Του Νικόλαου Τσελέντη,

Πολιτική αστάθεια, εμφύλιες συρράξεις, συνοριακές διαφορές αποτελούν τα πλέον συνήθη φαινόμενα στο διεθνές στερέωμα. Μάλιστα, ως έναν βαθμό, οι μικρές εντάσεις θεωρούνται αναπόφευκτες, αλλά και εύλογες. Εναπόκειται, λοιπόν, πρωτίστως στη δικαιοδοσία των κρατών να διευθετούν, με όσο το δυνατόν ειρηνικότερο τρόπο, τους σκοπέλους που ανακύπτουν. Η δυνατότητα επίλυσης των ακανθωδών ζητημάτων, σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς την πρόκληση περαιτέρω αναταραχών, είναι το επιθυμητό τόσο από τη μεριά των ίδιων των κρατών, όσο και από τη διεθνή κοινότητα. Ωστόσο, η θέληση από μόνη της δεν καθίσταται επαρκής, αν δε συνοδεύεται από τις προαπαιτούμενες ενέργειες, στις οποίες τα κράτη πολλάκις είτε αδυνατούν, είτε αρνούνται να προβούν. Έτσι, μία μικρή αναστάτωση εντός μίας χώρας μπορεί γρήγορα να πάρει τεράστιες διαστάσεις, οδηγώντας το διεθνές οικοδόμημα, και συγκεκριμένα τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, να αναπτύξει ειρηνευτικές αποστολές στις «φλέγουσες» περιοχές. Το παρόν άρθρο εστιάζει στις δράσεις του ΟΗΕ σε τρία κράτη της κεντρικής Αφρικής: στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, στο Τσαντ και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

Η πρώην βελγική αποικία έγινε ανεξάρτητο κράτος στις 30 Ιουνίου 1960, μετονομαζόμενη ως Δημοκρατία του Κονγκό. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε άμεση αναταραχή, όταν τα βελγικά στρατεύματα αποφάσισαν να επέμβουν στη χώρα με την πρόφαση της αποκατάστασης του νόμου και της προστασίας των Βέλγων υπηκόων. Κατόπιν αιτήματος της κυβέρνησης του Κονγκό, το Συμβούλιο Ασφαλείας έκρινε απαραίτητη την εμπλοκή της διεθνούς κοινότητας, με σκοπό την απόσυρση του βελγικού στρατού και την εξάλειψη των εγγενών συγκρούσεων. Ιδρύθηκε, λοιπόν, η επιχείρηση των Ηνωμένων Εθνών στο Κονγκό (United Nations Operation in the Congo-ONUC), η οποία επικεντρώθηκε στον τερματισμό του εμφυλίου που είχε ξεσπάσει με αφορμή τη δολοφονία του πρώην πρωθυπουργού, Patrice Lumumba, στην επαρχία Katanga, οι κάτοικοι της οποίας ζητούσαν την απόσχιση από το κράτος. Η ONUC αξιοποίησε ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπινου δυναμικού (19.823 στρατιώτες, τοπικά προσληφθέν προσωπικό και εμπειρογνώμονες), από το 1960 έως το 1963, οπότε και κατάφερε να εντάξει την Katanga στην εθνική επικράτεια. Συνολικά, η επιχείρηση διήρκησε τέσσερα έτη, με τα στρατεύματα το 1964 να περιορίζονται σε ρόλο παρατηρητή, αλλά να συρρικνώνονται και σε αριθμό (5871), ενώ το κόστος της επιχείρησης ήταν 250 θάνατοι.

