Του Βασίλη Τρικούπη,

Τα τελευταία χρόνια στην γειτονιά μας αναπτύσσονται σημαντικές διμερείς σχέσεις ανάμεσα στην Ουκρανία και την Τουρκία, όπως επιβεβαιώνεται ειδησεογραφικά από τις συχνές συναντήσεις ηγετών, αλλά και από τα στοιχεία. Από την πλευρά της, η Τουρκία δεδομένων των γεω-στρατηγικών της ανησυχιών στη Μαύρη Θάλασσα και δεσμευμένη στη θέση να είναι η μόνη ουσιαστική εξισσοροπητική δύναμη έναντι της Ρωσίας, δε θα μπορούσε να είναι αμέτοχη απέναντι στις εξελίξεις. Για την ιστορία η Τουρκία αναγνωρίζει την Ουκρανία στις 16 Δεκεμβρίου 1991, δέκα ημέρες, δηλαδή, πριν την επίσημη διάλυση της ΕΣΣΔ, ενώ σπεύδει για τη δημιουργία διπλωματικών και συνεργατικών σχέσεων μέσα στον πρώτο χρόνο του ουκρανικού κράτους. Η Τουρκία είναι αυτή που αναλαμβάνει και την πρωτοβουλία δημιουργίας του Organization of the Black Sea Economic Cooperation το 1994 και του Black Sea Naval Force το 2001, με σημασία για την οικονομία και την ασφάλεια αντίστοιχα, στα οποία και η Ουκρανία είναι μέλος.

Πάρα τα γεγονότα αυτά, οι σχέσεις των δύο χωρών διαμορφώνονταν, σχετικά σταθερά, αυξανόμενες φτάνοντας το επίπεδο της στρατηγικής συνεργασίας το 2011, της αλληλοϋποστήριξης σε διάφορα ζήτημα εντός κοινών θεσμών, της αμοιβαίας κατάργησης της visa το 2012 και της χρήσης διαβατηρίων στις μετακινήσεις των πολιτών των χωρών το 2017. Η διετία 2014-15, με την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία και την σύντομη κρίση στις ρώσο-τουρκικές σχέσεις με την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους, αποτέλεσε ορόσημο για τις σχέσεις των δύο κρατών.Έως τότε, το ζήτημα των Τατάρων της Κριμαίας αποτελούσε την αχίλλειο πτέρνα στις σχέσεις Τουρκίας-Ουκρανίας, με την Τουρκία να επιμένει αποφασιστικά στην ομαλή επιστροφή των, εκτοπισμένων από το σοβιετικό καθεστώς, τουρκογενών Τατάρων από το Ουζμπεκιστάν πίσω στην Κριμαία και την ένταξη τους στην ουκρανική κοινωνία, ήδη από το 1989. Οι δυσκολίες που προέκυπταν από την ρωσική πλειοψηφία στην Κριμαία και η αδιαφορία του ουκρανικού κράτους να προστατέψει τα δικαιώματά τους και να τους αναγνωρίσει ως αυτόχθονα λαό της περιοχής, όξυνε τις σχέσεις των δύο κρατών. Με την κατάληψη της Κριμαίας, ο ταταρικός πληθυσμός αποτέλεσε ανατρεπτικά την επισφράγιση της σταθερότητας της τουρκικής κυβέρνησης στη μη αναγνώριση της προσάρτησης, προσήλωση που η ουκρανική ηγεσία συνεχώς επιζητεί να ανανεώνεται και αντίστοιχα η τουρκική επιζητεί να παρέχεται έως και σήμερα με την δεύτερη να αναδεικνύει τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων όλων των κατοίκων της Κριμαίας από την κατοχική ηγεσία.

