17.5 C
Athens
Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου, 2020
Αρχική Ιστορία Συγγραφείς «καταδικασμένοι» στο όνομα του Προφήτη: Ο Σαλμάν Ρουσντί και «Οι Σατανικοί...

Συγγραφείς «καταδικασμένοι» στο όνομα του Προφήτη: Ο Σαλμάν Ρουσντί και «Οι Σατανικοί Στίχοι» (1988)


Της Χριστίνας Φλωράκη,

Πρόκειται για ένα από τα πιο πολυσυζητημένα και αμφιλεγόμενα θρησκευτικού περιεχομένου βιβλία στον κόσμο. Ο λόγος για τους «Σατανικούς Στίχους», του Σαλμάν Ρουσντί, τη νουβέλα του 1988, που ο Ινδός συγγραφέας και δοκιμιογράφος είδε από τις αποθεώσεις του βρετανικού τύπου στις λίστες των απαγορευμένων βιβλίων κυβερνήσεων…

Η πλοκή

Η περίπλοκη και πολυεπίπεδη νουβέλα του Ρουσντί επικεντρώνεται στους πρωταγωνιστές Γκιμπρί και Σαλαντίν. Κι οι δύο είναι ηθοποιοί, μουσουλμάνοι, ινδικής καταγωγής. Ο Γκιμπρίλ είναι διάσημος ηθοποιός ταινιών του Μπόλιγουντ, ο οποίος πρόσφατα έχει υποστεί μια περίοδο ψυχικής διαταραχής, ενώ ο Σαλαντίν είναι ηθοποιός φωνής, ο οποίος αντιμετωπίζει προβλήματα με τον πατέρα του. Οι δυο τους συναντιούνται ως συνεπιβάτες στο αεροπλάνο από Βομβάη με προορισμό το Λονδίνο, ώσπου δέχονται τρομοκρατική επίθεση, με αποτέλεσμα το αεροσκάφος να συντριβεί και οι δύο πρωταγωνιστές να είναι οι μοναδικοί επιζώντες…

Το βιβλίο ξεκινά με την «πτώση» των δύο πρωταγωνιστών στον Ατλαντικό Ωκεανό, με το παράδοξο πως, κατά τη διάρκεια της πτώσης τους, οι μορφές τους αλλάζουν και αλλεπάλληλα οράματα εμφανίζονται σε αυτούς. Η πρώτη μεταμόρφωση είναι αυτή του Γκιμπρίλ, ο οποίος μεταμορφώνεται στον αρχάγγελο Γαβριήλ. Το πρώτο του όραμα βασίζεται στις ρίζες της νέας θρησκείας του Ισλάμ. Ο Μαχούντ (χαρακτήρας βασισμένος στον Προφήτη Μωάμεθ) προσπαθεί να βρει και να εγκαθιδρύσει τη μονοθεϊστική θρησκεία στην πολυθεϊστική πόλη Τζαχίλια. Όπως κάθε αντίστοιχος θρησκευτικός θρύλος, έτσι και εδώ ο Μαχούντ δέχεται όραμα, το οποίο τον ενημερώνει πως η λατρεία των τριών θεοτήτων είναι επιτρεπτή και σύντομα αντιλαμβάνεται πως αυτό ήταν μία αποκάλυψη του διαβόλου και όχι ένα πραγματικό θέλημα του Κυρίου.

Παράλληλα, ο Σαλαντίν μετατρέπεται σε διάβολο με αντίστοιχη δαιμονική μορφή. Σε επόμενα οράματα του Γκιμπρίλ, γίνονται φανερές περισσότερες πτυχές από τη ζωή του Μαχούντ, όπως, για παράδειγμα, οι «γυναίκες»–πόρνες του, ο άπιστος μαθητής του και πολλές άλλες λεπτομέρειες, οι οποίες θα γεννήσουν, αργότερα, την αντίδραση της μουσουλμανικής κοινότητας της εποχής και πολλοί θα μιλήσουν για βλασφημία και αισχρότητα. Στη συνέχεια της νουβέλας, οι δύο ήρωες θα έρθουν αντιμέτωποι με το σκληρό πρόσωπο της μετανάστευσης, με σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή τους, ενώ θα αναθεωρήσουν για θέματα πίστης και αξιών. Μέσα στο βιβλίο, υπάρχουν μεγάλες παράλληλες ιστορίες, εναλλασσόμενες αλληλουχίες ονείρου και πραγματικότητας, που συνδέονται μεταξύ τους με τα επαναλαμβανόμενα ονόματα των χαρακτήρων σε κάθε ένα, συνθέτοντας ένα μυθιστόρημα, που σίγουρα δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο…

