Του Γιώργου Σαλπιγγίδη,

Ο αιώνας που διανύουμε έχει πολλά χαρακτηριστικά, ένα από αυτά είναι η ύπαρξη του πλαστικού χρήματος, που τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα έχει μπει δυναμικά στη ζωή μας. Λόγω αυτής της εξέλιξης, έχει διατυπωθεί η άποψη για την πλήρη κατάργηση του συμβατικού χρήματος, τόσο της χάρτινης, όσο και της μεταλλικής του μορφής. Εάν επικρατήσει αυτή η άποψη, αυτό θα σημαίνει πως οι επόμενες γενεές θα γνωρίσουν την υλική μορφή του χρήματος μόνο μέσα από τα μουσεία. Η κατάργηση αυτή του χρήματος, ίσως να μην έχει τόσο μεγάλη σημασία. Τι θα γινόταν, όμως, εάν δεν είχαμε τα νομίσματα των αρχαίων και μεσαιωνικών χρόνων; Σίγουρα οι γνώσεις μας ως προς την οικονομία, το εμπόριο, τις καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής, τα ιστορικά γεγονότα κ.τ.λ. θα ήταν ελλιπείς. Η μικρή αυτή παρένθεση έγινε για να αναδείξει τη σημασία που έχουν τα νομίσματα κάθε περιόδου, για την αποκατάσταση της ιστορικής και αρχαιολογικής γνώσης μιας εποχής. Τα νομίσματα, λοιπόν, μας μιλάνε και έχουν πολλά να μας πουν.

Θα ξεκινήσουμε από την εποχή της βασιλείας του Κωνσταντίνου Α’. Λίγο πριν από τον Κωνσταντίνο, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε οικονομική και νομισματική κρίση. Ο Κωνσταντίνος βλέποντας τη δεινή κατάσταση της αυτοκρατορίας προέβη σε μια νομισματική μεταρρύθμιση, θα λέγαμε σήμερα, δημιουργώντας ως βάση αυτού του νέου συστήματος ένα χρυσό νόμισμα, το solidus (ή αλλιώς νόμισμα ή αργότερα υπέρπυρο) με 4.48 γραμμάρια περιεκτικότητα σε χρυσό. Στα χρυσά νομίσματα που κυκλοφορούν από τον Κωνσταντίνο, συγκαταλέγονται και τα semissis, που είναι το μισό του solidus και τα tremissis που είναι το 1/3. Η αξία του solidus φαίνεται στη διαχρονική του παρουσία, καθώς διαπερνά σχεδόν όλη την πορεία της ζωής του Βυζαντίου, έχοντας μια σταθερή και ισχυρή θέση, ενώ έχει χαρακτηριστεί από τους σημερινούς ειδικούς ως το «δολάριο της εποχής». Ωστόσο, κατά τα μέσα του 11ου αιώνα, το χρυσό αυτό νόμισμα θα περάσει μια κρίση και αυτό γιατί θα μειωθεί η περιεκτικότητά του σε χρυσό και θα αυξηθεί η χρήση άλλων μετάλλων. Πέραν όμως από τα χρυσά, έχουμε και τα χάλκινα νομίσματα, με το κυριότερο από αυτά να είναι το nummusνούμμιο). Επίσης, υπάρχουν και οι αργυρές κοπές, ωστόσο, αυτές δεν είχαν πρωτεύοντα ρόλο κατά την πρωτοβυζαντινή περίοδο.

Ένας άλλος σημαντικός σταθμός στη νομισματοκοπία της περιόδου αυτής είναι και οι αλλαγές που επέφερε στο σύστημα ο Αναστάσιος Α’ (491-518) και θα διατηρηθούν, με κάποιες μικρές αλλαγές, έως τα μέσα του 8ου αιώνα. Το 498, λοιπόν, ο Αναστάσιος αποφάσισε την αναπροσαρμογή του συστήματος. Σε αυτή τη νέα νομισματική περίοδο, διατηρούνται τα τρία χρυσά νομίσματα (solidus, semissis και tremissis) και το χάλκινο nummus. Τα νέα νομίσματα από χαλκό είναι τέσσερα (άλλοτε πέντε) στον αριθμό, ενώ το 615, επί Ηρακλείου, θα κάνει την εμφάνισή του ένα αργυρό νόμισμα (το εξάγραμμον). Τα χάλκινα νομίσματα του Αναστασίου είχαν ως σκοπό τη σταθερότητα της οικονομίας και χρησιμοποιούνταν για τις καθημερινές συναλλαγές. Το σημαντικότερο από αυτά ήταν ο φολλίς, που είχε αξία 40 νουμμίων (το νούμμιο ήταν η μικρότερη χάλκινη υποδιαίρεση, σαν να λέμε σήμερα 1 λεπτό του ευρώ).

