Τι αισθάνονται οι Ελληνίδες γυναίκες στη σημερινή κοινωνία

93

Του Οδυσσέα Βλαχονικολού,

Οι γυναίκες αρχίζουν να αποκτούν το δικαίωμα ψήφου από τον 19ο αιώνα, με τη Νέα Ζηλανδία πρώτη το 1893. Το κύριο σκεπτικό για να μην ψηφίζουν οι γυναίκες πηγάζει από το στερεότυπο που θεωρεί την γυναίκα σωματικά και πνευματικά κατώτερη του άνδρα. Ένα στερεότυπο που έχει ξεπεραστεί σήμερα, με αποτέλεσμα τα δύο φύλα να είναι ισότιμα μέλη στην κοινωνία. Πόσο σίγουρη είναι η παραπάνω παραδοχή όμως; Για να απαντηθεί αυτή η ερώτηση, θα παραθέσω μερικές σκέψεις των Ελληνίδων γυναικών όσον αφορά τις αρνητικές συμπεριφορές που αντιμετωπίζουν στην κοινωνία, εντός και εκτός Ελλάδας, σχετικά με την σχέση των δύο φύλων. Ερωτήθηκαν γυναίκες όλων των ηλικιών, από 15 έως 75, και οι απαντήσεις που μου δόθηκαν ήταν οι παρακάτω.

Το γεγονός ότι οι άντρες κυκλοφορούν ελεύθεροι οποιαδήποτε ώρα θέλουν και όπως θέλουν σε αντίθεση με αυτές. Η ανάγκη να απολογηθούν για συμπεριφορές, τις οποίες ο άνδρας δεν χρειάζεται να δώσει, όπως η ενδυμασία, οι ερωτικές τους σχέσεις, ακόμα και η μουσική που ακούν. Η αντίληψη ότι η γυναίκα έχει ως αυτοσκοπό την κάλυψη των ερωτικών προτιμήσεων του άνδρα, κάτι που οδηγεί στην δυνατότητα των ανδρών να κάνουν χυδαία σχόλια ή χειρότερα να τις κακοποιούν σεξουαλικά. Παράλληλα, τους εκνευρίζει η ευθύνη που τους προσάπτεται σε περίπτωση βιασμού, καθώς ενδέχεται «να προκαλούσαν». Η επιβολή των ανδρών στις αποφάσεις του σπιτιού, καθώς και η δυνατότητα τους να χρησιμοποιήσουν την σωματική τους δύναμη έναντι των γυναικών.

Κάτι άλλο που τους προκαλεί οργή είναι η προβολή της γυναίκας ως πρότυπο νοικοκυράς και μητέρας. Η δυσανασχέτηση των ανδρών όταν οι γυναίκες πετυχαίνουν, ενώ καταβάλουν μεγαλύτερες προσπάθειες σε σχέση με αυτούς. Επιπλέον, η υποτίμηση της γυναίκας στις θετικές επιστήμες και οι λιγότερες ευκαιρίες που έχουν σε επαγγέλματα που θεωρούνται «ανδρικά», ενώ οι άντρες κατέχουν το προνόμιο του φύλου τους για να πάρουν μία προαγωγή. Τέλος, το χάσμα των αμοιβών που υπάρχει μεταξύ των δύο φύλων. Αυτές ήταν μερικές απαντήσεις που έλαβα, όμως το θέμα μπορούμε να το εξετάσουμε καλύτερα με μερικά στατιστικά στοιχεία.

Σύμφωνα με την Eurostat, το 2018 το χάσμα στις αμοιβές ανά ώρα μεταξύ των δύο φύλων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται στο 14,8%. To ποσοστό αυτό παγκοσμίως ανέρχεται στο 46%, καθώς σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ για κάθε ένα δολάριο που κερδίζει ο άντρας, η γυναίκα κερδίζει 54 σεντ. Αυτό οφείλεται κυρίως στις διακρίσεις που υπάρχουν κατά των γυναικών. Ωστόσο, αν το δούμε πιο διεξοδικά υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που οφείλονται σε αυτό το χάσμα.

Καταρχάς, η κατώτερη θέση της γυναίκας στην αγορά εργασίας μπορεί να οφείλεται στην καθιέρωση διαφορετικών ρόλων και αξιών στην κοινωνία για τον άνδρα και τη γυναίκα, τα λεγόμενα πρότυπα. Ειδικότερα, από μικρή ηλικία δημιουργείται ένα ανδρικό και ένα γυναικείο πρότυπο ζωής. Το γυναικείο πρότυπο ταυτίζεται με εκείνο της συζύγου και μητέρας. Ο ρόλος της στην αγορά εργασίας θεωρείται προέκταση του ρόλου της στην οικογένεια. Τα «γυναικεία» επαγγέλματα, συνήθως, πληρώνουν λιγότερα από τα «ανδρικά», για παράδειγμα οι δασκάλες ή νοσηλεύτριες σε αντιδιαστολή με τους δικηγόρους ή μηχανικούς έχουν μικρότερους μισθούς. Αυτό παρατηρείται επίσης στα χαμηλά ποσοστά γυναικών στην αγορά εργασίας των «ανδρικών» επαγγελμάτων. Παγκοσμίως, το 24% των μελών στα κοινοβούλια είναι γυναίκες, δείχνοντας την χαμηλή εκπροσώπηση των γυναικών στην πολιτική. Μόλις σε 3 χώρες έχουν τουλάχιστον 50% εκπροσώπηση οι γυναίκες στο κοινοβούλιο τους.

