Της Μαρίας Τσαλίκη,

Η μεταμόσχευση ιστών και οργάνων αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης, την πεμπτουσία, ίσως, των ιατροχειρουργικών κατορθωμάτων και παράλληλα, την ύστατη πράξη ανθρωπισμού. Πέρα από τον ιατρικό κλάδο, τον οποίο και έχουν απασχολήσει, ιδιαιτέρως, από τις πρώτες κιόλας μεταμοσχεύσεις, οι οποίες και σταδιακά άρχισαν να σημειώνουν ραγδαία άνοδο, το ζήτημα των μεταμοσχεύσεων ανακίνησε έντονη προβληματική και από τη νομική του πλευρά.

Δύο είναι οι πρωταγωνιστές κατά τις μεταμοσχευτικές διαδικασίες: ο δότης και ο λήπτης. Η όλη προβληματική του νομικού κόσμου φαίνεται να περιστρέφεται γύρω από τα δύο αυτά συγκεκριμένα υποκείμενα, προσπαθώντας να δώσει λύσεις και να σταθμίσει τα διάφορα συμφέροντα, τόσο των βασικών μερών όσο και εκείνων που ανάγονται στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο της Πολιτείας. Στη χώρα μας το ζήτημα των μεταμοσχεύσεων ρυθμίζεται από τη Σύμβαση του Oviedo (ν. 2619/1998), τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Κ.Ι.Δ.) και τον νόμο για τις μεταμοσχεύσεις (ν. 3984/2011).

Εξαιτίας, ακριβώς, του πολύτιμου χαρακτήρα της εν λόγω διαδικασίας, που μετουσιώνει το καθήκον τόσο της παράτασης της ζωής, όσο και της αλληλεγγύης σε πράξη, οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να διεξαχθεί είναι ορισμένες κατά σαφή και «στενό» τρόπο. Αρχικά, θα πρέπει να διακρίνουμε τη μεταμόσχευση με ζωντανό δότη από την αντίστοιχη, στην οποία ο δότης είναι νεκρός (πτωματικός δότης). Για τη διεξαγωγή των μεταμοσχεύσεων θα πρέπει να ισχύουν γενικά δύο προϋποθέσεις:

  1. Η αφαίρεση οργάνων από τον δότη, τόσο ζώντα όσο και νεκρό, πραγματοποιείται μόνο για θεραπευτικούς σκοπούς.
  2. Η δωρεά οργάνων γίνεται πάντοτε εθελοντικά, χωρίς αμοιβή. Απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε οικονομικού ανταλλάγματος, προερχόμενου από τον λήπτη και την οικογένειά του προς τον δότη ή τους γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας που συνδράμουν στη μεταμοσχευτική αλυσίδα. Ως οικονομικό αντάλλαγμα δεν νοείται η περίπτωση των δαπανών και των αποζημιώσεων προς τον δότη για την αποθετική ζημία, που σημειώνεται λόγω της εγχείρησης της μεταμόσχευσης και του σταδίου αποκατάστασής του ή η αποζημίωση λόγω σφάλματος κατά τη διαδικασία της αφαίρεσης του οργάνου.

Περαιτέρω, δέουσα είναι η αποσαφήνιση της νομικής φύσης της δωρεάς οργάνων και ιστών. Αναφορικά με τη δωρεά από ζώντα δότη, κατά την ορθότερη άποψη θεωρείται χαριστική δικαιοπραξία εκ μέρους του δότη, από ελευθεριότητα. Τη στιγμή που επέρχεται και η αποδοχή του μοσχεύματος από τον λήπτη με την παράλληλη άδεια που παρέχεται από την ιατρική επιστήμη (συμβατότητα) συστήνεται μια ολοκληρωμένη δικαιοπραξία.

Οι προϋποθέσεις για την αφαίρεση τόσο ιστών όσο και οργάνων από ζωντανό δότη είναι αυστηρές και δεσμευτικά ορισμένες στον ν.3984/2011. Σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο, για να μπορέσει ένας ζωντανός άνθρωπος να προχωρήσει στη δωρεά μοσχεύματος, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά ορισμένες επιμέρους προϋποθέσεις.

