Ματωμένα διαμάντια

84

Της Ανθής Αγγελοπούλου,

Το διαμάντι ή αδάμαντας (προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ἀδάμας, που σημαίνει αήττητος, ακατανίκητος, λόγω της μεγάλης σκληρότητάς του) είναι το πολυπόθητο ορυκτό που η κάθε γυναίκα σχεδόν θέλει να φοράει ως κόσμημα. Παρ’όλο που είναι ένα λαμπερό και αστραφτερό κόσμημα, κρύβει «μέσα» του την εξαθλίωση, την ανέχεια και την εκμετάλλευση που βιώνουν καθημερινά οι ανθρακωρύχοι στις εξορύξεις διαμαντιών.

Διαπιστώνεται από βιβλία Οικονομίας και Νομοθεσίας του 4ου π.Χ. αιώνα, ότι τα πρώτα διαμάντια ανακαλύφθηκαν στην Ινδία. Το εμπόριο διαμαντιών υπολογίζεται ότι άρχισε τον 1ο π.Χ. αιώνα πρώτα από την Ινδία, ύστερα από την Κίνα, ακολούθησαν η Αραβία, η Περσία και, τέλος, η Ευρώπη. Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα ανακαλύφθηκαν στη Νότια Αφρική μεγάλα κοιτάσματα διαμαντιών. Το πρώτο διαμάντι 10,73 καρατιών βρέθηκε τυχαία το 1866 στις όχθες του Οράγγη ποταμού και πήρε την ονομασία «Εύρηκα». Έπειτα, το 1869 ανακαλύφθηκε το διαμάντι το «άστρο της Νοτίου Αφρικής» 47,75 καρατιών. Αν και το μεγαλύτερο διαμάντι 3.106 καρατιών ανακαλύφθηκε το 1905 κοντά στην Πρετόρια της Νοτίου Αφρικής. Οι κύριες χώρες, οι οποίες ασχολούνται με την παραγωγή διαμαντιών είναι η Ινδία, η Κίνα, η Ρωσία, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό, η Νότια και Δυτική Αφρική, η Βραζιλία και η Αυστραλία.

Η εξόρυξη διαμαντιών στη Σιέρα Λεόνε ανακαλύφθηκε γύρω στο 1930 και μέχρι σήμερα, υπάρχει σημαντικό αντίκτυπο σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Παρ’όλο που στις χώρες της Νοτίου Αφρικής, η εξόρυξη διαμαντιών πραγματοποιείται κυρίως από εταιρείες μεγάλης κλίμακας, στη Σιέρα Λεόνε τα διαμάντια βρίσκονται διασκορπισμένα κοντά σε επιφάνειες των κοιλάδων του ποταμού. Επομένως, υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση από οποιονδήποτε που διαθέτει φτυάρι και κόσκινο. Η περιοχή Kono της Σιέρα Λεόνε έχει καταστεί πόλος έλξης κυρίως από νέους, ανύπαντρους, άνεργους άνδρες, οι οποίοι προσπαθούν να βελτιώσουν τον τρόπο ζωής τους. Εξαιτίας της μη μηχανικής και μη ρυθμιζόμενης φυσικής εξόρυξης βιοτεχνικών διαμαντιών, εξακολουθεί να υπάρχει μία αυστηρά διαχειριζόμενη δομή παραγωγής, την οποία, συνήθως, αποτελούν συμμορίες εργατών που συνεργάζονται σε μικρές περιοχές. Επίσης, μία άλλη ομάδα ατόμων προμηθεύει στους ανθρακωρύχους φαγητό και εργαλεία. Στη συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, δεν θα προσφερθεί καμία αμοιβή, αν δεν βρεθούν διαμάντια. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αυτή τη σχέση ως ένα σύστημα δουλείας, καθώς αποτελεί μία σύγχρονη μορφή δουλείας.

