Του Μιχάλη Γιαννακίδη,

Ο Δον Κουρελιόνης είναι κουρασμένος. Τον έχει κουράσει η ζωή, τα χρόνια που πέρασε προσπαθώντας να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα, αν και δεν είναι σίγουρος αν πήρε το σωστό δρόμο, αν πραγματικά αυτό ήθελε. Κάποιες φορές σκέφτεται πως μια απλή ζωή θα ήταν καλύτερη, ότι θα του ταίριαζε περισσότερο, μα η αλήθεια είναι πως δεν θυμάται τι ήθελε.

Μετά βίας θυμάται τον άνδρα που ήρθε από το Κουρέλι της Άνδρου στην Αθήνα πριν όλα αυτά τα χρόνια. Αυτόν τον νεαρό άνδρα που του φόρτωσε όλες αυτές τις προσδοκίες και τα όνειρα. Δεν είναι καν σίγουρος αν θυμάται καλά τον παλαιότερο εαυτό του, αλλά προσπαθεί να μην το σκέφτεται και βλέπει μαφιόζικες ταινίες για να αισθανθεί καλύτερα.

Αρκετά με εμένα λέει, άλλωστε, δεν μου έχει μείνει πολύς καιρός ακόμη. Πρέπει να σκεφτώ για τις ζωές των παιδιών μου, αυτά είναι το αποτύπωμα μου στον κόσμο σκέφτεται, έξυπνα παραλείποντας την διαφορά που θα μπορούσαν να είχαν κάνει όλοι οι άνθρωποι που έτυχε να πάνε ενάντια στον Μπάμπη Κουρελιόνη.

Ντρέπεται να το πει, αλλά δεν καταλαβαίνει κανένα από τα παιδιά του. Ο πατέρας του θα έτριβε τα χέρια του στη σκέψη των τριών αγοριών, αλλά απ ‘ότι φαίνεται, τα αγόρια (μάλλον και οι γυναίκες) έχουν γίνει πιο περίπλοκα.

Πρώτος ήρθε ο Δημήτρης. Πριν καν πει τη πρώτη λέξη του, ο Δον Κουρελιόνης είχε αποφασίσει πως ο πρωτότοκος γιος του θα σπουδάσει στην νομική. Ο Δημήτρης Κουρελιόνης είτε θα γινόταν μεγαλοδικηγόρος, είτε θα βοηθούσε την οικογενειακή επιχείρηση στα νομικά θέματα. Βλέπετε, ο Δον δεν ήθελε να πιέσει τον γιο του σε μία συγκεκριμένη κατεύθυνση, ήθελε να του δώσει επιλογές. Ο Δημητράκης ουδέποτε έφερε αντίρρηση. Έκανε ο,τι τον συμβούλευαν και-κουτσά στραβά- τα κατάφερνε, μέχρι που μπήκε στην νομική, την οποία δεν τελείωσε ποτέ. Ο Δον ήταν συντετριμμένος, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί εξελίχθηκαν έτσι τα πράγματα. «Αφού το παιδί έκανε ο,τι του λέγαμε…» επαναλαμβάνει στο μυαλό του, ακόμη και σήμερα.

Ο Μπάμπης Κουρελιόνης παίρνει μια μεγάλη τζούρα από το τσιγάρο του-το διασκεδάζει που μπορεί να καπνίζει χωρίς να ανησυχεί για το πως θα επηρεάσει το σώμα του στο μέλλον-και αφήνει τη στάχτη στο τασάκι. Ένα τασάκι που έχει πάνω τον θεό Άρη, τον θεό του πολέμου, τον τρανό και δυνατό θεό Άρη, που είναι συνονόματος με τον μεσαίο του γιο. Αυτόν κι αν δεν καταλαβαίνει.

Ο Άρης Κουρελιόνης ήταν πιο έξυπνος από τον μεγαλύτερο αδερφό του. Πήρε από τη μάνα του και τράβηξε προς τις θεωρητικές επιστήμες. Ποτέ δεν ήταν διαβαστερό παιδί, αλλά τα πήγαινε μια χαρά και όταν τελείωσε από την Πάντειο είχε όλο τον κόσμο μπροστά του, χιλιάδες επιλογές, χιλιάδες πιθανές δουλειές σε χιλιάδες διαφορετικά πεδία. Αυτά άκουγε ο Δον και χαιρόταν, καμάρωνε, μάλιστα, που το παιδί του τα κατάφερνε χωρίς να δίνει το όλο του, ήταν σίγουρος πως θα έβρισκε κάτι να κάνει, όχι σαν τον αδερφό του. Όμως ο Άρης Κουρελιόνης, που είχε μεγαλώσει στα πλούτη και στην προστασία της οικογένειας, δεν ήξερε τι θέλει να κάνει. Έτσι, περνούσε τις μέρες του στην ασφάλεια του σπιτιού, βλέποντας ταινίες και καλλιεργώντας ένα μυαλό που ποτέ δεν έμελλε να χρησιμοποιήσει. Ο Άρης Κουρελιόνης μπορούσε να κάνει τα πάντα, αλλά επέλεξε να μην κάνει τίποτα.

Τελευταία ελπίδα του Δον ήταν ο μικρότερος του γιος, ο Μάρκος, που από παιδάκι είχε αυτόν τον αέρα της νέας γενιάς και γρήγορα καταλάβαινε κανείς πως το μυαλό του στρόφαρε πιο γρήγορα. Έδινε ελπίδα στον Δον και παράλληλα τον έκανε να ζηλεύει που δεν είχε το μυαλό του όταν εκείνος έχτιζε την αυτοκρατορία του. Ο Μάρκος θα γινόταν κάτι σημαντικό, θα γινόταν δήμαρχος, βουλευτής, Πρωθυπουργός, θα βοηθούσε την χώρα, έλεγε ο Δον.

Δυστυχώς για τον πατέρα του, του Μάρκου Κουρελιόνη δεν του καιγόταν καρφί για την Ελλάδα. Δεν θεωρούσε, καν, τον εαυτό του Έλληνα, αλλά πολίτη του κόσμου και σκεφτόταν και μουρμούριζε στα εγγλέζικα, όταν ο Δον τύχαινε να είναι σπίτι και να τον ακούσει. Ο Μάρκος Κουρελιόνης κοιτούσε τα τραπέζια των πολιτικών παρατάξεων και γελούσε, ξέροντας πως δεν θα αφιέρωνε τη ζωή του σε μια χώρα, απλά και μόνο επειδή έτυχε να γεννηθεί εκεί.

Αυτά συλλογιζόταν ο Δον Μπάμπης Κουρελιόνης, όσο κοιτούσε το ηλιοβασίλεμα. Σκέφτηκε να κάνει τον σταυρό του, αλλά ήξερε πολύ καλά μέσα του πως αν αποδεχόταν την ύπαρξη του θεού, τότε αποδεχόταν και το ότι σε λίγο θα βρίσκεται στην κόλαση. Έτσι, έσβησε γρήγορα το τσιγάρο, πήρε την πίεση του και έβαλε να δει το Goodfellas.


Μιχάλης Γιαννακίδης

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, αλλά μένει μόνιμα στην Αθήνα. Είναι τριτοετής φοιτητής Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων, στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα και πιο συγκεκριμένα στον χώρο τον media, ενώ στον ελεύθερο του χρόνο, ασχολείται με την τέχνη και την άθληση.