Αξιοσημείωτος παράγοντας είναι η μητρότητα και το δίλημμα που εμφανίζεται μεταξύ οικογένειας ή καριέρας. Πιο συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις πιστεύουν ότι οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να διακόψουν την καριέρα τους σε νεαρή ηλικία λόγω εγκυμοσύνης, με αποτέλεσμα η προαγωγή του άνδρα να είναι πιο κερδοφόρα για την επιχείρηση. Κάποιες επιχειρήσεις προσπαθούν να πληρώσουν τις εργαζόμενες γυναίκες με χαμηλότερους μισθούς από εκείνους των εργαζομένων ανδρών λόγω του κινδύνου εξόδου της γυναίκας από το εργατικό δυναμικό.

Η αγορά εργασίας γνωρίζει προκαταλήψεις ενάντια των γυναικών, γι’ αυτό και η πολιτεία οφείλει να μεριμνήσει ανάλογα. Αναλυτικότερα, οι άδειες πατρότητας και η παροχή υπηρεσιών παιδικών σταθμών στους εργαζόμενους γονείς θα οδηγούσε στον περιορισμό των διακρίσεων κατά των γυναικών, δημιουργώντας ένα φιλικό περιβάλλον εργασίας, όπου οι γυναίκες και οι άνδρες θα αντιμετωπίζονται ισότιμα. Παράλληλα, είναι αναγκαίο να εξαλειφθούν τα πρότυπα που θέλουν την γυναίκα στο σπίτι και τον άνδρα στην δουλειά. Σύμφωνα με τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Μάικλ Κίμελ, αναλύσεις έχουν δείξει ότι οι οικογένειες που μοιράζονται την ανατροφή του παιδιού και τις δουλειές του σπιτιού είναι πιο ευτυχισμένες και υγιείς, ενώ τα παιδιά τους παρουσιάζουν καλύτερες αποδόσεις στο σχολείο.

Πέρα από την αγορά εργασίας οι γυναίκες υφίστανται καταπίεση, καθώς σύμφωνα με έρευνα της Eurostat το 45% έως το 55% των γυναικών στην Ε.Ε. έχουν υποστεί σεξουαλική παρενόχληση από την ηλικία των 15 ετών. Πιο συγκεκριμένα, το στερεότυπο της γυναίκας που οφείλει να φροντίζει τον άντρα και την οικογένεια προεκτείνεται στην υπακοή της γυναίκας στις ανάγκες του άνδρα. Έτσι, δημιουργείται ένα σκεπτικό στους άνδρες, ότι η γυναίκα τους ανήκει, κάτι που οδηγεί στην αίσθηση ανωτερότητάς τους απέναντι στις γυναίκες. Συνεπώς, η σεξουαλική παρενόχληση των γυναικών είναι απόρροια μιας πατριαρχικής κοινωνίας, που μεγαλώνει τον άνδρα με την ψευδαίσθηση ότι του ανήκει η γυναίκα.

Η κατάσταση χειροτερεύει στον υπόλοιπο κόσμο, με την Αφρική και την Ασία να πρωτοστατούν στους δείκτες ανισότητας. Ειδικότερα, η θέση της γυναίκας στις αναπτυσσόμενες χώρες βρίσκεται αποκλειστικά στην ανατροφή των παιδιών και την δημιουργία οικογένειας. Το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, οδηγεί τις κοινωνίες αυτές να κάνουν όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά, ώστε να υπάρχουν περισσότερες πηγές εισοδήματος για την οικογένεια. Συνεπώς, η θέση της γυναίκα περιορίζεται αποκλειστικά σε αυτό τον ρόλο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει περιθώριο ανάπτυξης του πνεύματος, είτε με τον ελεύθερο χρόνο είτε με το πιο σημαντικό, την εκπαίδευση.

Έχουν γίνει πολλά βήματα για την ισότητα των δύο φύλων, με το φεμινιστικό κίνημα να πρωταγωνιστεί. Η κατοχύρωση ίσης αμοιβής και αντιμετώπισης ανδρών και γυναικών στην αγορά εργασίας και στην κοινωνία είναι απλά το πρώτο βήμα που οδηγεί στην απαιτούμενη ισότητα. Ωστόσο, μέσα σε μία κοινωνία που οι γυναίκες ακόμα φοβούνται να περπατήσουν στον δρόμο μόνες τους, νιώθουν ανασφάλεια και είναι περιορισμένες στην οικογένεια και στην εργασία και δεν τους δίνεται η δυνατότητα να εκφραστούν ελεύθερα, ο φεμινισμός είναι ακόμα αναγκαίος.

Φεμινισμός δεν σημαίνει μίσος για τον άνδρα. Δεν σημαίνει πλήρη ταύτιση με τον άνδρα. Φεμινισμός σημαίνει ίση αντιμετώπιση των δύο φύλων. Σημαίνει δικαιοσύνη και απελευθέρωση του ατόμου. Θα ήθελα να κλείσω με τα λόγια μιας Αγγλίδας συγγραφέως, υπέρμαχου των δικαιωμάτων της γυναίκας τον 18ο αιώνα Μαίρη Γουόλστονκραφτ: «Δεν εύχομαι στις γυναίκες να εξουσιάζουν τους άντρες, αλλά τον εαυτό τους».