Της Αναστασίας Ερνεάνου, 

Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός πως ο άνθρωπος από τη φύση του ως πρωταρχικό στόχο έχει την κάλυψη των βιολογικών και ψυχικών του αναγκών. Πώς όμως, είναι σε θέση να το επιτύχει αυτό; Φυσικά, μέσω του θεσμού της εργασίας. Γύρω από εκείνη, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή, οργανώνει τη ζωή του και λαμβάνει αποφάσεις που επηρεάζουν κάθε πτυχή της. Ακριβώς εξαιτίας αυτής της σημαντικότητάς της, ο νομοθέτης αισθάνθηκε την ανάγκη να προστατεύσει εκείνον που καταβάλλει κάθε είδους προσπάθεια, σωματική ή πνευματική, για την υλοποίηση του στόχου του. Αναμφίβολα, αφορμή αποτέλεσαν επίσης, φαινόμενα ασυμβίβαστα με την ομαλή λειτουργία του εργασιακού χώρου.

Ο κλάδος του ατομικού εργατικού δικαίου, ως αντικείμενο έχει την προστασία του εργαζομένου στο πλαίσιο εξαρτημένης σύμβασης εργασίας. Όσο απλές κι αν φαντάζουν οι έννοιες αυτές, μελετώντας κάθε επιμέρους περίπτωση, αντιλαμβανόμαστε πως διαδραματίζει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο η αποσαφήνιση καθεμίας.

Πρώτα απ’ όλα, αντικείμενο αποτελεί η παροχή εργασίας, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά της. Αυτή η διευκρίνιση είναι σημαντική, καθώς σύμβαση στο πλαίσιο της οποίας συμφωνείται αμοιβή για το αποτέλεσμα της εργασίας, αποτελεί σύμβαση έργου η οποία δεν εμπίπτει σε αυτό το προστατευτικό πλαίσιο. Επιπλέον, η σύμβαση αυτή πρέπει να είναι ιδιωτικού κι όχι δημοσίου δικαίου, δηλαδή να συμφωνείται μεταξύ ιδιωτών (φυσικών ή νομικών προσώπων). Η εργασία πρέπει να συμφωνείται έναντι αμοιβής, ενώ αν τέτοια συμφωνία έχει παραλειφθεί, εφαρμόζονται τα άρθρα 649 ΑΚ και 653 ΑΚ που θεμελιώνουν την ευθύνη του εργοδότη για καταβολή του συμφωνημένου ή συνηθισμένου μισθού, ο οποίος καθορίζεται τόσο από ειδικούς νόμους όσο και από τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη (288 ΑΚ).Αυτό όμως, που έχει τεράστια σημασία είναι το κριτήριο της εξάρτησης του εργαζομένου. Εκείνος παρέχει τις υπηρεσίες του σε ένα άλλο πρόσωπο και για το λόγο αυτό, θεωρείται δέον να θεμελιωθεί η προστασία του. Σε αυτό το κριτήριο έχουν επικεντρωθεί αρκετοί θεωρητικοί, όσο και η νομολογία. Η μια άποψη που έχει διαμορφωθεί και δε θεωρείται ασφαλές κι επαρκές κριτήριο, είναι εκείνη της οικονομικής εξάρτησης, η οποία υπάρχει όταν ο εργαζόμενος πορίζεται από την εργασία του σημαντικό μέρος της περιουσίας του και καταναλώνει ολόκληρο το χρόνο του σε αυτή. Κατανοούμε πως το κριτήριο αυτό δεν επαρκεί, αφού υπάρχουν μισθωτοί που λόγω της μεγάλης τους περιουσίας, δεν εξαρτώνται από την εργασία τους με αυτό τον τρόπο. Έτσι, καταλήγουμε στο σημαντικότατο αυτό κριτήριο, εκείνο της προσωπικής εξάρτησης του εργαζομένου από τον εργοδότη. Ειδικότερα, ο εργοδότης διαθέτει το λεγόμενο «διευθυντικό δικαίωμα», δηλαδή να κατευθύνει τον εργαζόμενο με οδηγίες κι εντολές, κυρίως ως προς το χρόνο, τον τόπο και ιδιαίτερα τον τρόπο παροχής της εργασίας. Τέλος, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί πως δεν ενδιαφέρει ο τύπος που δίνουν τα μέρη στη σύμβαση που καταρτίζεται, η «ετικέτα», αλλά οι πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες αυτή παρέχεται.

