Της Ανδριάνας Γιαντούρη,

Η ηπατίτιδα ορίζεται ως φλεγμονή του ηπατικού ιστού με κύριο αίτιο της την ιογενή λοίμωξη. Παρ’ όλα αυτά, ηπατίτιδα μπορεί να προκληθεί και από άλλους παράγοντες όπως κατάχρηση αλκοόλ, φάρμακα, ναρκωτικές ουσίες, τοξίνες αλλά και αυτοάνοσα νοσήματα – αυτοάνοση ηπατίτιδα, όπου ο οργανισμός αντιμετωπίζει το ήπαρ ως πιθανό εχθρό, παράγοντας αντισώματα εναντίον του. Ας εστιάσουμε όμως στο πλήθος των ιών που προκαλούν ηπατίτιδα, αφού μόνο από την ηπατίτιδα τύπου Β νοσούν 400 χιλιάδες άτομα στη χώρα μας και 292 εκατομμύρια σε παγκόσμιο επίπεδο!

Οι ιοί που είναι υπεύθυνοι για την εμφάνιση ιογενούς ηπατίτιδας είναι κατά αλφαβητική σειρά: A, B, C, D, E.

Ηπατίτιδα τύπου Α (χρόνος επώασης: 15-50 ημέρες)

Ο ιός της ηπατίτιδας Α (HAV) εντοπίζεται κυρίως στις αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής, νοτιοανατολικής Ασίας και νότιας Αμερικής, όπου η κατάσταση υγιεινής του πληθυσμού βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Η κατανάλωση από, ένα μη μολυσμένο άτομο, τροφίμων και νερού που έχουν έρθει σε επαφή με κόπρανα μολυσμένου ατόμου, δηλαδή η διαδρομή κόπρανα – στοματική κοιλότητα, αποτελεί την κύρια οδό μετάδοσης του ιού. Η ηπατίτιδα Α εμφανίζει συμπτώματα οξείας ηπατίτιδας που διαρκούν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, επομένως δεν προτείνεται κάποια ουσιαστική θεραπεία. Ωστόσο, έχει αναπτυχθεί εμβόλιο για την πρόληψη του HAV, το οποίο χορηγείται τόσο σε παιδιά ηλικίας 12-18 μηνών όσο και σε ενήλικες που επιθυμούν να ταξιδέψουν στις χώρες που ευδοκιμεί ο ιός.

Ηπατίτιδα τύπου Β (χρόνος επώασης: 45-120 ημέρες)

Αποτελεί τον πιο σημαντικό τύπο ηπατίτιδας λόγω της αυξημένης συχνότητας εμφάνισης στον γενικό πληθυσμό (2,5-3% στον γενικό πληθυσμό). Στις κύριες οδούς μετάδοσης συγκαταλέγονται η σεξουαλική επαφή, χωρίς τη χρήση προφυλακτικού, με μολυσμένο άτομο, η κοινή χρήση συρριγγών ή άλλων εργαλείων για την ενδοφλέβια χορήγηση ναρκωτικών αλλά και προσωπικών αντικειμένων όπως ξυραφάκια, το τρύπημα του δέρματος για τατουάζ ή piercing. Ουσιαστικά οποιαδήποτε έκθεση στο αίμα και στα βιολογικά υγρά (σάλιο, κολπικά υγρά) ενός μολυσμένου ατόμου πρέπει να αποφεύγεται. Η μετάδοση της νόσου από τη μητέρα στο έμβρυο δεν είναι ιδιαίτερα συχνή καθώς προϋποθέτει μεγάλη συγκέντρωση του ιού στο αίμα της μητέρας ώστε να μπορέσει να υπερνικήσει την προστατευτική δράση που ασκεί ο πλακούντας στο έμβρυο. Η μόλυνση με τον HBV μπορεί να εξελιχθεί τόσο σε οξεία όσο και σε χρόνια ηπατίτιδα, με άμεση εξάρτηση από την ηλικία του μολυσμένου ατόμου. Πιο συγκεκριμένα:

Για βρέφη και παιδιά:

  • 80 – 90% των βρεφών που έχουν μολυνθεί κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής τους, εμφανίζουν χρόνια λοίμωξη.
  • 30 – 50% των παιδιών που έχουν μολυνθεί πριν την ηλικία των 6, εμφανίζουν χρονιότητα της νόσου.

Για τους ενήλικες:

  • Λιγότερο από 5% των, κατά τ΄ άλλα, υγιών ενηλίκων που μολύνονται από τον ιό, εμφανίζουν χρόνια λοίμωξη.

Η σοβαρότητα του συγκεκριμένου τύπου ηπατίτιδας έγκειται στον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης κίρρωσης και ηπατοκυτταρικού καρκινώματος ως αποτέλεσμα της χρόνιας λοίμωξης. Γι’ αυτό και έχει αναπτυχθεί ειδικό εμβόλιο που προσφέρει έως και 100% προστασία από τον HBV και η χορήγησή του συστείνεται τόσο κατά την προσχολική ηλικία όσο και σε επαγγελματίες υγείας και οικογένειες φορέων του ιού, ως άμεσα εκτεθειμένοι.