Αρχικά, απαραίτητη είναι η προηγούμενη αναζήτηση μοσχεύματος από νεκρό δότη. Αν υπάρχει πτωματικό υλικό που να παρουσιάζει την απαραίτητη συμβατότητα, τότε είναι το πρώτο που θα προτιμηθεί. Θα πρέπει, επίσης, να υπάρχει απουσία άλλης θεραπευτικής μεθόδου.

Να υπάρχει έλλειψη πρωτοφανούς κινδύνου για τη ζωή και την υγεία του δότη και ο δότης να είναι ενήλικος. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατόν να είναι και ανήλικος, εφόσον πρόκειται για δωρεά σε αδελφό, υπάρχει η απαιτούμενη ιστοσυμβατότητα, η αφαίρεσή του είναι αναγκαία για τη ζωή του λήπτη, δεν υπάρχει άλλος συμβατός δότης με δικαιοπρακτική ικανότητα και υπάρχει η συναίνεση των γονέων.Ο δότης θα πρέπει να φέρει την ικανότητα για συναίνεση. Απαιτείται, δηλαδή, σωρευτικά τόσο η δικαιοπρακτική ικανότητα, όσο και η ικανότητα να αντιλαμβάνεται τη σημασία της πράξης της δωρεάς ως προς όλες τις πτυχές της, νομική, ιατρική, ψυχοσυναισθηματική..κλπ. Η συναίνεσή του απαιτείται να έχει παραχωρηθεί κατά τρόπο ελεύθερο και σοβαρό, ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο η συναίνεση να αποτελεί προϊόν παροδικής συναισθηματικής φόρτισης. Η συναίνεση του δότη είναι διττή: αφορά και τη μεταμόσχευση και την επέμβαση αφαίρεσης του οργάνου ή ιστού του. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, για τον αποκλεισμό του υποβιβασμού του ανθρώπου σε «μέσον – αντικείμενο» και την καταπάτηση της αρχής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η συναίνεση του δότη είναι ελεύθερα ανακλητή μέχρι και τη στιγμή της έναρξης της διαδικασίας αφαιρέσεως.

Η προηγούμενη ενημέρωση του δότη αναφορικά με τον σκοπό, τη φύση της επέμβασης και τους συνήθεις κινδύνους που υπάρχουν γύρω από την εν λόγω διαδικασία, αποτελεί ένα από τα αδιάψευστα δικαιώματα του και μια απαραίτητη υποχρέωση που συνδράμει καθοριστικά στη νομιμότητα της δωρεάς. Η τήρηση του απαραίτητου τύπου είναι επίσης αναγκαία, καθώς πρόκειται για μια τυπική δικαιοπραξία, η οποία συστήνεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με έγγραφο στο οποίο η Αστυνομική Αρχή βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής του δότη, είτε με προφορική δήλωση, παρουσία δύο μαρτύρων, η οποία και καταχωρείται στο ειδικό βιβλίο του νοσοκομείου.

Τέλος, πέραν των προηγούμενων προϋποθέσεων που περιστρέφονται γύρω από τον ζώντα δότη, απαραίτητη είναι και η συναίνεση του ίδιου του λήπτη του μοσχεύματος. Στην εξαιρετική περίπτωση που διενεργείται μεταμόσχευση από ανήλικο δότη υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, εφόσον ο ανήλικος έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, πρέπει να παρέχεται και η προσωπική του συναίνεση πέραν αυτής των γονέων.


Πηγές


Μαρία Τσαλίκη, Αρχισυντάκτρια Νομικών Θεμάτων
Η Μαρία Τσαλικη γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1998 και διαμένει στην Κομοτηνή. Είναι τεταρτοετής φοιτήτρια στο τμήμα νομικής του Δημοκρίτειου πανεπιστημίου. Τον ελεύθερο χρόνο της τον αναλώνει ασχολούμενη με τον αθλητισμό, την ανάγνωση βιβλίων και την συγγραφή.