Οι θετικές κριτικές και οι αναλύσεις

Οι κριτικές για τον Ρουσντί δεν άργησαν να ακουστούν και οι περισσότερες από αυτές ήταν άκρως ευνοϊκές. Οι «Σατανικοί Στίχοι» αποθεώθηκαν από τους New York Times, γράφοντας πως ο Ρουσντί «είναι ένας αφηγητής με πρωτοφανείς δυνάμεις, ικανός να δημιουργήσει ολόκληρες γεωγραφίες, αιτιώδεις σχέσεις, κλίματα, πλάσματα, έθιμα, από το τίποτα», ενώ η λονδρέζικη The Times έγραψε «πως ο Ρουσντί έχει τη δύναμη της περιγραφής και εμείς (το κοινό του) υποκύπτουμε». Σύντομα, το μυθιστόρημα χάρισε στον συγγραφέα το βραβείο καλύτερου βιβλίου του Whitbread, καθώς και βραβείο για το μυθιστόρημα της χρονιάς στα Βραβεία Booker, το 1988. Ο Timothy Brennan χαρακτήρισε το έργο «το πιο φιλόδοξο μυθιστόρημα που έχει δημοσιευτεί μέχρι στιγμής, το οποίο ασχολείται με την εμπειρία των μεταναστών στη Βρετανία», αποτυπώνει τον ονειρικό αποπροσανατολισμό των μεταναστών και τη διαδικασία της προσάρτησής τους σαν υπό υβριδισμό. Το βιβλίο θεωρήθηκε μελέτη στην αποξένωση.

Η αντίδραση της μουσουλμανικής κοινότητας

Ωστόσο, το μυθιστόρημα γρήγορα προκάλεσε μεγάλη διαμάχη στη μουσουλμανική κοινότητα, λόγω βλασφημικών αναφορών. Ο Ρουσντί κατηγορήθηκε για κατάχρηση της ελευθερίας του λόγου, ενώ το Πακιστάν απαγόρευσε το βιβλίο, τον Νοέμβριο του 1988. Στις 12 Φεβρουαρίου 1989, πραγματοποιήθηκε διαμαρτυρία 10.000 διαδηλωτών εναντίον του Ινδού συγγραφέα. Κατά τη διάρκεια διαμαρτυριών, έξι διαδηλωτές σκοτώθηκαν σε επίθεση στο Αμερικανικό Πολιτιστικό Κέντρο και ένα γραφείο της American Express λεηλατήθηκε. Καθώς η διαμάχη εξαπλώθηκε, η εισαγωγή του βιβλίου απαγορεύτηκε στην Ινδία και κάηκε σε διαδηλώσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο Ρουσντί απάντησε στην απαγόρευση του βιβλίου από την Ινδία, λέγοντας ότι «το βιβλίο δεν αφορά στην πραγματικότητα το Ισλάμ, αλλά μιλά για τη μετανάστευση, τη μεταμόρφωση, τους διχασμένους εαυτούς, την αγάπη, τον θάνατο, το Λονδίνο και τη Βομβάη». Το βιβλίο επισκιάστηκε, ωστόσο, από τη διαμάχη για τη βλασφημία και οι κρίσιμες στιγμές για τον Ρουσντί είχαν μόλις ξεκινήσει.

Η καταδίκη του Ρουσντί και η κυβέρνηση του Ιράν

Στα μέσα Φεβρουαρίου 1989, μετά από μια βίαιη ταραχή ενάντια στο βιβλίο στο Πακιστάν, ο Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, τότε Ανώτατος ηγέτης του Ιράν και Σιίτης μουσουλμάνος μελετητής, εξέδωσε ισλαμικό διάταγμα, «Φετφά», για τον θάνατο του Ρουσντί και των εκδοτών του. Ως επακόλουθο, την ίδια χρονιά, ο Ρουσντί τέθηκε υπό αστυνομική προστασία, μετά την έκδοση της φετφά και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της επόμενης δεκαετίας κρυμμένος.

