Του Γιώργου Πασσά,

Στη σύγχρονη αμερικανική – και όχι μόνο – εποχή, που η κυριαρχία της οικονομίας επί της πολιτικής είναι γνωστή τοις πάσι, τα πολιτικά σκάνδαλα σπανίως απουσιάζουν και πολλές θεμελιώδεις αρχές τίθενται διαρκώς υπό αμφισβήτηση, η ρευστότητα των ορίων έχει γίνει ανησυχητική. Ελέω της παντοδυναμίας που τόσο απλόχερα μοιράζει το νομότυπο, την οποία συμπληρώνει στην εντέλεια το «αντισυστημικό» ρεύμα με το γοητευτικό επαναστατικό ένδυμά του, διαμορφώνεται ένα πολιτικό περιβάλλον, που όχι μόνο ευνοεί, αλλά και απαιτεί την αδιαφορία προς τις πάγιες πρακτικές, τα πολιτικά έθιμα και την κατ’ ουσίαν νομιμότητα της εκάστοτε στάσης. Σαν μία ακόμη υπενθύμιση όλων αυτών, βρέθηκε τελευταία στο επίκεντρο της επικαιρότητας το ζήτημα της δημοσίευσης ή μη των φορολογικών δηλώσεων του Προέδρου και η στάση της δικαιοσύνης στο συγκεκριμένο θέμα, εγείροντας νέες αμφιβολίες για τα όρια του ακαταλόγιστου και της νομικής θωράκισης του Προέδρου, ζήτημα που συζητήθηκε εντόνως, έπειτα από την άρνηση του Donald Trump να δημοσιεύσει το πόθεν έσχες του και την εν συνεχεία εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α., που αναγνωρίζει τέτοια υποχρέωσή του.

Ρίχνοντας μια ματιά στην στάση επιφανών πολιτικών προσώπων, κομματικών υποψηφίων και προφανώς προηγούμενων Προέδρων διαχρονικά, διαπιστώνει κανείς με ευκολία πως στην αμερικανική πολιτική, αλλά και εν γένει στις σύγχρονες δημοκρατίες, όπου η ροή και επιρροή του χρήματος στην πολιτική σκηνή κάθε άλλο παρά περιορισμένη είναι, υπάρχει κατά κοινή παραδοχή ένα αναπόσπαστο συστατικό στοιχείο, ένας όρος εκ των ων ουκ άνευ για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος και τον ορθό έλεγχο των πολιτικών εξουσιών, που είναι η δημοσίευση των προσωπικών φορολογικών δηλώσεων και περιουσιακών στοιχείων. Μέσω αυτής της δημοσίευσης, όχι μόνο διασφαλίζεται πως το εκάστοτε πολιτικό πρόσωπο δεν έχει υποπέσει σε οικονομικά παραπτώματα, αλλά, επιπλέον, η πολιτική ηγεσία διαδραματίζει, μέσω της διαδικασίας αυτής, έναν εκ των σημαντικότερων ρόλων της, αυτόν της λογοδότησης στο εκλογικό σώμα, αποδεικνύοντας εμπράκτως πως δεν έχει τίποτα να αποκρύψει, διαφυλάσσοντας έτσι την εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της διαφάνειας, και δρώντας ταυτοχρόνως ως παράδειγμα προς μίμηση για όλους τους πολίτες. Αναμφίβολα, η άσκηση διώξεων εις βάρος πολιτικών πρέπει να οριοθετείται, ιδίως σε ανθυγιεινά πολιτικά περιβάλλοντα, όπως το αμερικανικό, όπου οι διώξεις μπορεί να ασκηθούν λιγότερο χάριν ουσίας και περισσότερο ως μέσο λασπολογίας ή παρεμπόδισης του κυβερνητικού έργου. Παρ’ όλα αυτά, κράτος δημοκρατικό και πολιτική ηγεσία που δεν λογοδοτεί έστω και μερικώς στον λαό είναι φύσει έννοιες ασύμβατες, γι’ αυτό και η τοποθέτηση του αρχηγού του κράτους ή της κυρίαρχης πολιτικής ομάδας στο απόλυτο νομικό απυρόβλητο μπορεί να νοηθεί μόνο σε καθεστώτα που κυριαρχεί ο ολοκληρωτισμός και η αυθαιρεσία, όπως στα μοναρχικά, τα ολιγαρχικά και στις δικτατορίες. Λόγω των παραπάνω, η δημοσίευση των φορολογικών δηλώσεων, ως ένας έστω υποτυπώδης έλεγχος, αποτελεί και πρέπει να αποτελεί υποχρέωση κάθε πολιτικώς εμπλεκόμενου, πόσο μάλλον δε του ιδίου του Προέδρου.

