Της Σοφίας Χρηστακίδου,

Στο προηγούμενο άρθρο είχαμε κάνει μία εισαγωγή για το πώς η Lehman Brothers μετατράπηκε από ένα οικογενειακό υφασματάδικο σε επενδυτική τράπεζα. Είπαμε, επίσης, ότι το 1997 η τράπεζα άρχισε να δραστηριοποιείται και στον τομέα των στεγαστικών δανείων, αναλαμβάνοντας όλο και μεγαλύτερο επιχειρηματικό ρίσκο. Τι ήταν αυτό όμως που οδήγησε στην πτώση της;

Κατά την περίοδο 2003-2004, λοιπόν, όταν η αγορά ακινήτων βρισκόταν σε έκρηξη στην Αμερική, η Lehman είχε ήδη εξαγοράσει πέντε παρόχους στεγαστικών δανείων και ήταν η μεγαλύτερη τράπεζα στην συγκεκριμένη αγορά. Όπως έχουμε αναφέρει ξανά όμως σε προηγούμενο άρθρο, η υπερβολική χαλάρωση των κριτηρίων για την παροχή στεγαστικών δανείων, στο μεγαλύτερο κομμάτι του καταναλωτικού κοινού, χωρίς ισχυρές εισοδηματικές βάσεις ή επαρκή περιουσιακά στοιχεία είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων.

Συνοπτικά τα πράγματα έχουν ως εξής. Η αγορά στεγαστικών δανείων χαμηλότερης ποιότητας, δηλαδή τα δάνεια που χορηγούνταν σε δανειολήπτες χωρίς επαρκές εισόδημα, υπήρχε από τα τέλη της δεκαετίας του ΄90, όπως αναφέραμε και στην αρχή του άρθρου με την Lehman Brothers να κάνει δυναμική είσοδο στον κλάδο εξαρχής. Από το 2004 περίπου, όμως, τα δάνεια αυτά άρχισαν να χορηγούνται μαζικά. Ο κίνδυνος αυτών των δανείων είχε υποτιμηθεί για έναν πολύ βασικό λόγο: αν τυχόν ένας δανειολήπτης δεν ήταν σε θέση να αποπληρώσει το δάνειο που πήρε, η τράπεζα που του το χορήγησε απλά έπαιρνε το σπίτι που ο δανειολήπτης είχε αγοράσει με το στεγαστικό του. Στην συνέχεια η τράπεζα πουλούσε το εν λόγω ακίνητο και εισέπραττε τα χρήματά της πίσω.

Λόγω της τεράστιας ανάπτυξης της αγοράς ακινήτων που έλαβε χώρα τα χρόνια πριν από την κρίση του 2008, οι τράπεζες εισέπρατταν πίσω όλα τα χρήματα που είχαν δώσει στον δανειολήπτη και σε πολλές περιπτώσεις η αξία του ακινήτου προς πώληση ξεπερνούσε ακόμη και το δάνειο, καθότι οι τιμές των σπιτιών ανέβαιναν συνεχώς. Για το λόγο αυτό, όλοι οι οικονομικοί δείκτες που σχετίζονταν με τα ακίνητα και την αγορά στεγαστικών δανείων ήταν ιδιαίτερα θετικοί και παρέσυραν επενδυτές και τραπεζίτες, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να έχουν μεγάλοι αυτοπεποίθηση για τα χαρτοφυλάκιά τους και να υποτιμήσουν όλους τους κινδύνους που αυτά περιείχαν.

Το 2006, λοιπόν, τα περισσότερα στεγαστικά δάνεια ήταν κατώτερης ποιότητας και οι δανειολήπτες άρχισαν να χρεοκοπούν. Επειδή οι τράπεζες τοποθετούσαν πολλά ακίνητα στην αγορά προς πώληση, οι τιμές τους έπεσαν. Η κατακόρυφη πτώση στην τιμή των ακινήτων συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Το 2007, τόσο οι πωλήσεις όσο και οι τιμές των ακινήτων έπεσαν στο χαμηλότερο επίπεδο που υπήρξε από το 1989, όπου είχε λάβει χώρα άλλη μία οικονομική κρίση στην Αμερική.

Παρόλα αυτά, κατά την διάρκεια του 2006, η Lehman είχε συνεχίσει να επενδύει σε στεγαστικά δάνεια και ήταν η τράπεζα με τα μεγαλύτερα κέρδη στον κλάδο. Συγκεκριμένα, από το 2004 μέχρι και το 2006 η L.B. είχε μία αύξηση κερδών της τάξης του 56%. Αυτός ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν μεγαλύτερος από οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση ασχολούνταν με την επενδυτική τραπεζική ή την αγορά real estate. To 2007 η τράπεζα είχε καθαρά έσοδα $4,2 δις.

