Της Ιωάννας Παπαδοπούλου,

Τον Απρίλιο του 2019 ο Λίβυος στρατάρχης, Χαλίφα Χαφτάρ, διατάζει τις δυνάμεις του να κυριεύσουν την Τρίπολη, πρωτεύουσα της Λιβύης και έδρα του αντιπάλου του και Πρωθυπουργού, Φάγεζ αλ Σάρατζ. Ο αξιωματικός Χαφτάρ, πρώτα συνεργάτης και έπειτα πολέμιος του Μουαμάρ Καντάφι, επιδιώκει σήμερα να αναλάβει τα ηνία της χώρας, όντας αντιμέτωπος με την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (GNA) του Σάρατζ, που κατέχει τη διεθνή αναγνώριση.

Η επιστροφή του Χαφτάρ στη Λιβύη σημειώνεται το 2011, καθώς λίγους μήνες πριν τον θάνατο του Καντάφι από τους αντικαθεστωτικούς γυρίζει από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου διέμενε από τα τέλη του ’80. Το 2014 ο στρατάρχης ζητά την ανάληψη της μεταβατικής κυβέρνησης της χώρας, εδραιώνει τη δύναμή του και αντιμετωπίζει το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος στην περιοχή. Φτάνοντας στις 4 Απριλίου του 2019, ο Χαφτάρ και ο αυτοανακηρυγμένος Λιβυκός Εθνικός Στρατός (LNA) του καταφέρνουν μέσω της επίθεσης να κυριεύσουν περισσότερο από το 80% του εδάφους της χώρας. Στο πλευρό της de facto κυβέρνησης της Ανατολικής Λιβύης στέκονται η Ρωσία, στηρίζοντας τον Χαφτάρ μέσω μισθοφόρων και αεροσκαφών, η Γαλλία, όπου ο γαλλικός ενεργειακός κολοσσός TOTAL έχει λάβει άδεια έρευνας και εξόρυξης πετρελαίου στην Ανατολική Λιβύη, περιοχή ελέγχου από τον Χαφτάρ και συγχρόνως, έντονη είναι η στήριξη από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία. Συγκεκριμένα, εμφανής είναι η υποστήριξη των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων προς τον στρατάρχη, καθώς έχουν κατασκευάσει αεροπορικές εγκαταστάσεις στη Λιβύη και έχουν προσλάβει Αμερικανούς μισθοφόρους για να δρουν συνεπικουρικά με τον Χαφτάρ.

Αναφορικά με τη θέση των ΗΠΑ, θα πρέπει να εξεταστεί η θέση της Αιγύπτου. Το Κάιρο τάσσεται κατά του Σάρατζ και του Ισλαμικού Εξτρεμισμού και  ως αποτέλεσμα το καθεστώς Σίσι πείθει τον Πρόεδρο Τραμπ να προχωρήσει σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον στρατάρχη, πυροδοτώντας πλήθος αντιδράσεων στην Τρίπολη λίγες μέρες μετά την επίσκεψη του Σίσι στην Ουάσινγκτον. Ως απόρροια, η κίνηση του Προέδρου Τραμπ φανέρωσε τη θέση των ΗΠΑ, λίγες μέρες αφότου ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, καταδίκασε την εισβολή του Χαφτάρ στην πρωτεύουσα. Άλλωστε, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν η χώρα να διοικείται από έναν στρατηγό, θεωρώντας ανίκανους τους πολιτικούς της να εξυπηρετήσουν τα δικά της συμφέροντα και συγχρόνως, προσπαθούσαν μέσω του Χαφτάρ να καταπολεμήσουν το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Χαλιφάτο.

Απεναντίας, το αντίπαλο στρατόπεδο, έχει εμφανώς τη στήριξη της Τουρκίας. Ο Τούρκος Πρόεδρος, Ταγίπ Ερντογάν,  έχει υπογράψει από το Νοέμβριο του 2019 συμφωνίες συνεργασίας με την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας της Λιβύης. Στηρίζει εμπράκτως τον Πρόεδρο Σάρατζ από το 2015 και τον Ιανουάριο του 2020 η Άγκυρα ανακοίνωσε πως θα στείλει στρατιωτικό σώμα στη Λιβύη. Ειδικότερα, η ενεργός εμπλοκή της Τουρκίας οδήγησε στη διεθνοποίηση των συγκρούσεων και στην εξασφάλιση της επιβίωσης της Κυβέρνησης της Τρίπολης. Επιπροσθέτως, η συνεργασία αυτή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ισλαμικές καταβολές των δύο προέδρων και συνεπώς στο κίνημα των «Αδελφών Μουσουλμάνων», μία πανισλαμική διακρατική οργάνωση, όπου διαπιστώνεται πως οι ισλαμιστές της Λιβυκής κυβέρνησης διατηρούν στενούς δεσμούς με την Τουρκία.