Η δημιουργία όλων αυτών των νομισμάτων γινόταν στα νομισματοκοπεία της Ανατολής και της Δύσης. Στην Ανατολή, το σημαντικότερο νομισματοκοπείο ήταν αυτό της Κωνσταντινούπολης, ενώ και τα εργαστήρια των όμορων πόλεων της Νικομήδειας και της Κιζίκου είχαν μεγάλη σημασία. Διακρίνονται επίσης και τα εργαστήρια της Αντιοχείας και της Αλεξάνδρειας, ενώ στα Βαλκάνια δεσπόζει το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης. Στη Δύση συναντάμε τα εργαστήρια της Ραβέννας και της Καρχηδόνας. Όλα αυτά εξέδιδαν χάλκινα νομίσματα, ενώ η παραγωγή των χρυσών γινόταν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από την Κωνσταντινούπολη, αλλά υπό κάποιες συνθήκες κόβονταν και στη Ραβέννα και στην Καρχηδόνα. Έπειτα, σε κάποιες από τις χάλκινες κοπές υπήρχαν τα αρχικά γράμματα από τον τόπο που φτιάχνονταν, για παράδειγμα CON για την Κωνσταντινούπολη, NIKO για την Νικομήδεια. Στον solidus χρησιμοποιούνταν τα γράμματα CONOB, με τα τρία πρώτα να δηλώνουν την πρωτεύουσα και το OB να δηλώνει την καθαρότητα σε χρυσό (obryzum= οβρύζον= καθαρός χρυσός). Τα χρυσά νομίσματα της Ραβέννας και της Καρχηδόνας ξεχωρίζουν από τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά. Στην πρώτη περίπτωση, υπάρχει ένα ανάγλυφο δακτυλιόσχημο πλαίσιο και στη δεύτερη ένα μικρό παχύ πέταλο. Τον 7ο αιώνα, αρκετές από τις περιοχές που ήταν τα νομισματοκοπεία, σε Ανατολή και Δύση, φεύγουν από τα χέρια των Βυζαντινών.

Ένα ακόμα σημαντικό χαρακτηριστικό που αφορά όλα τα νομίσματα, όλων των εποχών, είναι οι απεικονίσεις που διαθέτουν. Εδώ, θα γίνει μια μικρή αναφορά στην θεματολογία των εικόνων των χρυσών νομισμάτων. Στις χρυσές κοπές, όπως αναφέραμε παραπάνω, έχουμε τον solidus, το semissis και το tremissis. Στην πρώτη περίπτωση, εμφανίζεται τον 6ο αιώνα στον εμπροσθότυπο ο αυτοκράτορας, συνήθως με στρατιωτική περιβολή, η εικόνα όμως του αυτοκράτορα δεν έχει φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, αλλά αποδίδεται συμβατικά [βλέπε στην κάτω εικόνα το 1]. Στον οπισθότυπο κατά κύριο λόγο απεικονίζεται μια Νίκη [βλέπε στην κάτω εικόνα το 2] ή ένας αρχάγγελος. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου εικονίζεται η Κωνσταντινούπολη προσωποποιημένη (νόμισμα Ιουστίνου Β’) ή ένας σταυρός σε βαθμιδωτή βάση (νόμισμα Τιβερίου Β’)[βλέπε στην κάτω εικόνα το 3]. Στις περιπτώσεις των semissis και tremissis ο εμπροσθότυπος είναι ίδιος με τον solidus. Στον οπισθότυπο έχουμε για το semissis μια Νίκη που χαράσσει έναν αριθμό πάνω σε ασπίδα, ενώ στο tremissis έχουμε πάλι μια Νίκη, που κρατάει ένα στεφάνι και σταυροφόρο σφαίρα. Ο 7ος αιώνας είναι περίοδος εξελίξεων στην απεικόνιση, καθώς οι μορφές των αυτοκρατόρων αρχίζουν να έχουν φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, για παράδειγμα εμφανίζεται ο Κώνστας Β’ με γενειάδα και μουστάκι [βλέπε στην κάτω εικόνα το 5]. Έπειτα σε αυτήν την φάση τα νομίσματα χρησιμοποιούνταν από τους αυτοκράτορες ως μέσο ανάδειξης των διαδόχων τους, καθώς σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζεται ο αυτοκράτορας μαζί με τους γιους του [βλέπε στην κάτω εικόνα το 4]. Τέλος μια πολύ σημαντική αλλαγή έρχεται από τον Ιουστινιανό Β’ που εισάγει την προτομή του Χριστού στον εμπροσθότυπο [βλέπε στην κάτω εικόνα το 6], ενώ ο ίδιος εμφανίζεται στον οπισθότυπο. Αυτό που θα αργήσει να αλλάξει στα νομίσματα είναι η γλώσσα που τα πλαισιώνει. Τα λατινικά θα συνεχίσουν να υπάρχουν για αρκετούς αιώνες στα νομίσματα, ακόμα και όταν η γλώσσα της διοίκησης θα είναι τα ελληνικά.

Εν κατακλείδι τα νομίσματα μας προσφέρουν απαραίτητες ιστορικές πληροφορίες. Ανάλογα την περίπτωση μας αποκαλύπτουν την μορφή του αυτοκράτορα, τα μέλη της οικογένειάς του, την περίοδο ανόδου του στον θρόνο κ.τ.λ.. Τα νομίσματα εκτός από δείγμα πλούτου ήταν και ένα μέσο επιβολής της αυτοκρατορικής εξουσίας, καθώς κάθε αυτοκράτορας που ανέβαινε στον θρόνο είχε ως πρώτο μέλημα την έκδοση νομισμάτων με το δικό του όνομα. Τα νομίσματα, λοιπόν, έχουν πολλές όψεις και όλες είναι χρήσιμες για την έρευνα.


Βιβλιογραφία
  • Βάσω Πέννα, Το Βυζάντιο νόμισμα, Εκδόσεις Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου, Λευκωσία 2002
  • Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Το πολίτευμα και οι θεσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1204, Αθήνα 2004
  • Philip Grierson, Βυζαντινή Νομισματοκοπία, μετάφραση Βαγγέλης Μαλαδάκης, Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 2007

Γιώργος Σαλπιγγίδης, Αρχισυντάκτης Ιστορίας

Γεννημένος στην Αθήνα το 1999. Φοιτητής του Τμήματος Ιστορία, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών, της Καλαμάτας. Λάτρης της Βυζαντινής και Νεότερης Ιστορίας, του αρχαίου θεάτρου, του βιβλίου και της μαγειρικής