26.3 C
Athens
Σάββατο, 28 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΣυναινετικοί λογαριασμοί

Συναινετικοί λογαριασμοί


Του Δημήτρη Τόλια,

Πέρασαν δύο μήνες από την πρώτη φορά που ανέφερα την λέξη «κορωνοϊός» σε κείμενο μου. Έκτοτε μέχρι και σήμερα, όσα έγραψα προς δημοσίευση αναφέρονταν αποκλειστικά στις μεταβολές που ο ιός προκάλεσε στο σημείο τομής του με την πολιτική, με την δισδιάστατη έννοια της (Politics&Policy making). Βέβαια, το κομμάτι της πολιτικής ως διαδικασία διακυβέρνησης, παρουσίαζε έντονο ενδιαφέρον, στρεφόμενο στη στρατηγική πολιτικής αντιμετώπισης του υγειονομικού προβλήματος. Αντίθετα, στο πολιτικό επίπεδο με την έννοια της πολιτικής ως συγκρουσιακή διαδικασία, το ενδιαφέρον ήταν λιγότερο. Στο άρθρο αυτό θα ασχοληθούμε περισσότερο με αυτό το πεδίο ως άμεσα συσχετιζόμενο με το πρώτο. 

Πώς ο πολιτικός ανταγωνισμός αμβλύνθηκε κατά την περίοδο αυτή; Στον πολιτικό λόγο των ημερών αυτών επικρατεί ο λόγος περί συναίνεσης. Η κυριαρχία του λόγου αυτού συνδέεται αφενός με την ταύτιση πολιτικού και επιστημονικού στις διακυβερνητικές διαδικασίες. Ο λόγος αυτός προβάλλοντας τον ρόλο των ειδικών στην λήψη αποφάσεων στο πολιτικό πεδίο, προσδιορίζει την απόφαση ως επιστημονικό προϊόν που αντανακλά μια ουδέτερη στάση. Το επιχείρημα περί αντικειμενικής λύσης συνεπάγεται και την ηθική «ποινικοποίηση» της σύγκρουσης εν καιρώ κρίσης. Επομένως, το «κλείσιμο» του λόγου περί συναίνεσης αποκλείει τα στοιχεία πολιτικού ανταγωνισμού στην συνάντηση πολιτικού και ουδέτερα τεχνικού.

Ο λόγος περί συναίνεσης έχει επικρατήσει στην Ελλάδα. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν αποδεχθεί την συναίνεση ως δεδομένη αξία στο πολιτικό σκηνικό της κρίσης του Covid-19. Το μαρτυρά άλλωστε και η δήλωση «θα λογαριαστούμε μετά». Εκείνο ωστόσο που δεν επικράτησε σε αντίθεση με τον «λόγο περί συναίνεσης», ήταν ο «συναινετικός λόγος». Η συναίνεση με την έννοια αυτή εντοπίζεται στο πεδίο λήψης αποφάσεων και όχι στο πεδίο συγκρότησης της ατζέντας. Τι σημαίνει αυτό. 

Η συναίνεση που παρατηρείται εδράζεται στις αποφάσεις που εξάγονται από το πολιτικό σύστημα. Η επίδραση του επιστημονικού ρόλου τις καθιστά «ουδέτερες» και ο βαθμός διαμάχης, τουλάχιστον η επίσημη σύγκρουση, είναι ελάχιστη. Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν «λύσεις» ή περισσότερο «απαντήσεις» που δίνει το κράτος. Η ύπαρξη «λύσεων» προϋποθέτει όμως και «προβλήματα». Στην περίπτωση του κράτους απαιτείται η διαδικασία καθορισμού του τί αποτελεί «ζήτημα προς επίλυση» που πραγματοποιείται κατά την συγκρότηση της ατζέντας. 

Η είσοδος των «ζητημάτων», η διαλογή μεταξύ προβλημάτων, ανεπίλυτων προβλημάτων και μη προβλημάτων δεν αποτελεί μια ουδέτερη διαδικασία. Οι πολλαπλές πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας παράγουν διαφορετικές και αντιφατικές μεταξύ τους απαιτήσεις. Ο ανταγωνισμός για τη θέση στην ατζέντα δεν αποτελεί μια διαδικασία που δύναται να προκρίνει μια «αντικειμενική» ιεράρχηση. Η ποικιλία διαφορετικών αναγκών, αξιών, συμφερόντων και τρόπων ζωής αναδεικνύει την αντιφατική και σύνθετη φύση του φαινομένου που αποκλείει την συναίνεση.

Συνεπώς, υπάρχει η κυριαρχία του λόγου περί συναίνεσης μα όχι η επικράτηση του συναινετικού λόγου. Αυτό συμβαίνει διότι τα ζητήματα που εισάγονται στην ατζέντα και στον διάχυτο κοινωνικό διάλογο καθορίζονται σε κυβερνητικό επίπεδο. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης παρουσιάζουν σημαντική έλλειψη ικανοτήτων και μέσων προώθησης επί μέρους αιτημάτων στην ατζέντα. Ίσως η υπόθεση της τηλεκατάρτισης να ήταν ένα από τα λίγα ζητήματα που εισήχθησαν στην ατζέντα από την αντιπολίτευση λόγω των δυνατοτήτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε συνδυασμό με την αξία του ζητήματος. 