Πέρα ωστόσο, από αυτά τα βασικά κριτήρια, υπάρχουν και ορισμένες ενδείξεις που συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε οριακές περιπτώσεις, όπως είναι οι περιοδεύοντες πωλητές. Το ζήτημα εδώ είναι κατά πόσο έχουν «εξασθενήσει» τα βασικά κριτήρια και κυρίως, εκείνο της εξάρτησης από τον εργοδότη, καθώς τα πρόσωπα αυτά έχουν την ευχέρεια να διαμορφώνουν με μεγαλύτερη ευελιξία κι ελευθερία την εργασία τους. Γι’ αυτό, η νομολογία λαμβάνει ως ενδείξεις για την ύπαρξη εξαρτημένης εργασίας την υποχρέωση αυτοπρόσωπης εκτέλεσης εργασίας σε έναν εργοδότη, τον καθορισμό της τιμής και γενικότερα των όρων πώλησης των προϊόντων από τον εργοδότη, την καταβολή από τον εργοδότη των επαγγελματικών εξόδων. Επιπλέον, με τον νόμο 3846/10 θεσπίζεται ένα σημαντικό τεκμήριο, μαχητό (δυνατόν να ανατραπεί με ανταπόδειξη). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 1 αναφέρεται πως: «Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ΄ οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες». Με αυτό τον τρόπο, διευρύνεται το προστατευτικό πλαίσιο του εργατικού δικαίου.Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί κι ο διαχωρισμός της έννοιας του ανεξάρτητου επιχειρηματία από εκείνη του εργαζομένου. Ακόμα κι αν φαίνεται ξεκάθαρη η διαφοροποίηση, το δικαστήριο συχνά έρχεται αντιμέτωπο με αυτό το ζήτημα. Την απάντηση δίνει η έννοια του «επιχειρηματικού κινδύνου». Στον επιχειρηματία ο κίνδυνος να μην αποκτήσει κάποιο εισόδημα από την δραστηριότητά του εξισορροπείται από τη δυνατότητα για επίτευξη κερδών. Τον ανεξάρτητο αυτόν επιχειρηματία δεν τον χαρακτηρίζει, δηλαδή, μόνο η ελευθερία ανάπτυξης της δράσης του αλλά και ο καταλογισμός του αποτελέσματος, είτε θετικού είτε αρνητικού, προς δικό του όφελος. Αντίθετα, ο εργαζόμενος δεν αναλαμβάνει κανένα κίνδυνο και εργάζεται στην υπηρεσία κάποιου άλλου.

Εκείνο που είναι απαραίτητο να τονισθεί είναι το γεγονός πως το ενδιαφέρον επικεντρώνεται προς τη συνολική εικόνα της παροχής της εργασίας βάσει ποιοτικών, όχι απλώς και μόνο ποσοτικών κριτηρίων. Η προστασία του εργαζομένου με την παροχή αδειών, τη δυνατότητα είσπραξης αποζημίωσης υπό ορισμένους όρους και ο καθορισμός ωραρίου και μισθού που να συνάδει με την αξιοπρέπειά του αποτελεί στόχο του εργατικού δικαίου που συνεχώς αναδιαμορφώνεται λόγω των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών.


Πηγές

Αναστασία Ερνεάνου

Γεννήθηκε το 2000. Σπουδάζει στο τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει πλήθος σεμιναρίων σχετικά με τα εγχώρια και τα διεθνή δρώμενα. Αγαπάει τα ταξίδια και είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη όσον αφορά τον εθελοντισμό.