Η αντίδραση της βρετανικής κυβέρνησης και του τύπου

Αν και η βρετανική συντηρητική κυβέρνηση υπό τη Μάργκαρετ Θάτσερ έδωσε στον Ρουσντί 24ωρη αστυνομική προστασία, πολλοί πολιτικοί και από τις δύο πλευρές ήταν εχθρικοί προς τον συγγραφέα. Ο Βρετανός βουλευτής των Εργατικών, Κιθ Βαζ, ηγήθηκε μιας πορείας μέσω του Λέστερ, λίγο μετά την εκλογή του, το 1989, ζητώντας την απαγόρευση του βιβλίου, ενώ ο συντηρητικός πολιτικός, Νόρμαν Τέμπιτ, χαρακτήρισε τον Ρουσντί «εξαιρετικό κακοποιό», ενώ «η δημόσια ζωή του έχει στιγματιστεί από απαράδεχτες πράξεις προδοσίας ως προς την ανατροφή, τη θρησκεία, της νέας του υπηκοότητας (εννοώντας την Αγγλία), αλλά και την καταγωγή του». Ο δημοσιογράφος Κρίστοφερ Χίτσενς υπερασπίστηκε σθεναρά τον Ρουσντί και προέτρεψε τους επικριτές να καταδικάσουν τη βία της «Φετφά», αντί να κατηγορήσουν το μυθιστόρημα ή τον ίδιο τον συγγραφέα. Ο Χίτσενς θεώρησε ότι η φετφά ήταν το πρώτο βήμα σε έναν πολιτιστικό πόλεμο κατά της ελευθερίας.

Αξίζει να τονισθεί πως ο Ρούσντι, ήδη από το 1983, είχε εκλεχθεί εταίρος της βρετανικής βασιλικής εταιρείας λογοτεχνίας, ο ανώτατος πνευματικός οργανισμός για τη λογοτεχνία στη χώρα. Ο Ρουσντί, παρόλα αυτά, δεν σταμάτησε να διηγείται και να γράφει. Το 1990, έγραψε το διήγημα του «Ο Χαρούν και η θάλασσα των ιστοριών» υπό την προστασία της Αγγλίας. Ο συγγραφέας συνέχισε να εργάζεται πάνω σε λογοτεχνικά έργα, υπερασπίζοντας το δικαίωμα της έκφρασης και του λόγου. Ωστόσο, δούλεψε και ως στιχουργός.

Οι δηλώσεις μετά την έκδοση της «Φετφά»

Μετά την ανάπτυξη της διαμάχης γύρω από τους «Σατανικούς Στίχους», ορισμένοι μελετητές εξοικειωμένοι με το βιβλίο και το συνολικό έργο του Ρουσντί, όπως ο M. Ν. Φλέτσερ, είδαν την αντίδραση ως ειρωνική. Ο Φλέτσερ έγραψε ότι «είναι ίσως μια σχετική ειρωνεία ότι μερικές από τις σημαντικότερες εκφράσεις εχθρότητας προς τον Rushdie προήλθαν από εκείνους για τους οποίους (κατά κάποιο τρόπο) έγραψε.» Είπε ότι με τις εκδηλώσεις της διαμάχης στη Βρετανία δημιουργήθηκε ένας θυμός, που προκύπτει εν μέρει από τις απογοητεύσεις της εμπειρίας των μεταναστών και γενικά αντικατοπτρίζει τις αποτυχίες της πολυπολιτισμικής ένταξης, θέματα τα οποία θίγει ο Ρουσντί σημαντικά.