Αντίδραση διεθνούς κοινότητας

Μετά την επέμβαση της 4ης Απριλίου 2019 του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ στην Τρίπολη, η διεθνής κοινότητα ζητά την παύση των εχθροπραξιών και ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, έπειτα από συνάντησή του με τον Σάρατζ και τον Χαφτάρ, εξέφρασε την ανησυχία του για την κατάσταση στη χώρα. Παρομοίως, ο Αμερικανός πρεσβευτής στα Ηνωμένα Έθνη, Τζόναθαν Κόεν, σημείωσε την «ανάγκη διαπραγματεύσεων με τη μεσολάβηση του ΟΗΕ» και ο εκπρόσωπος της Λιβύης στα Ηνωμένα Έθνη, Γκασσάν Σαλαμέ, καταδίκασε την τροφοδοσία της Λιβύης με όπλα, προσθέτοντας την ανάγκη ανάληψης δράσης.

Η πορεία προς την επίλυση

Στις 19 Ιανουαρίου 2020 πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη, η οποία, μεταξύ των άλλων, όρισε την κατάπαυση των εχθροπραξιών, την τήρηση του εμπάργκο των εισαγόμενων όπλων, που είχε οριστεί το 2011, αλλά παραβιάστηκε από τις χώρες συμμάχους των δύο αντίπαλων στρατοπέδων και τη δέσμευση των συμμετεχόντων να σταματήσουν τη στρατιωτική ενίσχυση του εμφυλίου πολέμου. Στη Διάσκεψη συμμετείχαν η Τουρκία, η Ρωσία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Αίγυπτος και εκπρόσωποι από τις Ηνωμένες Πολιτείες,  τη Γερμανία,  το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, το Κονγκό, την Αλγερία, την Αφρικανική Ένωση και τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Σάρατζ ως επικεφαλής της διεθνώς αναγνωρισμένης Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας με έδρα την Τρίπολη και ο αντίπαλός του στρατιωτικός διοικητής, Χαλίφα Χαφτάρ, παρέστησαν αλλά δεν συμμετείχαν. Tα εμπλεκόμενα μέρη συμφώνησαν να διπλασιάσουν τις προσπάθειές τους για την παύση των εχθροπραξιών, με ιδιαίτερη αναφορά στη δράση της Τουρκίας και της Ρωσίας, που στηρίζουν τον Πρωθυπουργό και τον στρατάρχη αντίστοιχα.

Μάλιστα, ο Σάρατζ διαβεβαίωσε την στήριξή τους προς τη διαδικασία του Βερολίνου, ενώ κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Διάσκεψης η λιβυκή Εθνική Επιχείρηση Πετρελαίου (ΕΕΠ) επιβεβαίωσε το κλείσιμο των αγωγών πετρελαίου στη Λιβύη από τον Λιβυκό Εθνικό Στρατό του Χαφτάρ, πηγή άντλησης μεγάλου ποσοστού πετρελαίου, ως ένα μέσο άσκησης πιέσεων. Βέβαια, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός πως οι δυνάμεις του Εθνικού Στρατού της Λιβύης που είναι πιστοί στον Χαφτάρ ελέγχουν μεγάλο μέρος των πετρελαιοπαραγωγών περιοχών της χώρας της Λιβύης, μη διστάζοντας να μειώσουν την παραγωγή πετρελαίου της Λιβύης από 1,2 εκατομμύρια σε μόλις 72,000 βαρέλια την ημέρα κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης, παρά την υποστήριξη των συμμετεχόντων προς την κυβέρνηση της Τρίπολης.

Καταληκτικά, οι συμμετέχουσες χώρες συμφώνησαν σε «55 σημεία», με βασικό στόχο τη μόνιμη εκεχειρία. Ωστόσο, το μέλλον των συμφωνηθέντων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την καλή πίστη των συμμετεχόντων, που όμως εξακολουθεί να αμφισβητείται σοβαρά. Από το θάνατο του Μουαμάρ Καντάφι το 2011, η Λιβύη βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή, καθώς οι διάφορες φατρίες και οι οργανώσεις εκμεταλλεύονται το κενό ισχύος, για να εξασφαλίσουν την επικράτεια και τον έλεγχο των μεγαλύτερων αποθεμάτων πετρελαίου της Αφρικής. Στο βωμό του κέρδους και των συμφερόντων μόνο τον πρώτο μήνα της επίθεσης του Χαφτάρ στην Τρίπολη θυσιάστηκαν 500 ζωές, καταγράφηκαν 2.500 τραυματίες και περισσότεροι από 75.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τις εστίες τους.


Ιωάννα Παπαδοπούλου

Φοιτήτρια του Τμήματος των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Πειραιώς, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις διεθνείς σχέσεις και στους τομείς ενέργειας. Κατά την διάρκεια των σπουδών της, έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις στα όργανα των Ηνωμένων Εθνών (MUN), στην διοργάνωση των εκδηλώσεων TEDx και μιλάει 3 ξένες γλώσσες.