Η δεύτερη ειρηνευτική αποστολή του ΟΗΕ στη ΛΔΚ ξεκίνησε το 1999 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Χωρίζεται σε δύο ξεχωριστές φάσεις: αποστολή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στο Κονγκό (United Nations Mission in Congo-MONUC 1999-2010) και αποστολή σταθεροποίησης του ΟΗΕ στο Κονγκό (United Nations Organisation Stabilisation Mission in the DRC-MONUSCO 2010-2020). Το πρώτο στάδιο της επιχείρησης του ΟΗΕ απέβλεπε στον τερματισμό της εμφύλιας σύρραξης, μεταξύ των δυνάμεων του Laurent Désiré Kabila και του Mobutu Sese Seko και στην απεμπλοκή των ξένων στρατευμάτων, που είχαν ενεργό συμμετοχή στις συγκρούσεις. Εφαρμόστηκαν τα αναγκαία στρατιωτικά, πολιτικά και διοικητικά μέτρα που οδήγησαν στο σταδιακό αφοπλισμό των ενόπλων δυνάμεων, ενώ κατόρθωσε η MONUC να συμβάλλει στη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών, στις 30 Ιουλίου 2006. Έχοντας ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος της αποστολής του, το Συμβούλιο Ασφαλείας απεφάνθη τη μετονομασία της επιχείρησης σε MONUSCO, το 2010, η οποία θα αντικατόπτριζε τη νέα φάση που επιτεύχθηκε στη χώρα, αλλά και τους καινούριους στόχους του ΟΗΕ, που αφορούν στα ανθρώπινα δικαιώματα. Η MONUSCO αποτελείτο αρχικά από 19.815 στρατιώτες, 760 στρατιωτικούς παρατηρητές, 1.050 μέλη αστυνομικών μονάδων και θα λειτουργούσε για ένα χρόνο. Εξαιτίας της αδυναμίας διασφάλισης της ειρήνης, η επιχείρηση παρατείνεται διαρκώς κατά ένα έτος, έχοντας, τη στιγμή που συντάσσεται το παρόν, ισχύ μέχρι το Δεκέμβρη του 2020.

Τσαντ

Η λωρίδα Aouzu αποτελούσε μήλον της έριδος για Τσαντ και Λιβύη, ήδη από το 1973. Η αμφισβήτηση της κυριότητας αυτής της περιοχής οδήγησε τα κράτη στο Διεθνές Δικαστήριο, το 1994, το οποίο έκρινε ως αναγκαία την αποχώρηση των στρατιωτικών και διοικητικών στελεχών της Λιβύης από τη λωρίδα. Το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε, στις 14 Απριλίου 1994, τη σύσταση μίας ομάδας παρατηρητών των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Aouzou Strip Observer Group-UNASOG), αποτελούμενης από 9 στρατιωτικούς παρατηρητές και 6 πολιτικούς εκπροσώπους, καθώς επίσης την παρουσία μίας μικτής ομάδας επίβλεψης από 25 άτομα κάθε κράτους. Η επιχείρηση διήρκησε 40 ημέρες και ο Γενικός Γραμματέας απέδωσε την περάτωση της αποστολής στον ίδιο τον ΟΗΕ αλλά και στις 2 κυβερνήσεις.

Κεντροαφρικανική Δημοκρατία

Το 1996, η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία ήρθε αντιμέτωπη με μία πολιτικοστρατιωτική κρίση. Ο Πρόεδρος Ange-Félix Patassé ζήτησε από τους αρχηγούς κρατών της Γαλλίας, της Μπουρκίνα Φάσο, του Γκαμπόν, του Τσαντ και του Μάλι να μεσολαβήσουν για την επίτευξη ανακωχής μεταξύ της κυβερνήσεως και των ανταρτών. Κατόπιν γαλλικής οικονομικής αρωγής, τα αφρικανικά κράτη ίδρυσαν τη δια-αφρικανική δύναμη (MISAB), η οποία λειτούργησε από το 1997 έως το 1998. Η απόσυρση της Γαλλίας από το εγχείρημα αυτό οδήγησε στην κατάρρευση της επιχείρησής τους, διότι τα αφρικανικά κράτη αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν οικονομικά. Για το λόγο αυτό, το 1998, το Συμβούλιο Ασφαλείας ίδρυσε τη United Nations Mission in the Central African Republic (MINURCA), η οποία συνέβαλε ταχεία στην παγίωση της ειρήνης, στην επανεκκίνηση της οικονομίας και τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών και τερματίστηκε στις 15 Φλεβάρη 2000, έχοντας πετύχει τον σκοπό της.