Οι άνθρωποι της Lehman είχαν δείξει υπερβολική εμπιστοσύνη στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου της τράπεζας, λόγω των ιδιαίτερα θετικών οικονομικών στοιχείων που αναφέραμε παραπάνω. Δεν θορυβήθηκαν από την πτώση των τιμών των ακινήτων και για τον λόγο αυτό δεν επιχείρησαν να κάνουν αποεπένδυση αυτού του χαρτοφυλακίου. Ωστόσο, οι συνθήκες της αγοράς άρχισαν να προσθέτουν όλο και περισσότερα τρωτά σημεία στα περιουσιακά στοιχεία της Lehman.

Τον Ιούλιο του 2007 πραγματοποιήθηκε η πτώση των δύο hedge funds της Bear Stearns, του δεύτερου μεγαλύτερου παρόχου στεγαστικών δανείων στην Αμερική μετά την Lehman (για να μάθεις περισσότερα σχετικά με την Bear Stearns κάνε κλικ εδώ). Το γεγονός αυτό κλόνισε συθέμελα την εμπιστοσύνη των επενδυτών απέναντι στη αγορά των στεγαστικών δανείων και όλων των επενδυτικών προϊόντων που σχετίζονταν με αυτή. Η εμπιστοσύνη τους είχε ήδη αρχίσει να κλονίζεται με την πτώση των τιμών των ακινήτων που είχε ήδη αρχίσει από το 2006, όπως αναφέραμε. Η πτώση όμως των hedge funds της Bear Stearns ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Όσοι είχαν στην κατοχή τους επενδυτικά προϊόντα από την αγορά ακινήτων, όπως για παράδειγμα Ενυπόθηκους Τίτλους και Ασφάλιστρα Κινδύνου (για το τι είναι αυτά τα προϊόντα ρίξε μία ματιά εδώ) προσπαθούσαν να τα ξεφορτωθούν όσο πιο γρήγορα γινόταν και να τα ρευστοποιήσουν για να χάσουν όσα λιγότερα χρήματα ήταν εφικτό.

Μετά την πτώση των εν λόγω hedge funds, άρχισαν να διαδίδονται φήμες στην Wall Street ότι η επόμενη τράπεζα που θα χρεοκοπήσει θα είναι η Lehman Brothers. Το χαρτοφυλάκιο της τράπεζας ήταν ήδη προβληματικό, καθότι πολλά από τα περιουσιακά στοιχεία που είχε μέσα είχαν χάσει το μεγαλύτερο μέρος της αξίας τους. Όλα τα χρεόγραφα που στήριζαν της αξία τους στην τιμή των ακινήτων είχαν απαξιωθεί. Επίσης, ο μεγάλος βαθμός μόχλευσης που είχε η Lehman επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την θέση της. Η τράπεζα είχε δανειστεί 31 φορές περισσότερα χρήματα από τα λεφτά που είχαν επενδύσει οι μέτοχοί της, προκειμένου να επενδύσει σε προϊόντα στεγαστικών δανείων. Η πτώση της αξίας αυτών των προϊόντων θα σήμαινε φυσικά το τέλος της.

H Lehman είχε συσσωρεύσει πολύ μεγάλο όγκο χρέους. Ο όγκος χρέους μίας επιχείρησης ή ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος μετριέται με τον αριθμοδείκτη “Χρέος προς Ίδια Κεφάλαια”. Ο δείκτης αυτός μας δείχνει πόσο χρέος υπάρχει για κάθε ευρώ (ή δολάριο στην προκειμένη περίπτωση) κεφαλαίου. Για ένα υγιές χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, ο δείκτης αυτός κυμαίνεται από 1 μέχρι 10. Δηλαδή για κάθε ένα ευρώ που έχουν επενδύσει οι μέτοχοι μίας τράπεζας το μέγιστο αποδεκτό χρέος είναι δέκα ευρώ. Η Lehman είχε πολύ μεγάλο Δείκτη Χρέους, ο οποίος πολλές φορές ήταν 30 ή 60 προς 1!

Όλα αυτά ήταν γνωστά τόσο στο επενδυτικό κοινό όσο και σε μεγάλη μερίδα του ευρύτερου κοινού. Λόγω, λοιπόν, την φήμης που διαδόθηκε για μία ενδεχόμενη χρεοκοπία της Lehman, οι μετοχές της τελευταίας έπεσαν κατά 48%! Η εμπιστοσύνη στο όνομα της Lehman αποκαταστάθηκε μέχρι ένα σημείο τον Απρίλιο της επόμενης χρονιάς, διότι η τράπεζα εξέδωσε προνομιούχες μετοχές τις οποίες οι επενδυτές αγόρασαν και έτσι η τελευταία πήρε κεφάλαια $4 δις. Οι fund managers, όμως, εξαιτίας των γεγονότων που είχαν συμβεί στην αγορά ακινήτων άρχισαν να αμφισβητούν την αξία των τοποθετήσεων της Lehman.