Ηπατίτιδα τύπου C (χρόνος επώασης: 30-90 ημέρες)

Ο ιός HCV μεταδίδεται κυρίως μέσω κοινής χρήσης συρριγγών για την ενδοφλέβια χορήγηση ουσιών, οπότε  κύριοι φορείς είναι οι χρήστες ναρκωτικών. Λιγότερο συχνή είναι η μετάδοση μέσω σεξουαλικής επαφής, ενώ σπάνια μεταδίδεται από τη μητέρα στο έμβρυο. Όπως και στην περίπτωση της ηπατίτιδας Β υπάρχει η περίπτωση χρόνιας λοίμωξης απ΄ τον ιό που αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου ή ηπατικής ανεπάρκειας. Αυτό, μάλιστα, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η ηπατική ανεπάρκεια λόγω ηπατίτιδας C αποτελεί κύριο αίτιο μεταμόσχευσης ήπατος! Δυστυχώς, μέχρι στιγμής, δεν έχει αναπτυχθεί εμβόλιο για την πρόληψη της μόλυνσης.

Ηπατίτιδα D

Ο ιός δέλτα, όπως ονομάζεται αλλιώς, απαιτεί τη μόλυνση από τον ιό της ηπατίτιδας B ώστε να μπορέσει να πολλαπλασιαστεί και να μολύνει τα ηπατικά κύτταρα. Η «συνεργασία» αυτή θεωρείται ως η πιο σοβαρή μορφή χρόνιας ιογενούς λοίμωξης, λόγω της ραγδαίας εξέλιξης και προσβολής του ηπατικού παρεγχύματος. Ως μέσο πρόληψης προτείνεται ο εμβολιασμός έναντι του ιού HBV, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εμφάνιση ηπατίτιδας D.

Ηπατίτιδα Ε

Η μετάδοση αυτού του ιού γίνεται διά της εντερικής οδού και συνήθως οφείλεται σε κατανάλωση μολυσμένου νερού. Εμφανίζεται κυρίως σε χώρες χαμηλού βιοτικού επιπέδου, όπου δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός και οργάνωση των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης. Εμβόλιο για την προστασία από τον ιό χρησιμοποιείται μόνο στην Κίνα, καθώς δεν έχει γίνει ακόμη ευρέως αποδεκτό.

Συμπτώματα

Όταν η μόλυνση από τους παραπάνω ιούς ακολουθεί τη μορφή της οξείας ηπατίτιδας, τότε τα συμπτώματα που εμφανίζονται είναι:

  1. Κόπωση
  2. Κοιλιακός πόνος
  3. Καστανέρυθρος χρωματισμός ούρων
  4. Ίκτερος (κίτρινη χρώση ματιών και δέρματος)
  5. Απώλεια όρεξης
  6. Πυρετός και γενικότερα συμπτώματα που θυμίζουν ίωση

Όσον αφορά, όμως, τις ηπατίτιδες B και C που μπορούν να εξελιχθούν σε χρόνια νόσο, τα συμπτώματα δε γίνονται αντιληπτά μέχρι να επέλθει βλάβη στις λειτουργίες του ήπατος.

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση γίνεται κυρίως με την ανίχνευση των αντισωμάτων του ιού στο αίμα μέσω μιας τεχνικής που λέγεται ELISA. Συγκεκριμένα για τον ιό της ηπατίτιδας Β, το Αυστραλιανό αντιγόνο HBsAg αποτελεί τον πρώτο δείκτη που εμφανίζεται σε μια λοίμωξη από HBV σε διάστημα 6-16 εβδομάδων, ανιχνεύοντας τα μολυσμένα άτομα ακόμη και χωρίς συμπτώματα. Στην περίπτωση της ηπατίτιδας B και C, δείγματα αίματος πρέπει να εξεταστούν και μετά την ύφεση των συμπτωμάτων, για να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για χρόνια ή οξεία λοίμωξη.

Άλλες εξετάσεις που ενδέχεται να ληφθούν είναι αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις που περιλαμβάνουν έλεγχο ηπατικών ενζύμων, η βιοψία ήπατος και ο υπέρηχος.

Ποια θεραπεία προτείνεται για κάθε τύπο ιογενούς ηπατίτιδας;

Ηπατίτιδα Α: Δεν προτείνεται κάποια θεραπεία λόγω της σύντομης διάρκειας των συμπτωμάτων. Καλό είναι να αποφεύγεται το αλκοόλ.

Ηπατίτιδα Β: Ένα πλήθος αντιιικών φαρμάκων διατείθενται στην αγορά όπως η ιντερφερόνη, τενοφοβίρη, εντεκαβίρη κλπ.

Ηπατίτιδα C: Παρουσιάζει μεγαλύτερη επιτυχία στη θεραπευτική αντιμετώπιση από ό,τι η ηπατίτιδα Β. Και εδώ γίνεται χρήση αντιικών φαρμάκων. Η ιντερφερόνη-α μειώνει τον κίνδυνο για χρονιότητα.

Ηπατίτιδα D: Χορήγηση ιντερφερόνης σε υψηλές δόσεις αλλά και αντιικών φαρμάκων για την καταστολή του ιού B που συνυπάρχει, όπως αναφέραμε προηγουμένως.


Ανδριάνα Γιαντούρη

Γεννήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου '99 στην Κομοτηνή και σπουδάζει Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Μιλάει Αγγλικά και Γερμανικά ενώ λατρεύει τα ταξίδια, έχοντας εξερευνήσει 10 Ευρωπαϊκές χώρες μέχρι στιγμής. Συμμετείχε στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα «EUROSCOLA» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του Στρασβούργου. Ασχολείται με το τρέξιμο, το Taekwondo και διάφορες εκδηλώσεις ιατρικού περιεχομένου.