Του Παύλου Πετίδη,

Καθώς σήμερα το Νότιο Σουδάν βυθίζεται με αργό βηματισμό στη δίνη της φτώχειας και της εξαθλίωσης, η αδυναμία του εντοπίζεται στα αποτελέσματα του μακροχρόνιου εμφυλίου πολέμου (1983-2005) που διαχώρισε τη χώρα σε δύο παράλληλα καθεστώτα. Ειδικότερα, η εκλεγμένη κυβέρνηση του Σουδάν ήλεγχε πόλεις-κλειδιά όπως το Wau, το Juba και το Aweil, καθώς και τις γραμμές εφοδιασμού τους, που προστατεύονταν εν μέρει και από συμμαχικές τοπικές πολιτοφυλακές. Από την άλλη, η κυβέρνηση των SPLM/A ήλεγχε μικρότερες πόλεις και αγροτικές περιοχές στο βαθμό που ήταν απαραίτητο για τη διατήρηση και την προστασία της ροή των πόρων και των προμηθειών. Και για τις δύο κυβερνήσεις, η ισχύς μεταφραζόταν στον έλεγχο των εσόδων, των πόρων και των στρατιωτικών δυνάμεων. Η κατασκευή ισχυρών και ανθεκτικών υποδομών, καθώς και η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών ήταν εξαρτώμενες από αυτές τις ανησυχίες.

Μετά το 2005, όταν ανέλαβε τον έλεγχο της Juba και άλλων μεγάλων πόλεων, το SPLM διατήρησε πολλές από τις δομές και τις μεθόδους διακυβέρνησης που υφίσταντο από προηγούμενα καθεστώτα. Παρέχοντας φαινομενικά «κρατικές» υπηρεσίες μέσω ξένων οργανισμών (αποστολές, ιδιωτικές επιχειρήσεις και οργανώσεις βοήθειας) και προσελκύοντας αρχηγούς, γυναίκες και οργανισμούς νεολαίας σε κυβερνητικές δομές, η ηγεσία του SPLM/A δεν θεσμοθέτησε ένα νέο κράτος, αλλά αντικατέστησε τις υπάρχουσες κρατικές δομές με «ξένες» προς τις μέχρι εκείνη την εποχή συνήθειες και νόρμες. Βασικά όργανα εξοπλισμένα με εργαλεία κατά της κακοδιαχείρισης του δημόσιου χρήματος -όπως η επιτροπή για την καταπολέμηση της διαφθοράς- αποδυναμώθηκαν στρατηγικά λόγω έλλειψης ανεξαρτησίας και εισαγγελικών εξουσιών. Ακολουθώντας το καθεστώς Μπασίρ στο Βορρά, η εθνική πολιτική επικεντρώθηκε στο ίδιο το κόμμα SPLM, με εναλλασσόμενες φατρίες και συμμαχίες να κυριαρχούν στο κόμμα και έτσι στο κράτος.

Ακόμα, οι πρακτικές διαχείρισης και χρήσης της ανθρωπιστικής και αναπτυξιακής βοήθειας διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις, ώστε πολλά μέλη, κυρίως της ελίτ, του SPLM/A να κάνουν περιουσία. Το 2012, ο Πρόεδρος Kiir δήλωσε ότι τουλάχιστον 4 δισεκατομμύρια δολάρια -πιθανώς περισσότερα- είχαν εκτραπεί στο εξωτερικό από κυβερνητικούς αξιωματούχους -ποσοστό περίπου ισοδύναμο με το ένα τρίτο των εισοδημάτων πετρελαίου 2005-2011. Μεταξύ του 2005 και του 2011, πάνω από το 80% των αμυντικών δαπανών κατευθύνθηκε σε μισθούς και επιδόματα, πέρα ​​από τον προϋπολογισμό που είχε διατεθεί.

