Του Κωνσταντίνου – Ειρηναίου Σταμούλη,

Η στιγμή κατά την οποία η αθλητική ειδησεογραφία, φθάνει να αναμειγνύεται και να συγχέεται προκλητικά και επίμονα με την διαμόρφωση της ημερήσιας πολιτικής ατζέντας, είναι όταν ο κώδωνας του κινδύνου έχει, προ πολλού, χτυπήσει μα όχι απλά δεν έχει ακουστεί αλλά έχει αγνοηθεί. Και αυτό έγινε τόσο επιδεικτικά ώστε το παρόν αναδυόμενο πρόβλημα, να αποτελεί θέμα της πολιτικής και κοινωνικής επικαιρότητας των ημερών μας κάτι που αναδεικνύει τον κρίσιμο χαρακτήρα της κατάστασης καθώς και την λεπτότητα των χειρισμών που απαιτούνται. 

Ναι, οι πιο υποψιασμένοι καλά μαντέψατε, θα αναφερθούμε στις εξελίξεις που συνθέτουν το τοπίο του επαγγελματικού ποδοσφαίρου της χώρας μας τις τελευταίες εβδομάδες καθώς και την πολιτική τους προέκταση λαμβάνοντας ωστόσο πάντα υπόψιν τον κοινωνικό τους αντίκτυπο. 

Τα γεγονότα 

  • Μετά από στοιχεία που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας στις αρχές Δεκεμβρίου από τον τηλεοπτικό σταθμό One Channel και από τα οποία προέκυπτε ότι ο ιδιοκτήτης του ΠΑΟΚ, Ιβάν Σαββίδης εμπλέκεται σε σενάριο πολυιδιοκτησίας ανάμεσα στις ΠΑΕ ΠΑΟΚ και ΠΑΕ ΞΑΝΘΗ, η ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ κατήγγειλε το μετοχικό αυτό καθεστώς στην Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού (ΕΕΑ). Σύμφωνα με την άποψη της ΠΑΕ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ, σε περίπτωση που τα γεγονότα αληθεύουν, τότε γίνεται λόγος για κοινή ιδιοκτησία των ΠΑΕ ΠΑΟΚ και ΞΑΝΘΗ από το άτομο που ακούει στο όνομα Ιβάν Σαββίδης. Μια τέτοια εξέλιξη πέραν του έκνομου χαρακτήρα της, θα κατέλυε κάθε έννοια υγειούς ανταγωνισμού και ευγενούς συναγωνισμού ενώ παράλληλα θα έθετε σοβαρό θέμα αναφορικά με την αξιοπιστία του Ελληνικού Πρωταθλήματος. 
  • Η ΕΕΑ με τη σειρά της, μετά από απανωτές συνεδριάσεις και με την ταυτόχρονη παρουσία εκπροσώπων και νομικών επιτελείων των τριών ΠΑΕ, εισηγήθηκε, σε μία πρωτόγνωρη για τα Ελληνικά δεδομένα απόφαση, τον υποβιβασμό του ΠΑΟΚ και της Ξάνθης, κάτι το οποίο έμενε να επικυρώσει το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Όργανο της ΕΠΟ.   
  • Εντός λίγων ημερών η Ελληνική Kυβέρνηση έφερε προς ψήφιση στο κοινοβούλιο νομοθετική ρύθμιση η οποία προέβλεπε την αλλαγή των ποινών για περιπτώσεις όπως η προαναφερόμενη. Πιο συγκεκριμένα, προβλέπονταν, η  αντικατάσταση της ποινής του υποβιβασμού από εκείνη της αφαίρεσης 5 έως 10 βαθμών ανάλογα με την σοβαρότητα του παραπτώματος. Η ρύθμιση αυτή ψηφίστηκε από τους βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ την καταψήφισαν ενώ από την διαδικασία της ψηφοφορίας αποχώρησαν τόσο το Κίνημα Αλλαγής και το Μέρα 25 όσο και το ΚΚΕ.  

Ο πολιτικός αντίκτυπος  

Κάτι παραπάνω από αναμενόμενη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η έντονη κριτική που δέχθηκε η κυβέρνηση για αυτή της την κίνηση. Πρόκειται για μια προσπάθεια ισορρόπησης ανάμεσα στην αναζήτηση ουσιαστικών απαντήσεων στα σύνθετα προβλήματα που ταλανίζουν το ποδόσφαιρό μας και στα επιχειρηματικά συμφέροντα τα οποία έχουν εισχωρήσει ευρύτερα στον αθλητισμό και διευρύνουν σταδιακά την επιρροή τους σε τομείς όπως η οικονομία, η πολιτική και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Ωστόσο, αυτή η προσπάθεια χαρακτηρίζεται από την παραβίαση του αυτοδιοίκητου του ποδοσφαίρου κάτι που φυσικά ανοίγει τον ασκό του Αιόλου δημιουργώντας τετελεσμένα τα οποία καθρεφτίζουν τα μαύρα σύννεφα του μέλλοντος. Η πολιτική δράση δεν συνδέεται και δεν πρέπει να σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του ποδοσφαίρου, όσο και αν τα τελευταία χρόνια η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα επιχειρεί με εμμονικές τάσεις να μας πείσει για το αντίθετο.  

