Της Έφης Βούζιου,

Η Γροιλανδία διέψευσε τη φήμη ότι μπορεί να πωληθεί στις ΗΠΑ έπειτα από δημοσίευμα, σύμφωνα με το οποίο ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει συζητήσει ιδιωτικά με τους συμβούλους του το ενδεχόμενο να αγοράσει το μεγαλύτερο νησί του κόσμου. Μερικοί σύμβουλοι αντιμετώπισαν ως αστείο την ιδέα να αγοραστεί η Γροιλανδία, όμως άλλοι στον Λευκό Οίκο την αντιμετώπισαν πολύ πιο σοβαρά, γνωρίζοντας τον πρόεδρό τους και τις συχνά εξωφρενικές δηλώσεις του.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, βέβαια, σε δηλώσεις που παραχώρησε σε δημοσιογράφους πριν επιβιβαστεί στο προεδρικό αεροσκάφος στο Νιου Τζέρσι είπε: «Είναι κάτι για το οποίο έχουμε μιλήσει», προσθέτοντας ότι από «στρατηγική άποψη είναι ασφαλώς ενδιαφέρον και ενδιαφερόμαστε σοβαρά». Αν και χαρακτήρισε τη Γροιλανδία ως μια «μεγάλη κτηματομεσιτική συναλλαγή», τόνισε πως δεν είναι «η προτεραιότητα υπ’ αριθμόν ένα» για την κυβέρνησή του. Τις πληροφορίες σχετικά με την αγορά της χώρας ανέφερε για πρώτη φορά η εφημερίδα Wall Street Journal.

Και φυσικά δεν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε νησί. Η Γροιλανδία κερδίζει την προσοχή παγκόσμιων υπερδυνάμεων, όπως η Κίνα, η Ρωσία και οι ΗΠΑ λόγω της στρατηγικής της θέσης και των μεταλλευτικών της πόρων. Το νησί αποτελεί ένα αυτοδιοικούμενο τμήμα της Δανίας που βρίσκεται ανάμεσα στον Βόρειο Ατλαντικό και τον Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό. Εξαρτάται από την οικονομική στήριξη της Δανίας, χειρίζεται, όμως, μόνη της τις εσωτερικές της υποθέσεις, ενώ η Κοπεγχάγη φροντίζει την αμυντική και εξωτερική πολιτική.

Το αμερικανικό ενδιαφέρον εστιάζεται στο πλούσιο υπέδαφος της Γροιλανδίας, που «κρύβει» 38,5 εκατ. τόνους σπάνιων γαιών. Πρόκειται για 17 μέταλλα που είναι αναγκαία -εκτός των άλλων- για την παραγωγή ειδών υψηλής τεχνολογίας και των οποίων μέχρι σήμερα η εξόρυξή ελέγχεται από την Κίνα. Το γεγονός αυτό αποτελεί και διαπραγματευτικό πλεονέκτημα του Πεκίνου στον εν εξελίξει εμπορικό πόλεμο και εξηγεί τις φιλόδοξες σκέψεις του προέδρου των ΗΠΑ, χωρίς να δικαιολογεί βέβαια τη θρασύτητα των προθέσεών του.

Με την κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου, η Κίνα έχει απειλήσει ακόμα και να μειώσει ή και να μηδενίσει τις εξαγωγές σπάνιων γαιών στις ΗΠΑ και η Ουάσιγκτον ενδιαφέρεται περισσότερο από ποτέ για την αυτάρκειά της στα 17 αυτά μέταλλα με τα «εξωτικά» ονόματα, όπως το νεοδύμιο και το δυσπρόσιο. Οι ΗΠΑ έχουν, μάλιστα, υπογράψει προσφάτως μνημόνιο συνεργασίας με τη Γροιλανδία για την εξόρυξη σπάνιων γαιών και την προώθηση των επενδύσεων στην αυτόνομη αυτή περιοχή, που διοικητικά ανήκει στη Δανία.

Όπως επισημαίνει σε σχετικό ρεπορτάζ της η βρετανική εφημερίδα Financial Times, σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο εκτιμάται ότι τα αποθέματα των σπάνιων γαιών δεν υπερβαίνουν τα 120 εκατ. τόνους. Και το πρόβλημα είναι, βέβαια, ότι η Κίνα έχει σχεδόν παγκόσμιο μονοπώλιο στην εξόρυξη, επεξεργασία και εξαγωγή σπάνιων γαιών, που είναι αναγκαίες για την παραγωγή κινητών τηλεφώνων, ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων, ηλεκτρονικών υπολογιστών και πολλών άλλων ειδών, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των κινητήρων αεροσκαφών. Η υπερδύναμη Κίνα έχει, μάλιστα, διχάσει τις δύο εταιρείες ορυχείων που δραστηριοποιούνται στην εξόρυξη σπάνιων γαιών στη Γροιλανδία.

Ακόμη, διαφωνούν ως προς το κατά πόσο είναι αναγκαίο να συνεργάζονται με τις κινεζικές εταιρείες και ως προς το εάν είναι δυνατόν, είτε οι ΗΠΑ είτε η Ε.Ε. να διασφαλίσουν σπάνιες γαίες από κάποιον άλλο προμηθευτή εκτός της Κίνας και σε τιμές εξίσου ανταγωνιστικές με αυτές της Κίνας. Επιπρόσθετα, τον Μάιο ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο δήλωσε πως η Ρωσία συμπεριφέρεται με επιθετικό τρόπο στην Αρκτική και πως οι κινήσεις της Κίνας εκεί πρέπει να παρακολουθούνται εκ του σύνεγγυς.