Η πτώση του SPLM/A στις 9 Ιουλίου 2011 άλλαξε το κλίμα. Πιστεύεται ότι 350.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως θα παρέχουν δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ως βασικό κρατικό εισόδημα για τον πληθυσμό περίπου 8 εκατομμυρίων. Τα έσοδα από το πετρέλαιο αποτελούσαν περίπου το 98% του εθνικού προϋπολογισμού, υπονομεύοντας τις προσπάθειες για τη δημιουργία κοινωνικής σύμβασης γύρω από τη φορολογία και τις υπηρεσίες με τους νέους πολίτες του Νοτίου Σουδάν. Αν και είναι δύσκολο να βρεθούν ακριβή στοιχεία, περίπου ένα δισεκατομμύριο δολάρια διεθνούς βοήθειας έπρεπε να δαπανηθούν στο Νότιο Σουδάν ετησίως μεταξύ 2006 και 2010· το 2011 ο αριθμός ήταν περίπου 1,4 δισεκατομμύρια. Ωστόσο, πολύ λίγα από αυτά τα χρήματα βοήθειας έχουν δαπανηθεί στο Νότιο Σουδάν, και ακόμη λιγότερα έχουν φτάσει σε κυβερνητικά ταμεία. Η βοήθεια παρέχεται γενικά σε είδος, με έργα που διαχειρίζονται ξένοι εργολάβοι και ΜΚΟ.

Τα έσοδα από το πετρέλαιο εξυπηρετούσαν τις υπάρχουσες δομές διακυβέρνησης που προέρχονται από τον πόλεμο – συγκεκριμένα, την εξαιρετικά εκτεταμένη στρατιωτική, παραστρατιωτική και πολιτική διοίκηση που επεκτάθηκε περαιτέρω με διορισμούς φίλων, συγγενών και άλλων που επιδίωκαν ένα σοβαρό μερίδιο από τα «μερίσματα» της ειρήνης. Αυτή η εκτεταμένη γραφειοκρατία δικαιολογήθηκε ως μία ελάχιστη ανταμοιβή για όσους είχαν «αγωνιστεί για την ειρήνη», ως μέσο αποπληρωμής πιθανών αντιπάλων. Έτσι και αλλιώς, «η ειρήνη αγοράζεται». Οι πολιτοφυλακές διοχετεύτηκαν (όπως και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μετά την προηγούμενη ειρηνευτική συμφωνία) στις υπηρεσίες της αστυνομίας, των φυλακών, των δυνάμεων ασφαλείας, της πυρόσβεσης και της άγριας ζωής. Οι μισθολογικές δαπάνες για αυτές τις στρατιωτικές δαπάνες ενδέχεται να ήταν πάνω από 600 εκατομμύρια δολάρια το 2011.

Όταν στις 20 Ιανουαρίου 2013 η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα διακόψει την παραγωγή πετρελαίου, με τις απώλειες να υπολογίζονται στα 650 εκατομμύρια δολάρια το μήνα, οδήγησε στην κατάρρευση των κυβερνητικών συστημάτων σε ολόκληρη τη χώρα και εξασθένησε τον έλεγχο της κυβέρνησης Κιίρ επί των πολιτοφυλακών του SPLA. Η άμεση απάντηση της κυβέρνησης ήταν να εισαγάγει μέτρα λιτότητας, γνωστά ως “Kostirity”. Ωστόσο, δεν έγιναν περικοπές στα ζωτικά συστήματα προστασίας και τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς που συγκλόνισαν την κυβέρνηση του Κιίρ. Σύμφωνα με τον ειδικό της Αφρικής, Alex de Waal, ο στρατός ξόδεψε περίπου 1 δισεκατομμύριο δολάρια το 2013, ενώ άλλα αποθέματα ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων πήγαν σε άλλες κρίσιμες στρατηγικές διαίρεσης και διακυβέρνησης και για την ασφάλεια και την καταστολή.


Βιβλιογραφία

  1. The World Bank (2010) Multi-Donor Trust Fund for Southern Sudan: Taking Stock and A Way Forward, AFR/OPCS Implementation Support Mission.
  2. The World Bank (2010) Sudan: Strengthening Good Governance for Development Outcomes in Southern Sudan: Issues and Options.
  3. SSACC (2009) Southern Sudan Anti-Corruption Strategy 2010-14: Towards A Corruption-Free Southern Sudan.
  4. The World Bank (2009) Sudan: Toward Sustainable and Broad-Based Growth.

Παύλος Πετίδης

Είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης και μεταπτυχιακός φοιτητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, στις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Οικονομικές Σπουδές. Έχει πραγματοποιήσει πρακτικές ασκήσεις στο Υπουργείο Εξωτερικών και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ενώ έχει συμμετάσχει σε πλήθος συνεδρίων και προσομοιώσεων οργάνων των Ηνωμένων Εθνών (MUN). Απασχολείται σε Ερευνητικό Κέντρο Οικονομικής Πολιτικής, Διακυβέρνησης και Ανάπτυξης (ΕΚΟΠΔΑ) του Πανεπιστημίου Αθηνών.