Δεύτερο προπύργιο της Τουρκίας στην Ουκρανία, μάλιστα, αποτελεί η κοινότητα των 10.000 Μεσκετιανών/Αχίσκα Τούρκων καταγόμενων από τη Νότια Γεωργία, που εκτοπίστηκαν στην Κεντρική Ασία και επέστρεψαν σε περιοχές της Ουκρανίας όπως την Κριμαία αλλά και το Ντονμπάς, στις συγκρούσεις του οποίου βρίσκονται ανάμεσα στους πληγωμένους ανθρώπους. Πέραν, όμως, των μειονοτικών ζητημάτων που συνδέουν τις δύο χώρες, η συνεργασία τους ιδιαίτερα στο εμπόριο, τις επενδύσεις, τις κατασκευές έχουν δημιουργήσει σημαντικές συνθήκες εξάρτησης ανάμεσα στις δύο χώρες. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας για το 2018, ο όγκος εμπορίου ανάμεσα στις δύο χώρες ήταν 4,1 δις $ εντός των οποίων περιλαμβάνονται και εξαγωγές πολεμικού υλικού, όπως τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAVs), ενώ οι επενδύσεις των 600 τουρκικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ουκρανία ανέρχονται σε 2,1 δις $. Ακόμα, η αξία των ανειλημμένων έργων από τουρκικές κατασκευαστικές στην Ουκρανία ανέρχεται στα 5,5 δις $, ενώ οι Ουκρανοί τουρίστες που επισκέφτηκαν την Τουρκία ήταν 1.350.000.

Με μια πρώτη ανάγνωση, τα γεγονότα συγκλίνουν ίσως στο ότι δεν μιλάμε για έναν ευκαιριακό γάμο, αλλά μάλλον για έναν έρωτα που ξεκίνησε αμήχανα και κατέληξε σε φλογερό πάθος. Αμφότερες οι πλευρές συνειδητοποιούν τα οικονομικά κέρδη και τα γεωστρατηγικά οφέλη από την μεταξύ τους συνεργασία σε μια εποχή στην οποία ο οριζόντιος άξονας Ρωσία-ΕΕ/ΝΑΤΟ, οι εσωτερικές συνθήκες σε Κριμαία και Ντονμπάς και η εκμηδένιση του ενεργειακού της ρόλου με τους νέους αγωγούς TAP/TANAP και Turkish Stream πιέζουν την Ουκρανία για διαφοροποίηση των στρατηγικών συνεργασιών προς το νότο, ενώ η Τουρκία προσπαθεί να βρει οικονομικό βηματισμό μέσα στην αστάθεια που βιώνει, καθώς και να ανανεώσει τον γεωπολιτικό της ρόλο μετά από τη σχετικά αποκλειστική ενασχόληση με το Αιγαίο, τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Στον γάμο αυτό όμως, προσκεκλημένη είναι και η Μαμά Ρωσία, η αυξανόμενη επιθετικότητα της οποίας είναι παραπάνω από ικανή για να φέρνει κοντά δύο χώρες ανίσχυρες για να εξισορροπήσουν ικανοποιητικά την πρώτη, καθώς και ανίκανες να θέτουν τους όρους του παιχνιδιού στην εύθραυστη περιοχή που εξετάζεται. Τέλος, η Ρωσία, όσο παραμένει κυρίαρχη στην Αζοφική και τη Μαύρη Θάλασσα αναζητώντας διέξοδο στη Μεσόγειο, όσο βρίσκει τον εαυτό της να μένει πίσω στον παγκόσμια κατανομή της ισχύος, τόσο θα επηρεάζει με την επιθετικότητα και τον παρεμβατισμό της, τις σχέσεις μεταξύ των λιγότερο ισχυρών δρώντων, ιδιαίτερα στο υπογάστριό της.


Βασίλειος Τρικούπης

Γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα. Είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς και εργάζεται στον χώρο της εστίασης. Ασχολείται ερευνητικά με την Ανατολική Ευρώπη, την Τουρκία και την Ανατολική Μεσόγειο στο Εργαστήριο Τουρκικών και Ευρασιατικών Μελετών του Πανεπιστημίου. Είναι ενεργός πολιτικά στα τοπικά της Ηλιούπολης στην οποία και μεγάλωσε και συμμετέχει σε ευρωπαϊκά προγράμματα ανταλλαγής Erasmus+. Μιλάει Αγγλικά και Τουρκικά.