Όλοι οι επιφανείς πολιτικοί και κομματικοί υποψήφιοι των Η.Π.Α. δημοσιεύουν ανελλιπώς τις φορολογικές τους δηλώσεις από το 1976. Όμως, ο «αντισυμβατικός», όπως αυτοπαρουσιάζεται, Trump, που σε προεκλογικό debate, το 2016, είχε χαρακτηρίσει εαυτόν ως «έξυπνο», που δεν πληρώνει φόρους, ο οποίος, όπως λέει, αντιμετωπίζει την «έχθρα και έλλειψη σεβασμού» του συστήματος, αποφάσισε να πράξει διαφορετικά, εν αντιθέσει με τις παρελθοντικές υποσχέσεις του και να μην δώσει στη δημοσιότητα τα εν λόγω στοιχεία, καθώς αυτά «δεν αφορούν τον ψηφοφόρο» και είναι απλώς και μόνο «προσωπική του υπόθεση». Φυσιολογικά, μέρος της δικαιοσύνης κινητοποιήθηκε νομικά εις βάρος του, με τον Cyrus Vance, εισαγγελέα του Manhattan, να καταθέτει κλήτευση για τα εν λόγω στοιχεία, δικαίωμα που αναγνώρισαν και τα ορκωτά δικαστήρια που εκδίκασαν την υπόθεση. Η νομική ομάδα του Trump, στον αντίποδα, χρησιμοποίησε ως επιχείρημα το αξίωμα του Προέδρου, υποστηρίζοντας πως ο Πρόεδρος πρέπει να έχει το ακαταλόγιστο και το ακαταδίωκτο. Εν τέλει, η υπόθεση έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Την 9η Ιουλίου, το Ανώτατο Δικαστήριο των Η.Π.Α. αποφάνθηκε επί της υποθέσεως Trump v. Vance, υποχρεώνοντας αφ’ ενός μεν τον Trump σε συμμόρφωση προς τις κλητεύσεις του εισαγγελέα του Manhattan για δημοσίευση των φορολογικών του στοιχείων, αφ’ ετέρου δε κρίνοντας πως το Κογκρέσο και οι ψηφοφόροι πολίτες δύνανται να αποκτήσουν πρόσβαση μόνο σε μέρος των εγγράφων και αυτό αργότερα, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου. Παρά τους αναμενόμενους επακόλουθους οδυρμούς του Προέδρου, μέσω Twitter, για το άδικο δικαστικό σώμα, αλλά και σε πείσμα των διθυραμβικών δηλώσεων του Vance, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν τόσο άσχημα όσο μπορούσαν (και έπρεπε) για τον Trump. Ο τελευταίος κατακεραύνωσε με τον χαρακτηριστικό χειμαρρώδη τρόπο του την αμερικανική δικαιοσύνη, αναφέροντας πως μόνο σε εκείνον δεν δείχνει σεβασμό, ακολούθησε τη ρητορική του κυνηγιού μαγισσών και απόρησε πώς δεν του δίνεται το ελεύθερο, λόγω αξιώματος, να δρα ανεξέλεγκτα, θωρακισμένος από πάσης φύσεως διώξεις. Όμως, μεν ο Trump εκ των πραγμάτων ηττήθηκε πανηγυρικά στο δικαστήριο, αλλά οι εξελίξεις είναι, όπως σωστά το έθεσε ο δικηγόρος του, μια «προσωρινή νίκη». Όχι μόνο μπορεί ο Πρόεδρος να φουντώσει περαιτέρω τις εντυπώσεις για τον «αντισυστημικό» χαρακτήρα του, αλλά, επιπλέον, δεν βλάπτεται ουσιαστικά και άμεσα από την απόφαση, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, οι όποιες τυχόν αποκαλύψεις επί των οικονομικών του προκύψουν, θα δημοσιευθούν κατόπιν της εκλογικής αναμέτρησης, με αποτέλεσμα η ζημιά στην εικόνα του να είναι στην παρούσα σημαντικότατη προεκλογική φάση μικρή έως μηδαμινή. Εκμεταλλευόμενος στο έπακρο την όλη αντιπαράθεση, ο Trump χρησιμοποιεί, επιπλέον, το δικαστικό σώμα και σαν εκλογικό χαρτί αυτό καθ’ αυτό, υποσχόμενος πως θα συμβάλλει στη διεύρυνση της συντηρητικής δεξιάς πτέρυγας με την προώθηση αντίστοιχων δικαστικών υποψηφίων, σε περίπτωση επανεκλογής του, ενώ, με το ίδιο όπλο, προσεγγίζει και τη γυναικεία ψήφο, αναφέροντας πως θα προτείνει γυναίκα δικαστή. Όλα αυτά καθιστούν σαφές πως ο Πρόεδρος εξακολουθεί, υπό τις παρούσες συνθήκες, να έχει απολύτως ελεύθερο το πεδίο, για να πραγματώσει τα πολιτικά τεχνάσματά του, να αποφύγει με περίσσεια ευκολία την προεκλογική λαϊκή κρίση και κατακραυγή και όλα αυτά σε μία περίοδο που η κουρελιασμένη πια προσωπίδα της ικανής και αποτελεσματικής διακυβέρνησης προς όφελος του λαού φθίνει πιο πολύ παρά ποτέ.