Ποια είναι η στρατηγική των κομμάτων ως προς την αντιπαράθεση; Στη Βουλή την προηγούμενη εβδομάδα παρακολουθήσαμε τον λόγο περί συναίνεσης να διατηρείται, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να υιοθετούν στρατηγικές οριοθέτησης του ώστε να προκύψουν σημεία τριβής. Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης άσκησαν κριτική και εξέφρασαν διαφορικές αντιλήψεις κυρίως ως προς το τι δεν μπαίνει στην ατζέντα και όχι τόσο ως προς το τι αποφασίζεται.

Αναφέρθηκαν σε ζητήματα κυβερνητικής παράληψης όπως εκείνο της μη ενίσχυσης του ΕΣΥ ή σε εκείνο της μη λήψης μέτρων οικονομικής στήριξης για συγκεκριμένα επαγγέλματα (π.χ. καλλιτέχνες). Αντίθετα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προέβη στην αποτίμηση του έργου της διαχείρισης της κρίσης και απάντησε αμφισβητώντας τις επικρίσεις της αντιπολίτευσης σχετικά με το ΕΣΥ. 

Περισσότερο επρόκειτο όμως για μια προσπάθεια ταύτισης αν όχι υπέρβασης του ‘’πολιτικού’’ από το ‘’επιστημονικό’’ από την πλευρά του Πρωθυπουργού σε αντίθεση με την επιδίωξη της αποσύνδεσης των δύο εννοιών από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Συνεπώς, παρακολουθήσαμε να υπερτονίζεται από τη βήμα της Βουλής από τη μια η επιτυχία του επιστημονικού και από την άλλη η αποτυχία του πολιτικού. Στην πρώτη περίπτωση το πολιτικό δένεται με το επιστημονικό και κρίνεται ως επιτυχημένο. Στην δεύτερη περίπτωση το επιστημονικό αφήνεται δίχως κριτική αλλά διακρίνεται από το «πολιτικό», από το «διοικητικό» το οποίο δέχεται κριτική. 

Σε βάθος αναζητείται το διακριτικό σημείο μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού στον λόγο. Η αντιπολίτευση φαίνεται να προσπαθεί να πολιτικοποιήσει την κρίση ώστε να αναδείξει περιπτώσεις πολιτικών αποφάσεων που θα μπορούν να δεχθούν κριτική και να μετασχηματιστούν προκειμένου να ενταχτούν σε ιδεολογικά και ερμηνευτικά σχήματα αφήγησης. Παρατηρήθηκαν για παράδειγμα τάσεις αναφορών από Α. Τσίπρα και Γ. Βαρουφάκη στο 2015 (Παρελθοντολογικός λόγος) ή ασκήθηκε στοχευμένα κριτική στον Α. Γεωργιάδη (προσωποποίηση πολιτικής) και σε άλλες περιπτώσεις ερμηνεύτηκαν διοικητικές αποφάσεις ως «νεοφιλελεύθερες» (ιδεολογικός λόγος).

Εν κατακλείδι, η κρίση αυτή έχει προκαλέσει ισχυρούς μετασχηματισμούς στον πολιτικό ανταγωνισμό καθιστώντας τον άμεσα συνδεδεμένο με τον τομέα πολιτικής διακυβέρνησης. Οι εξελίξεις ιεραρχούνται μονοδιάστατα ενώ η αλληλεπίδραση των εκροών με τον επιστημονικό λόγο καθιστά ασαφή τα όρια μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού. Η ασάφεια αυτή αφήνει λίγα περιθώρια στην αντιπολίτευση για δράση σε μια περίοδο που τα κυβερνητικά κόμματα σε όλη την Ευρώπη με ελάχιστες εξαιρέσεις, σύμφωνα με τις έρευνες κοινής γνώμης, παρουσιάζουν εντυπωσιακά υψηλά ποσοστά συναίνεσης των πολιτών με τις αποφάσεις τους.


Δημήτρης Τόλιας

Γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στον Ωρωπό Αττικής. Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ έχει φοιτήσει και για ένα έτος στο ίδιο τμήμα του Πανεπιστημίου Κρήτης. Είναι λάτρης της πολιτικής ιστορικής ανάλυσης και έρευνας. Ασχολείται με την ανίχνευση της διαδικασίας διάδοσης και τις επιδράσεις των πολιτικών ιδεών στην κοινωνία τόσο στο παρελθόν όσο και φυσικά στο σήμερα.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Δημήτρης Τόλιας
Γεννήθηκε το 1998 και μεγάλωσε στον Ωρωπό Αττικής. Είναι αριστούχος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ασχολείται με την πολιτική ανάλυση και την πολιτική επικοινωνία έχοντας εργασιακή και ερευνητική εμπειρία στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Ερευνητικά του ενδιαφέροντα αποτελούν τα πολιτικά κόμματα, τα πολιτικά και εκλογικά συστήματα και η πολιτική κοινωνιολογία.