Τον Ιούνιο πια, η Lehman Brothers ανακοίνωσε για πρώτη φορά ζημιές της τάξης των $2,8 δις και ανακοίνωσε ότι είχε αντλήσει άλλα $6 δις από επενδυτές. Η τράπεζα μετέπειτα συνέχισε να καταγράφει ζημιές. Tο 2008 είχε απώλειες $3,9 δις, ενώ υπήρξε μία υποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της κατά $5,6 δις. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς η μετοχή της Lehman μειώθηκε επιπλέον κατά 42%. Στο τέλος της εβδομάδας εκείνης, η τράπεζα είχε στα ταμεία της ρευστά μόνο $1 δις, ποσό το οποίο δεν επαρκεί φυσικά για να καλύψει τις ανάγκες ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με τόσο μεγάλα ανοίγματα. Οι άνθρωποι της Lehman προσπαθούσαν να βρουν λύση στην εξεύρεση συνεργατών. Συγκεκριμένα, είχαν ξεκινήσει συζητήσεις για μία πιθανή συνεργασία με την Αναπτυξιακή Τράπεζα της Κορέας, με Κορεατική τράπεζα να βάζει τις διαπραγματεύσεις σε παύση στις 9 Σεπτεμβρίου.

Τελικά, η Lehman δεν μπόρεσε να βρει συνεργάτες και η Αμερικανική Κυβέρνηση αποφάσισε να διασώσει άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και όχι την εν λόγω τράπεζα που υπέβαλε αίτηση για χρεοκοπία στις 15 Σεπτεμβρίου του 2008. Το αποτέλεσμα της κατάρρευσης της Lehman Brothers ήταν να παγώσουν οι χρηματαγορές παγκοσμίως και να ξεκινήσει η γνωστή σε όλους μας χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Λόγω της χαμηλής εμπιστοσύνης που είχαν μεταξύ τους οι τράπεζες και οι επενδυτές, τα funds και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν μπορούσαν να αντλήσουν κεφάλαια. Η διατραπεζική αγορά είχε παγώσει. Για τον λόγο αυτό, οι τράπεζες δεν ήταν σε θέση με την σειρά τους να παρέχουν δάνεια στο ευρύ κοινό. Το γεγονός αυτό, εκτός από το ότι μείωσε σε τεράστιο βαθμό την κερδοφορία τους και οδήγησε πολλές από αυτές στην χρεοκοπία, μείωσε δραματικά τους ρυθμούς ανάπτυξης πολλών χωρών παγκοσμίως.

Όπως αναφέραμε σε προηγούμενο άρθρο της σειράς, το κύριο προϊόν που πωλούν οι τράπεζες στους καταναλωτές είναι τα δάνεια. Όταν λοιπόν δεν ήταν σε θέση να κάνουν πωλήσεις, δεν είχαν και κέρδος. Τα δάνεια, από την άλλη, αποτελούν έναν από τους κύριους μοχλούς ανάπτυξης ενός κράτους. Οι επιχειρηματίες δανείζονται κεφάλαια προκειμένου να ξεκινήσουν μία νέα οικονομική δραστηριότητα. Τα δάνεια βοηθούν δηλαδή στην ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας, γιατί πολύ απλά κάποιος που δεν έχει δικά του κεφάλαια εξαρχής μπορεί να αναλάβει επιχειρηματικό ρίσκο. Επίσης, αποτελούν μία νευραλγική πηγή άντλησης κεφαλαίων και για τις ήδη υπάρχουσες επιχειρήσεις. Ο υγιής δανεισμός είναι μία πρακτική που ακολουθείται παντού στον κόσμο για τον διακανονισμό πληρωμών, την κάλυψη βραχυπρόθεσμων πληρωμών, για την επέκταση και ανάπτυξη των επιχειρήσεων και πολλών άλλων πραγμάτων. Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών, που παρατηρήθηκε το 2008, είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να δανειστούν και πολλά κράτη, ένα εκ των οποίων είναι και η Ελλάδα.


Σοφία Χρηστακίδου

Είναι απόφοιτος του τμήματος Οικονομικών Επιστημών, ΔΠΘ. Ασχολείται ενεργά με την επιχειρηματικότητα και την τεχνολογία. Έχει συμμετάσχει σε πολλές πρωτοβουλίες που υποστηρίζουν νεοφυείς επιχειρήσεις στα πρώτα τους βήματα, ενώ έχει εργαστεί στον τομέα της Συμβουλευτικής