Παρ’όλο που η εξόρυξη διαμαντιών αποτελεί μία από τις πιο προσοδοφόρες εξαγωγικές βιομηχανίες με ετήσια παραγωγή 250 εκατομμυρίων δολαρίων, λόγω της κάκιστης διακυβέρνησης και της εκτεταμένης διαφθοράς, μόνο ένα μικρό ποσοστό των κερδών επιστρέφει στις περιοχές, όπου εξορύσσονται τα διαμάντια.

Στην πόλη του Κοΐντου (100.000 κατοίκων) της Σιέρα Λεόνε 1-2 φορές την εβδομάδα οι άνθρωποι μαζεύουν τα πράγματά τους και καταφεύγουν στον λόφο, διότι γίνεται έκρηξη σε ορυχείο διαμαντιών. Οι άνθρωποι ζουν σε εξαιρετικά άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Τόσο το 2007, όσο και το 2012 οι κάτοικοι της πόλης διαμαρτυρήθηκαν για τις άθλιες συνθήκες εργασίας, τις περιβαλλοντικές συνέπειες της εταιρείας, καθώς και την ανέχεια και την απόλυτη φτώχεια που βίωναν. Η αστυνομία αντιμαχόμενη τους πολίτες δεν δίστασε να σκοτώσει δύο ανθρώπους το 2007 και άλλους δύο το 2012, συμπεριλαμβάνοντας κι ένα δωδεκάχρονο αγόρι.

Οι ανθρακωρύχοι διαμαντιών, που εργάζονται σε εξόρυξη μικρής κλίμακας, παράγουν περίπου το 15% των διαμαντιών παγκοσμίως. Τουλάχιστον ένα εκατομμύριο εκσκαφείς διαμαντιών στην Αφρική κερδίζουν λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα. Αυτός ο μισθός βρίσκεται κάτω από τα όρια της ακραίας φτώχειας, με αποτέλεσμα πολλοί εργαζόμενοι να στερούνται τα βασικά αγαθά, όπως είναι το φαγητό, το νερό, η αποχέτευση. Η πείνα, ο αναλφαβητισμός και η παιδική θνησιμότητα μαστίζουν σε εκείνες τις περιοχές.

Τα παιδιά απασχολούνται συχνά στη βιομηχανία εξόρυξης διαμαντιών, διότι θεωρούνται εύκολη και φθηνή πηγή εργασίας. Σύμφωνα με έρευνες που έχουν γίνει, διαπιστώθηκε ότι το 46% των ανθρακωρύχων διαμαντιών στην επαρχία Lunda Norte της Αγκόλα αποτελούνταν από παιδιά ηλικίας 5 έως 16 ετών. Τα παιδιά εργάζονται έξι με επτά ημέρες την εβδομάδα και για ατελείωτες ώρες. Ακόμη, είναι πιο ευάλωτα από τους ενήλικες στους τραυματισμούς. Επιπροσθέτως, λόγω του μικρού μεγέθους μπορεί να κληθούν να εκτελέσουν τις πιο επικίνδυνες δραστηριότητες. Η εργασία εμποδίζει τα παιδιά να πάνε στο σχολείο και να μορφωθούν κι έτσι μεγαλώνοντας δεν έχουν άλλη επιλογή από το να συνεχίσουν να εργάζονται στα ορυχεία.

Ο πλούσιος γίνεται πλουσιότερος και ο φτωχός φτωχότερος…

Για ακόμη μία φορά, τα εξιλαστήρια θύματα είναι τα παιδιά, που είναι ανήμπορα να αντιδράσουν, να επαναστατήσουν και να διαφύγουν από αυτή την απάνθρωπη ζωή. Η εξόρυξη διαμαντιών και οι συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων αποδεικνύουν ότι η υπέρτατη αξία είναι το χρήμα και όχι ο άνθρωπος. Οι «ισχυροί», για ακόμη μία φορά θυσιάζουν στο βωμό των χρημάτων τον άνθρωπο, χωρίς να τον υπολογίζουν.