Η κυβέρνηση του Ιράν δήλωσε σχεδόν εννέα χρόνια μετά, το 1998, ότι δεν επιζητά πλέον τον θάνατό του. Ωστόσο, το πρακτορείο ειδήσεων του Ιράν, το 2006, ανέφερε πως η Φετφά είναι ακόμα σε ισχύ, καθώς αυτή μπορεί να ακυρωθεί μόνο από το άτομο που την εξέδωσε και στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Χομεϊνί δεν ζούσε πια. Στην συγκεκριμένη στιγμή, αξίζει να τονισθεί πως για τη ζωή του Ρουσντί η κυβέρνηση του Ιράν έδινε 2,6 εκατομμύρια δολάρια. Στην συγκεκριμένη δήλωση του 2006, αναφέρθηκε η ακραία άποψη πως οι «Σατανικοί Στοίχοι» ήταν η ενσάρκωση των σατανικών συνωμοσιών της Παγκόσμιας Αλαζονείας (αναφερόμενοι στις Ηνωμένες Πολιτείες).

Διακρίσεις αργότερα και ο Ρουσντί σήμερα

Ο Ρουσντί τιμήθηκε με τη διάκριση του ταξιάρχη των τεχνών και των γραμμάτων της Γαλλίας το 1999 και το 2007 χρίστηκε ιππότης από τη βασίλισσα Ελισάβετ Β´ του Ηνωμένου Βασιλείου για τις υπηρεσίες του στη λογοτεχνία. Από το 2000, ο Ρούσντι ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου εργάζεται στο πανεπιστήμιο Έμορυ, ενώ, παράλληλα, έγινε και μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων, ενώ, το 2008, η εφημερίδα The Times του Λονδίνου τον κατέταξε 13ο στον κατάλογο, που συνέταξε για τους σπουδαιότερους 50 συγγραφείς από το 1945 και έπειτα. Την εμπειρία του ως καταζητούμενος και για την προσωπική του οδύσσεια, περιέγραψε ως Joseph Anton (ψευδώνυμο, που χρησιμοποιούσε, ενώ κρυβόταν), γράφοντας σε τρίτο πρόσωπο, το 2012.

Απόψεις του Ρουσντί περί ανθρωπισμού, θρησκείας και ανθρώπινου λόγου

Ο Rushdie αυτοαποκαλείται ως ανθρωπιστής. Ο ίδιος προέρχεται από μουσουλμανική οικογένεια, η οποία, αν και τον επηρέασε πολιτιστικά, ο ίδιος σήμερα δηλώνει άθεος. Ο συγγραφέας πιστεύει ακράδαντα πως η ανάγνωση και η γραφή είναι ένα μονοπάτι για την κατανόηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Όταν ρωτήθηκε για την ανάγνωση και τη γραφή ως ανθρώπινο δικαίωμα, ο Ρουσντί δήλωσε πως «οι μεγαλύτερες ιστορίες, οι μεγάλες αφηγήσεις στις οποίες ζούμε, που είναι πράγματα, όπως το έθνος, η οικογένεια, η φυλή κ.ο.κ. Αυτές οι ιστορίες θεωρούνται ότι αντιμετωπίζονται με σεβασμό. Πρέπει να είναι μέρος του τρόπου με τον οποίο διεξάγουμε τον λόγο της ζωής μας και να αποτρέψουμε τους ανθρώπους από το να κάνουν κάτι πολύ επιζήμιο για την ανθρώπινη φύση». Παράλληλα, ο Ρουσντί έχει πάρει θέση δημοσίως για την καταπίεση και τις αδικίες των γυναικών στο Πακιστάν, καθώς και για την αξία του φεμινισμού, κάτι που διακρίνεται καθαρά στο μυθιστόρημα του Shame, ενώ φαίνεται, επίσης, σε συνέντευξη του 2015 στο περιοδικό The Cut της Νέας Υόρκης.

Ο Ρουσντί δεν έπαψε ποτέ να καταδικάζει τον θρησκευτικό εξτρεμισμό, υπογράφοντας, μάλιστα, μανιφέστο για τους κινδύνους αυτού το 2006, ενώ υπήρξε υποστηρικτής μεταρρυθμίσεων της μουσουλμανικής πίστης.