Όπως ήταν φυσικό μια τέτοια ρύθμιση προκάλεσε αντιδράσεις στις αντιμαχόμενες πλευρές. Κοινό χαρακτηριστικό αποτέλεσαν οι απειλές τόσο προς τον πρωθυπουργό προσωπικά όσο και προς την κυβέρνηση συνολικότερα.  Πρόσφατα ο πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης στην παρέμβασή του στη Βουλή, έκανε λόγο για ποδοσφαιρικό Grexit, τον αποκλεισμό δηλαδή των Ελληνικών ομάδων από τις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις σε περίπτωση εκτροχιασμού της κατάστασης ενώ φάνηκε αποφασισμένος ακόμη και για την διακοπή του πρωταθλήματος στη περίπτωση διόγκωσης του ήδη εκρηκτικού σκηνικού.   

Ακόμα όμως και όταν η πολιτική φτάνει στο σημείο να παρεμβαίνει στον αθλητισμό, οι λειτουργοί της οφείλουν να φέρουν την παρέμβαση εις πέρας με την πλέον διακριτική ανάμειξη. Φυσικά όταν γίνεται λόγος περί Αυτοδιοίκητου του ποδοσφαίρου, δεν οραματιζόμαστε σε καμία των περιπτώσεων μια στενή, ανεξέλεγκτη διοικητική ομάδα χωρίς την υποχρέωση να λογοδοτεί στο ίδιο το κράτος. Αντιθέτως ο νους στρέφεται στη ρεαλιστική βάση της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας και Κυβέρνησης. Στις βαθιές εκείνες και ουσιαστικές αλλαγές οι οποίες θα αντιτίθενται στα χρόνια νοσήματα που έχουν ριζώσει και συνθέτουν το κάδρο της παθογένειας του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ευτυχώς ή δυστυχώς αυτές δεν είναι οι απειλές περί ποδοσφαιρικού “Grexit” και απομόνωσης των Ελληνικών ομάδων από τις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Αυτές δεν είναι οι πρόσκαιρες και παροδικές λύσεις που ανά τα χρόνια οι κυβερνήσεις «επινοούν» προκειμένου να διευθετήσουν ευκαιριακά το εκάστοτε πρόβλημα. Και σε καμία περίπτωση δεν δύναται να θεωρούνται λύσεις, όσες προτάσεις διχάζουν το σύνολο και απειλούν με διατάραξη της κοινωνικής ειρήνης και αρμονίας. 

Αν θέλουμε όμως να είμαστε ουσιαστικοί και παραγωγικοί στην αναζήτησή μας, οφείλουμε εκτός από το να υπογραμμίζουμε τα προβλήματα στο πλαίσιο άσκησης κριτικής, να παραθέτουμε και ουσιαστικές προτάσεις. Σε πρώτο πλάνο λοιπόν, η πολιτεία ΟΦΕΙΛΕΙ να θεσπίσει ένα ΚΑΘΑΡΟ και ΣΑΦΕΣ νομοθετικό πλαίσιο το οποίο θα καθορίζει τις ποινές των παραβατών σε κάθε πτυχή του ποδοσφαιρικού γίγνεσθαι. Απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει αποτελεσματικά το παραπάνω, είναι αυτό να ισχύει καθολικά, δίχως επιλεκτικές εξαιρέσεις, υποσημειώσεις και αστερίσκους προσκείμενους στην ρητορική ευστροφία και ευελιξία του εκάστοτε νομικού τμήματος. Και φυσικά το Αυτοδιοίκητο να είναι πράγματι ανεξάρτητο από κάθε πηγή πολιτικής εξουσίας. Να μην παραβιάζεται και να μην αυτοαναιρείται όταν τα γκρίζα σύννεφα πλησιάζουν απειλητικά. Παράλληλα η Ελληνική Ποδοσφαιρική  Ομοσπονδία πρέπει να στελεχωθεί από καταρτισμένα και αμερόληπτα άτομα με ακλόνητο το στοιχείο του επαγγελματισμού στη συνείδησή τους, ικανά να συνεργαστούν υπό τον κοινό στόχο της ποδοσφαιρικής αναδιάρθρωσης. 

Λίγες γραμμές πριν το κλείσιμο, το βασικό ερώτημα που κυριαρχεί στη σκέψη όλων μας είναι αν πράγματι οι όποιες λύσεις μπορούν ταυτόχρονα να είναι και ρεαλιστικές. Το πιο λαοφιλές άθλημα στον κόσμο ή για να χρησιμοποιήσουμε και μια πιο ξύλινη γλώσσα, ο «Βασιλιάς των σπορ» έχει έναν τεράστιο κοινωνικό αντίκτυπο. Αυτό σημαίνει ότι επηρεάζει σημαντικά το κοινωνικό σύνολο και κανείς δεν δύναται να οραματίζεται μια κοινωνία ριζικά διαιρεμένη με αίτια που πηγάζουν από τον αθλητισμό και όχι από τα ουσιαστικά πολιτικά ή οικονομικά ζητήματα τα οποία δυστυχώς παραμένουν στην επιφάνεια για να θυμίζουν πως σε καιρούς που η εθνική ενότητα καθίσταται πιο αναγκαία από ποτέ είναι τουλάχιστον αυτοχειρία η διχόνοια για θέματα δευτερευόντως σημασίας. Και αυτό αυτομάτως καθιστά την όποια προσπάθεια για εξεύρεση λύσης ρεαλιστική. Η κλεψύδρα όμως αδειάζει επικίνδυνα…


Κωνσταντίνος – Ειρηναίος Σταμούλης, Υπεύθυνος Περιεχομένου

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 2000. Σπουδάζει Πολιτική Επιστήμη και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Ασχολείται ενεργά με το αντικείμενο των σπουδών του, αρθρογραφώντας και συμμετέχοντας σε συνέδρια και εκδηλώσεις σχετικά με την Πολιτική, τη Διεθνή διπλωματία και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.