Του Δημήτρη Τόλια, 

Στις 7 Οκτωβρίου αναμένεται η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για την υπόθεση της Χρυσής Αυγής. Αμέσως η πρώτη σκέψη που κάνω είναι αν την 7η Οκτωβρίου θα έχουμε αυτομάτως τελειώσει στα αλήθεια με την Χρυσή Αυγή. Σίγουρα, ένας κύκλος φασιστικής βίας και ρατσιστικού λόγου, ο οποίος μας έγινε φανερός από το 2011 και έπειτα, ενδεχομένως να κλείσει. Ο μηχανισμός που κινητοποιούσε τους φασίστες, που μετέτρεπε τους συγχυσμένους από το χάος της πραγματικότητας πολίτες σε ψηφοφόρους ενός νέο ναζιστικού κόμματος, έχει σβήσει εδώ και μήνες. Από την αποτυχία της να μπει στο ελληνικό κοινοβούλιο μετά τις εκλογές του 2019, τα γραφεία της Χρυσής Αυγής κλείνουν το ένα μετά το άλλο και η συνολική της απήχηση περιορίζεται σε αποσπασματικές δηλώσεις παλαιών βουλευτών της. 

Θα είναι όμως, πράγματι, το τέλος της Χρυσής Αυγής την 7η Οκτωβρίου; Ή βαθύτερα, θα έχουμε ξεμπλέξει με τον φασισμό μετά από εκείνη την ημέρα στη χώρα μας; Έχω αρκετούς λόγους για να φοβάμαι πως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Αντίθετα, συγκεκριμένα γεγονότα και πρόσωπα μου προκαλούν ανησυχία. Έναν τρόμο μήπως το τέλος του «κύκλου» που αναμένουμε τον Οκτώβρη να κλείσει, είναι παρά μόνο η αρχή. 

Πηγή εικόνας: ABC News

Πριν λίγες εβδομάδες, ήρθε στο φως μια μελέτη του Κέντρου Ερευνών για τον εξτρεμισμό του Πανεπιστημίου του Όσλο. Σύμφωνα με αυτή, κατά το διάστημα 2016-2019 στην Ελλάδα παρατηρήθηκε περισσότερη κατά κεφαλήν ακροδεξιά βία από κάθε άλλη χώρα της Δυτικής Ευρώπης. Συγκεκριμένα, συνέβησαν 3,1 περιστατικά ανά εκατομμύριο κατοίκους (1,3 Γερμανία, 0,7 Ιταλία, 0,6 Βρετανία). Οι περισσότερες επιθέσεις πριν το 2018 παρατηρήθηκαν στην Αττική, ενώ κατά το διάστημα 2018-2019, πολλές επιθέσεις παρατηρήθηκαν στην Μακεδονία και τη Λέσβο. Επιπλέον, τα στοιχεία αποδεικνύουν πως η βία αυτή προήλθε από προσχεδιασμένες και οργανωμένες επιθέσεις και όχι αυθόρμητα. 

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της έρευνας είναι πως ενώ πριν το 2019, τα θύματα ήταν περισσότερο οι ιδεολογικοί αντίπαλοι (αντιφασίστες), από το 2019 αυξάνεται η βία απέναντι σε πρόσφυγες. Μάλιστα, σε άρθρο τους στο ΒΗΜΑ της Κυριακής (30/8/2020), οι Α.R. Jupskas (Υποδιευθυντής του Κέντρου Ερευνών για τον Εξτρεμισμό) και ο ερευνητής M. Fielitz αναφέρουν πως συχνά οι επιθέσεις πραγματοποιούνται κατά την ημέρα και όχι την νύχτα, γεγονός που αναδεικνύει μια αίσθηση ασφάλειας που απολαμβάνουν οι ακροδεξιές οργανώσεις, καθώς οι ελληνικές αστυνομικές αρχές δεν έχουν δώσει αρκετή προσοχή στην δράση αυτών των ομάδων, εμφανίζοντας μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις, ρατσιστική συμπεριφορά. 

Παρατηρούμε πως η δράση ακροδεξιών οργανώσεων συσχετισμένων ή μη με την Χρυσή Αυγή, συνεχίζει να δρα παρά την σήψη που έχει υποστεί το νέο-ναζιστικό κόμμα. Η άνοδος της βίας σε Μακεδονία και Λέσβο συνδέεται με τις κινητοποιήσεις για το Μακεδονικό και τις διαμαρτυρίες για τις δομές μεταναστών στην Λέσβο. Σήμερα, μπορεί να μην έχουμε το Μακεδονικό ως θέμα ατζέντας, έχουμε όμως το ελληνοτουρκικό. Πρόκειται για ένα ζήτημα που αντλώντας ταυτοτικό συναισθηματισμό από τους ελληνικούς εθνικούς μύθους μετατρέπει την πολιτική σε παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Καθιστά τα γεγονότα και τις συζητήσεις από ζητήματα διεθνών ισορροπιών, θέματα εθνικής επιβίωσης. 