«Αυτό που χρειάζεται είναι μια κίνηση πέρα από την παράδοση, τίποτα λιγότερο από ένα μεταρρυθμιστικό κίνημα, για να φέρει τις βασικές έννοιες του Ισλάμ στη σύγχρονη εποχή, μια μουσουλμανική μεταρρύθμιση για την καταπολέμηση όχι μόνο των τζιχαντιστών ιδεολόγων, αλλά και των σκονισμένων, ασφυκτικών παραδόσεων, ανοίγοντας παράθυρα, για να αφήσουμε τον απαραίτητο καθαρό αέρα… Είναι καιρός για νέα αρχή, οι Μουσουλμάνοι να μπορούν να μελετήσουν την αποκάλυψη της θρησκείας τους ως γεγονός μέσα στην ιστορία, όχι υπερφυσικά πάνω από αυτό… Η ευρεία σκέψη σχετίζεται με την ανοχή. Η ανοιχτή σκέψη είναι ο αδελφός της ειρήνης».

– Δημοσιεύτηκε από την Washington Post και την Νew Times (Αύγουστος 2005).

«Η θρησκεία, μια μεσαιωνική μορφή παράλογου, όταν συνδυάζεται με τον σύγχρονο εξοπλισμό, γίνεται πραγματική απειλή για τις ελευθερίες μας. Αυτός ο θρησκευτικός ολοκληρωτισμός έχει προκαλέσει μια θανατηφόρα μετάλλαξη στην καρδιά του Ισλάμ και βλέπουμε τις τραγικές συνέπειες στο Παρίσι σήμερα. Στέκομαι με τον Τσάρλι Χέμπντο, όπως όλοι πρέπει, να υπερασπιστούμε την τέχνη της σάτιρας, η οποία ήταν πάντα δύναμη ελευθερίας και κατά της τυραννίας, της ανεντιμότητας και της ηλιθιότητας. Ο «σεβασμός στη θρησκεία» έχει γίνει μια φράση κώδικα που σημαίνει «φόβος της θρησκείας». Οι θρησκείες, όπως όλες οι άλλες ιδέες, αξίζουν κριτική, σάτιρα και, ναι, ο ατρόμητος σεβασμό μας».

– Δηλώσεις του Σαλμάν Ρουσντί, μετά την τρομοκρατική επίθεση στα γραφεία της εφημερίδας Charlie Hebdo (2015).

Ο Σαλμάν Ρουσντί υπήρξε ένας από τους πιο συμβολικούς λογοτέχνες των ημερών μας. Μας θυμίζει διαρκώς πως η ελευθερία λόγου είναι ένα δικαίωμα αδιαμφισβήτητο δυνατότερο από κάθε εξουσία και θρησκευτικό νόμο…


Βιβλιογραφία


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Η ανάπτυξη των σινοελληνικών σχέσεων υπό το ανήσυχο βλέμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Της Δανάης Λυπιρίδη, Με τον όρο «σινοελληνικές σχέσεις» χαρακτηρίζονται οι διμερείς σχέσεις μεταξύ της Κίνας και της Ελλάδας σε διπλωματικό, γεωπολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο....

Ενδοοικογενειακή βία: Ένα «αόρατο» έγκλημα

Του Κωνσταντίνου Σούζα, Τον τελευταίο καιρό, τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας στη χώρα μας σημειώνουν σταθερή ανοδική τροχιά. Κι ενώ η πανδημία του κορωνοϊού αναγκάζει την...

Το «ΟΧΙ» του Μεταξά ως έκφραση της θέλησης του ελληνικού λαού

Της Μαρίας Φράγκου, Στην Ευρώπη του μεσοπολέμου, επικρατεί αναβρασμός. Οι πληγές και οι καταστροφές που έφερε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχουν χαραχθεί στις μνήμες των...

Πολιτική ορθότητα και πολιτική αχρωμία

Της Ειρήνης Κοτρούτσου,  Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως σήμερα ό,τι απέχει από το μέσο δαιμονοποιείται. Πράγματι, στις σύγχρονες κοινωνίες συχνά ασφυκτιείς και φοβάσαι...
Χριστίνα Φλωράκη
Γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα και είναι τελειόφοιτη του τμήματος Ιστορίας Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Τα ενδιαφέροντά της κυμαίνονται γύρω από τη θρησκειολογία και την ισλαμική ιστορία, ενώ συμμετείχε σε ιστορικά συνέδρια, ημερίδες και σεμινάρια σχετικά με την διαχείριση πολιτισμού. Στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με τη συγγραφή, τα παιχνίδια ρόλων και το αυτοσχεδιαστικό θέατρο.