Πηγή: Johnny Louis/WireImage/Getty Images

Πάντως, παρά τις κατά καιρούς μη προοδευτικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Little Sisters of the Poor v. Pennsylvania), το δικαστικό σώμα δεν φαντάζει εύκολο θύμα χειραγώγησης από τον Ρεπουμπλικάνο Πρόεδρο. Χαρακτηριστική η αιτιολογία της απόφασης, που ρητά και ωμά αναφέρεται πως «στο σύστημα διακυβέρνησής μας, όπως συχνά έχει επισημάνει αυτό το Δικαστήριο, κανένας δεν είναι υπεράνω του νόμου, αρχή που εφαρμόζεται φυσικά και στην περίπτωση του Προέδρου», ενώ, σε άλλο σημείο, γίνεται μνεία στα δεδικασμένα 200 χρόνων, που καθιστούν σαφή την υποχρέωση του Προέδρου να ακολουθεί τις προβλεπόμενες νομικές και δικονομικές διαδικασίες, ιδίως στην περίπτωση που βρίσκεται υπό έρευνα.

Ολοκληρώνοντας, πολλές είναι οι φορές που ο συγκεκριμένος Πρόεδρος κινείται τουλάχιστον στα όρια της νομιμότητας, εξαντλώντας κάθε περιθώριο που του δίνεται, νόμιμα, νομότυπα ή και παράνομα, σε μια διαρκή προσπάθεια να κρατηθεί με νύχια και με δόντια στον προεδρικό θώκο και να προστατέψει τη δημόσια εικόνα του. Όμως, η συζήτηση για το αν η απόκλιση από πάγιες πολιτικές πρακτικές, βάσει καθαρά συμφεροντολογικών παραγόντων, ενέχει ψήγματα νομιμότητας ή όχι, θα έπρεπε να περιττεύει. Αντιθέτως, το πραγματικό πρόβλημα, η περίτρανη απόδειξη της σοβαρότητας του πλήγματος, που έχει δεχθεί η σύγχρονη δημοκρατία, έγκειται στην απαθή στάση του κοινωνικού συνόλου μπροστά σε καταφανείς προσπάθειες ετεροκατεύθυνσης του λαού, απόκρυψης και διαστρέβλωσης της αλήθειας, χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν πολύ περισσότερο στην αγυρτεία, παρά στο προεδρικό λειτούργημα.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Γιώργος Πασσάς

Γεννήθηκε το 2001 στην Αθήνα. Τελείωσε τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και κατέχει δύο ξένες γλώσσες, την αγγλική και τη γερμανική. Είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Νομικής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και φιλοδοξεί να ασχοληθεί με τις διεθνείς σχέσεις και τη διπλωματία. Ασχολείται αρκετά χρόνια με τη μουσική, τον αθλητισμό και μεγάλη του αγάπη είναι τα ταξίδια.