοβάσαι, που επέλεξες να λες ό,τι νιώθεις και να φανερώνεις την ευάλωτη σου πλευρά, που απολαμβάνεις να χορεύεις στη βροχή, που προτιμάς να πληγώνεσαι παρά να μένεις με απωθημένα, που καταφέρνεις και πατάς κάτω τον εγωισμό σου, που τον λιώνεις, τον κάνεις χώμα, που χορεύεις πάνω στα ερείπια του κάθε που πάει να ζωντανέψει, που τον ξεριζώνεις όταν θεριεύει ξανά, που μπορεί να πληγώθηκες από τη δειλία των άλλων, που μπορεί τα λόγια σου να μην είχαν τον αντίκτυπο που περίμενες, γιατί τα απεύθυνες σε κλειστές καρδιές, που μπορεί να μην είχαν θετική κατάληξη όλα όσα πάλεψες να πετύχεις, που πάλεψες για τα όνειρα σου και κάηκες… μην ανησυχείς. Θα λυτρωθείς. Θα δικαιωθείς. Θα λυθείς σε λυγμούς ανακούφισης. Γιατί οι «στάχτες» θα σου επιβεβαιώσουν ότι διάλεξες σωστά. Γιατί οι «στάχτες» θα σου πετάξουν κατάμουτρα από τι γλίτωσες.
Από μια ζωή που δεν είναι ζωή.
Από μισή ζωή.

Η επιτυχία του βιβλίου έχει ήδη κατοχυρωθεί, γιατί οι αναγνώστες του γυρίζουν την τελευταία του σελίδα δακρυσμένοι, σημάδι πως έχει μιλήσει στις καρδιές τους. Σε εμένα τουλάχιστον, αυτό ήταν το λιγότερο που συνέβη.


Μαρία Τάκη, Αρχισυντάκτρια Πολιτιστικών Θεμάτων

Γεννήθηκε στην Έδεσσα. Είναι απόφοιτη του τρίτου ευρωπαϊκού σχολείου Βρυξελλών και της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει άριστα Αγγλικά και Γαλλικά. Παίζει ακορντεόν και πιάνο και έχει κάνει μαθήματα φωνητικής. Χορεύει μπαλέτο και λάτιν και ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο και την φωτογραφία. Η αγάπη της για την λογοτεχνία και την ποίηση την οδήγησε στην αρθρογραφία, ενώ τα ταξίδια και η επαφή με διαφορετικές κουλτούρες και πολιτισμούς είναι το διάλειμμα από την καθημερινότητά της.