Η μετακίνηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού του Σουδάν και της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας στο ανατολικό Τσαντ δημιούργησε εντάσεις με τους κατοίκους του Τσαντ. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2007, το Συμβούλιο Ασφαλείας, έπειτα από διαβούλευση με το Τσαντ και την CAR, προχώρησε στη δημιουργία στρατιωτικής και αστυνομικής επιχείρησης (United Nations Mission in the Central African Republic and Chad-MINURCAT), προκειμένου να προστατευθεί ο άμαχος πληθυσμός και να περιοριστεί η κατάφορη καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το ανθρώπινο δυναμικό ανήλθε σε 5.200 στρατιωτικούς, 300 αστυνομικούς και μερικούς παρατηρητές, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση, κυρίως του Τσαντ, πιέζοντας για μικρότερη στρατιωτική παρουσία. Εν τέλει, η επιχείρηση ξεκίνησε τη σταδιακή υποχώρηση από τις αρχές του 2010 μέχρι το Δεκέμβρη του ίδιου έτους, εναποθέτοντας την κυρίαρχη ευθύνη στα αφρικανικά κράτη.

Η διαρκής αστάθεια στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία επιβεβαιώθηκε δύο χρόνια αργότερα, το 2012, όταν η μουσουλμανική Séléka (συμμαχία) ξεκίνησε επιθέσεις και κατέλαβε την πρωτεύουσα, Bangui, το Μάρτη του 2013, αναγκάζοντας τον Πρόεδρο François Bozizé να φύγει. Στην επίθεση αυτή αντέδρασε το χριστιανικό κίνημα anti-Balaka, προκαλώντας ένα φαύλο κύκλο συγκρούσεων, που παρέλυσαν τους κρατικούς θεσμούς και εξαθλίωσαν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Στη δίνη των εξελίξεων, ο ΟΗΕ προχώρησε στη δημιουργία της MINUSCA (United Nations Multidimensional Integrated Stabilisation Mission in the CAR), τον Σεπτέμβρη του 2014, που αποτελείται από τουλάχιστον 10.000 στρατιωτικούς, 200 σταθμάρχες, 1.800 αστυνομικούς και 240 παρατηρητές. Η επιχείρηση έχει καταφέρει να οδηγήσει τις αντίπαλες ομάδες σε διάλογο για τον αφοπλισμό τους, να συνεισφέρει στην ίδρυση του Ειδικού Ποινικού Δικαστηρίου και να πραγματοποιηθούν εκλογές, το 2016. Ωστόσο, η βία κατά του άμαχου πληθυσμού παραμένει υψηλή, δημιουργώντας δυσπιστία προς την κρατική εξουσία, αλλά και προς το πρόσωπο του ΟΗΕ, κατηγορώντας τον για συνενοχή στον εφοδιασμό όπλων των δυνάμεων της χώρας. Επομένως, η MINUSCA συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι και σήμερα, προσπαθώντας να μην επαναληφθεί ένας πόλεμος, που θα παραλύσει τον κρατικό μηχανισμό.

Ειρήνη, λοιπόν. Μία τόσο δα λέξη, στο όνομα της οποίας ξεκινούν άπειρες επιχειρήσεις. Ορισμένες εξ αυτών στέφονται με επιτυχία και άλλες εγκλωβίζονται σε έναν αέναο κύκλο εμπόλεμων καταστάσεων. Αδιαμφισβήτητα, η δράση του ΟΗΕ είναι ζωτικής σημασίας, καταφέρνοντας, σε αρκετές περιπτώσεις, να κατευνάσει τους κινδύνους. Όμως, τι συμβαίνει όταν μία ειρηνευτική αποστολή προϋποθέτει τη θυσία πολλών ενόπλων, αλλά και αμάχων πληθυσμών; Τι αποκομίζουν στο τέλος τα κράτη που δέχθηκαν βοήθεια; Έχει λόγο ύπαρξης ο ΟΗΕ; Κι αν ναι, μήπως οφείλει να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας του; Τροφή για σκέψη.


Ενδεικτικές Πηγές

 


Νικόλαος Τσελέντης, Υπεύθυνος Επικοινωνίας

Γεννήθηκε το 2000 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι φοιτητής  του τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έχει παρακολουθήσει αρκετές ομιλίες και ημερίδες σχετικές με το αντικείμενο των σπουδών του. Ιδιαίτερη είναι η συμμετοχή του σε συνέδριο προσομοίωσης του ΟΗΕ (RhodesMRC). Είναι γνώστης της Αγγλικής και αυτήν την περίοδο διδάσκεται τη Γαλλική γλώσσα.