Πηγή εικόνας: Al Jazeera

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως εισβάλλουν στον πολιτικό λόγο αντιθετικά δίπολα. Νίκη-ήττα, όλα-τίποτα, πατριώτης-προδότης, Έλληνας-ανθέλληνας κ.ο.κ. Οποιοσδήποτε συμβιβασμός σημαίνει ήττα και προδοσία, οτιδήποτε δεν είναι απόλυτη νίκη θα είναι απόλυτη ήττα στον εθνικιστικό αυτό λόγο. Τέτοιοι λόγοι που είναι χτισμένοι με υλικό που παρέχεται απλόχερα από το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, χρησιμοποιούνται για την κινητοποίηση ακροδεξιών οργανώσεων. Ακόμη, αναπαραγωγή των σχημάτων αυτών παρατηρείται όχι μόνον από alter right και φασιστικά κόμματα εντός και εκτός βουλής, αλλά και από κυβερνητικά χείλη. Η χρήση τέτοιων λόγων δύναται να γίνει ο καλύτερος μοχλός για την άνοδο νέων φασιστικού τύπου κινημάτων, έτοιμων να εκμεταλλευτούν φανατισμένα ακροατήρια.

Εκτός των καθαρά εθνικών ζητημάτων, όπως είδαμε παραπάνω η βία κινητοποιείται με αφορμή το μεταναστευτικό. Μας είναι πρόσφατες οι μνήμες του χειμώνα στην Λέσβο, με άτυπες και μη πολιτοφυλακές να κάνουν επιθέσεις. Από έναν άντρα ακούστηκε: (Συγχωρέστε μου τη χυδαιότητα) «Δεν σε γκαστρώσαμε εμείς, άι πνίξου» στη θέα μιας γυναίκας εγκύου που προσπαθούσε να φτάσει από την θάλασσα στο λιμάνι, ενώ το πλήθος να προσπαθούσε να την εμποδίσει να ανέβει στην στεριά. Ακόμα, βέβαια αυτές τις ημέρες, αν κάναμε μια βόλτα σε χιλιάδες σχόλια στα social media, θα παρατηρούσαμε κάτι που ξεπερνά τον ρατσιστικό οχετό. Μια πλήρη απαξίωση της ανθρώπινης υπόστασης, της ίδιας της ανθρώπινης ζωής μπροστά σε εθνικές, φυλετικές οάσεις. 

Αυτή η βία, απέναντι στον αδύναμο, στον εύκολο στόχο, η δαιμονοποίηση του κακού ενάντια στον οποίο όλα επιτρέπονται, εμφανίζεται ξανά. Πλήθη και μάζες κινητοποιούνται ξανά, επαναφέρουν την βία, απέναντι σε κοινωνικές ομάδες που σε αυτές διακρίνουν τις αιτίες της αποτυχίας τους, να είναι άνθρωποι και μια ψευδαίσθηση ελπίδας. Πως αν «αυτοί» δεν υπάρξουν ποτέ εδώ, θα υπάρξουμε «εμείς». Πως αν «αυτοί» δυστυχήσουν αλλού, «εμείς» θα ευτυχήσουμε εδώ.

Πηγή εικόνας: In.gr

Το δίπολο αυτό, που φυσικά μπλέκεται με το εθνικό (είδαμε πόσο εύκολα ο «άλλος» σαν υποψία πήρε αμέσως την μορφή της Τουρκίας, σε επιχειρήματα για προβοκάτσια) γεννά σοβαρούς φόβους για μια αναζωπύρωση του φασιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Και αν η Χρυσή Αυγή ήταν ο πρώτος γύρος, ένας φασισμός που χτίζεται απέναντι στον εθνικά «άλλο» και όχι τόσο στον ιδεολογικά «άλλο», ενδεχομένως να είναι ακόμη πιο επικίνδυνος από τον πρώτο. Στην περίπτωση αυτή, θα αναζητηθούν εσωτερικοί εχθροί του κακού, προδότες, μειοδότες και πέμπτες φάλαγγες. 

Μάλιστα, συμβολικά μου έχει καρφωθεί στο μυαλό μια εικόνα που αντίκρισα και με ταρακούνησε σχετικά με τον σκοταδισμό, που αναδύεται ταυτόχρονα με τα παραπάνω. Σε μια πορεία κατά της μάσκας στο σχολείο, αφού το πλήθος έριξε στη μέση πολλές μάσκες χλευάζοντας, μια γυναίκα ανέβηκε σε αυτές πατώντας τες. Μου ήρθαν αμέσως στο μυαλό εικόνες πλήθους φασιστών στην ναζιστική Γερμανία τη δεκαετία του 30’ να καίνε βιβλία. Είναι η νίκη του σκοταδισμού κατά της επιστήμης. Αυτό που με ταρακούνησε δε περισσότερο, ήταν πως η πορεία αυτή διοργανώθηκε από υποψήφια βουλευτή της Χρυσής Αυγής. 

Άρα, λοιπόν, με την άνοδο της βίας κατά αδύναμων, την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής του «άλλου» και των εσωτερικών «συμμάχων» του, την άνοδο του εθνικιστικού δίπολου και την ανάδυση του σκοταδισμού πάνω στον επιστημονικό λόγο τι να υποθέσουμε μετά την 7η Οκτωβρίου; Έχουμε το τέλος ενός φασιστικού κύκλου ή την αρχή του; Δεν είναι αθώοι, δεν είναι όμως και τελειωμένοι. 


Δημήτρης Τόλιας, Υπεύθυνος Επικοινωνίας

Γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στον Ωρωπό Αττικής. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ έχει φοιτήσει και για ένα έτος στο ίδιο τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Είναι λάτρης της πολιτικής ιστορικής ανάλυσης και έρευνας. Ασχολείται με την ανίχνευση της διαδικασίας διάδοσης και τις επιδράσεις των πολιτικών ιδεών στην κοινωνία τόσο στο παρελθόν όσο και φυσικά στο σήμερα.