Της Μαριάτζελας Δημητροπούλου,

Σε περιόδους κρίσεων (παντός είδους), παρατηρείται να γίνονται ιδιαίτερες αναφορές και αξιοσημείωτος λόγος για την σπουδαιότητα του κρατικού μηχανισμού, καθώς και για την ετοιμότητά του στη διαχείριση των δυσμενών αυτών καταστάσεων. Αυτό αποτελεί μια από τις μορφές του κρατικού παρεμβατισμού. Μια μερίδα του πληθυσμού επικροτεί την πολιτική αυτή και πιστεύει πως με τον τρόπο αυτό θα επέλθει η οργάνωση και η ευημερία στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Υπάρχει, όμως, και μια μερίδα του κόσμου, κάποιες φωνές, που υποστηρίζουν ότι η κρατική παρέμβαση αποτελεί απολυταρχικό και συγκεντρωτικό στοιχείο, που δεν επιτρέπει στους πολίτες να αναπτύξουν (ουσιαστικά) ελεύθερα τη δράση τους σε όλους τους τομείς και τις εκφάνσεις της κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής ζωής. Όμως, η αλήθεια που βρίσκεται τελικά;

Αρχικά, κρίνεται αναγκαίο να ορίσουμε την έννοια του κρατικού παρεμβατισμού για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε παρακάτω. Πρόκειται για πολιτική κατάσταση, στην οποία το κράτος παρεμβαίνει με διάφορους τρόπους στην κοινωνία και στη λειτουργία της αγοράς, για να διασφαλίσει τη δικαιοσύνη την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας και την πρόοδο του πληθυσμού. Συναντάται σε όλα τα κράτη της ιστορίας σε μικρό ή μεγάλο βαθμό και σχετίζεται με πολλές πτυχές της σύγχρονης ζωής, όπως η φορολογία, η υποχρέωση της εκπαίδευσης, η καταπολέμηση του εγκλήματος της απάτης και της αδικίας, απαγόρευση της δουλείας, προστασία του καταναλωτή και του περιβάλλοντος κ.τ.λ. Η κρατική παρεμβατικότητα συναντάται σε δύο μορφές: στον οικονομικό και τον κοινωνικό παρεμβατισμό. Κάνοντας λόγο για τον πρώτο, εννοούμε όλους τους τρόπους με τους οποίους το κράτος επηρεάζει την κρατική οικονομία. Σκοπός του είναι να επιτύχει την ισότητα στην κατανομή κρατικών πόρων, περιορίζοντας τα ιδιωτικά κεφάλαια.

Για τον λόγο αυτό έρχεται σε αντίθεση με το Laissez-faire, το οικονομικό σύστημα που όλες οι συναλλαγές γίνονται ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς. Από την άλλη, ο κοινωνικός παρεμβατισμός, συνίσταται στην έντονη παρουσία του κράτους στην κοινωνικοπολιτική ζωή μιας χώρας, παρεμβαίνοντας σε σημαντικό βαθμό στα τεκταινόμενα και οικοδομώντας το λεγόμενο «κράτος πρόνοιας». Ένα ερώτημα που εγείρεται είναι, πως επιτυγχάνεται όλο αυτό; Μα φυσικά με τη διαμόρφωση του νομικού και του θεσμικού πλαισίου μέσα στο οποίο εξασφαλίζεται η λειτουργία των νοικοκυριών ή των επιχειρήσεων και η ορθολογική συμπεριφορά των ατόμων, ώστε να δρουν δημιουργικά, να αποφεύγονται οι κοινωνικές συγκρούσεις και να διασφαλίζεται η κοινωνική συνοχή.

Η πολιτική αυτή βρίσκει ευρεία αποδοχή από ανθρώπους που πιστεύουν ότι η παρεμβατικότητα του κράτους θα οδηγήσει στην ευημερία, την ανάπτυξη και την πρόοδο. Θεωρούν πως μόνο μέσα από αυτό τον τρόπο οι πολίτες θα συμμορφωθούν ως προς τους κανόνες της πολιτείας, το κράτος θα οργανωθεί καλύτερα και γενικότερα όλα θα κυλήσουν πιο ομαλά και εύρυθμα. Η ομάδα αυτή των ανθρώπων εμμένει στη θεωρία αυτή, παραβλέποντας το γεγονός ότι οι παρεμβάσεις αυτές μπορεί να περιορίσουν την ορθή λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς και να αποθαρρύνουν νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, ενώ παράλληλα να περιορίσουν την ελεύθερη επιλογή των πολιτών για κατανάλωση και για επένδυση, με συνέπεια τη διόγκωση της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας. Η κυριότερη παρεμβατική ενέργεια του κράτους στην οικονομία συνδέεται με την επιβολή των φόρων, την κατανομή των δαπανών και την επιβολή προστίμων. Οι απόψεις αυτές έρχονται να βρουν σύμφωνη την άλλη μερίδα του πληθυσμού, που πιστεύει ότι η άκριτη και δίχως όρια παρέμβαση του κράτους στην οικονομική και πολιτική ζωή του τόπου, θα αποβεί ολέθρια και θα προκαλέσει κάθε άλλο παρά θετικές συνέπειες. Η κατάσταση αυτή κρατά αιχμάλωτη τη χώρα και στέκεται τροχοπέδη στην προσπάθειά της να προχωρήσει και να απαγκιστρωθεί από προκαταλήψεις που την κρατούν στο «σκοτάδι» του παρελθόντος, αλλά και να εξελιχθεί.

Εν τέλει, για μένα, η απάντηση στο ερώτημα που έθεσα παραπάνω, βρίσκεται κάπου στη μέση. Προφανώς και η παρουσία του κράτους στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που ταλανίζουν την κοινωνία και στην διαχείριση και διεκπεραίωση των απλών καθημερινών θεμάτων για την εύρυθμη λειτουργία της είναι απαραίτητη, καθώς η ιδιωτική πρωτοβουλία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μένει ανεξέλεγκτη. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κράτος μπορεί να πάρει το ρόλο του «δυνάστη» και με απολυταρχικό τρόπο να δρα στο κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι. Αν ο κρατικός παρεμβατισμός καταστεί εκτός ορίων και παράλληλα κοινωνικά επιθυμητός, τότε καλλιεργούνται και ωριμάζουν οι κατάλληλες συνθήκες για τη λειτουργία ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο διάβα της ιστορίας. Έτσι, λοιπόν, κρίνεται επιτακτική η ανάγκη να βρεθεί η «χρυσή τομή», προκειμένου κράτος και ιδιώτες να προχωρήσουν μαζί, έχοντας έναν κοινό παρανομαστή: την πρόοδο και την ευημερία της κοινωνίας.


Μαριάτζελα Δημητροπούλου

Κατάγεται από το Ληξούρι της Κεφαλονιάς. Διανύει το δεύτερο έτος των προπτυχιακών της σπουδών στο Τμήμα της Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Το αντικείμενο αυτό την ενδιέφερε ανέκαθεν, από πολύ μικρή ηλικία. Στο παρελθόν έχει συμμετάσχει στο πρόγραμμα της "Βουλής των Εφήβων" στην ΚΒ' Σύνοδο (2016-2017). Πέραν της νομικής, τα ενδιαφέροντα της επεκτείνονται στην αρθρογραφία, την ενημέρωση καθώς και στην ανάγνωση βιβλίων.