Η αλήθεια είναι πως οι ΗΠΑ δε θα μπορούσαν να λείπουν από ένα τέτοιο τραπέζι διαπραγματεύσεων. Το γεγονός ότι έχουν συνάψει και μια αμυντική συμφωνία με τη Δανία, που ανάγεται στο 1951 και τους παραχωρεί στρατιωτικά δικαιώματα στην Αεροπορική Βάση Τούλε στη βόρεια Γροιλανδία δεν τους είναι αρκετό και δεν εξυπηρετεί τις διευρυμένες βλέψεις τους για στρατιωτική και οικονομική υπεροχή σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα παραπάνω δικαιολογούν τις πιθανές βλέψεις των ΗΠΑ για κυριαρχία στην περιοχή αλλά σε καμία περίπτωση δεν εμποδίζουν την κοινή γνώμη από το να θεωρήσει μια τέτοια πρόταση ιδιαίτερα παράδοξη και παράτολμη. Η Γροιλανδία, με τη σειρά της, κατέστησε σαφές μέσω της Υπουργού Εξωτερικών της, Άνε Λόνε Μπάγκερ στο πρακτορείο Reuters πως «είναι διαθέσιμη για δουλειές, αλλά όχι για πώληση».

Ακολούθως, ο πρώην πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Λαρς Λόκε Ράσμουσεν έγραψε στο Twitter: «Πρέπει να είναι πρωταπριλιάτικο αστείο. Εντελώς εκτός εποχής» με τον Ρούφους Γκίφορντ, πρώην πρεσβευτή των ΗΠΑ στη Δανία να αναρτά, επίσης: «Ω Θεέ μου. Ως κάποιος που αγαπά τη Γροιλανδία, έχει πάει εκεί εννέα φορές σε κάθε γωνιά και που αγαπά τον λαό, αυτή είναι μια πλήρης και ολοκληρωτική καταστροφή». Και ο Σόρεν Έσπερσεν, εκπρόσωπος του Δανικού Λαϊκού Κόμματος για τις εξωτερικές υποθέσεις, δήλωσε στο ραδιοτηλεοπτικό σταθμό DR: «Αν το σκέπτεται αληθινά αυτό, τότε είναι η τελική απόδειξη πως έχει τρελαθεί. Η σκέψη ότι η Δανία θα πουλήσει 50.000 πολίτες στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι εντελώς γελοία»

Ο Μάρτιν Λίντεγκααρντ, βουλευτής του Δανικού σοσιαλφιλελεύθερου κόμματος και πρώην Υπουργός Εξωτερικών, αποκάλεσε την ιδέα μια «τερατώδη πρόταση», η οποία δεν έχει καμία ρεαλιστική βάση. «Μιλάμε για πραγματικούς ανθρώπους και δε μπορεί κάποιος έτσι απλά να πουλήσει τη Γροιλανδία σαν μια παλιά αποικιακή δύναμη», δήλωσε στο Reuters, προσθέτοντας ότι: «Αλλά αυτό που θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη είναι ότι τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην Αρκτική αυξάνονται σημαντικά και θέλουν να αποκτήσουν μια πολύ μεγαλύτερη επιρροή». Ενώ και ο Πάτρικ Άντερσον του Πανεπιστημίου του Άαλμποργκ τόνισε πως: «οι κινεζικές εταιρείες θεωρούνται κορυφαίες στην περίπλοκη τεχνολογία, με την οποία τα μεταλλεύματα μετατρέπονται σε εμπορεύσιμα προϊόντα, γι’ αυτό και δύσκολα μπορεί να επιτύχει ένα σχέδιο αν αποκλείσει την κινεζική τεχνογνωσία».

Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται σε κάθε περίπτωση να επιθυμεί να εφαρμόσει στην πράξη την πεποίθηση πως όλα έχουν ένα τίμημα και όλα αγοράζονται. Είναι γεγονός πως επί Τόμας Τζέφερσον, το 1803, οι ΗΠΑ αγόρασαν τη Λουιζιάνα από τη Γαλλία και επί προεδρίας Άντριου Τζόνσον, το 1867, την Αλάσκα από τη Ρωσία. Παρουσιάζονται, λοιπόν, να ακολουθούν μια παράδοση αγοραπωλησιών και τη νοοτροπία ενός επιχειρηματία, ο οποίος θεωρεί ότι όλα έχουν μία τιμή εξαγοράς.

Εν κατακλείδι, το 1917 η Δανία πούλησε τα τότε δανικά νησιά των Δυτικών Ινδιών έναντι 25 εκατομμυρίων δολαρίων στις Ηνωμένες Πολιτείες, που τα μετονόμασαν Ηνωμένες Πολιτείες των Παρθένων Νήσων. Αφού συντελέστηκε, λοιπόν, μια τέτοια συναλλαγή στο παρελθόν, οι πιθανότητες αυτόματα αυξάνονται και για το παρόν, πόσο μάλλον τώρα που τα συμφέροντα των κρατών είναι ιδιαίτερα αυξημένα και μεθοδεύουν συνεχείς διαπραγματεύσεις για τη σύναψη διακρατικών συναλλακτικών, και όχι μόνο, συμφωνιών.


Έφη Βούζιου

Γεννήθηκε το 1997 και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Είναι φοιτήτρια του τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει αρκετές ομιλίες και ημερίδες σχετικές με το αντικείμενο των σπουδών της καθώς και με τον ευρύτερο τομέα της εκπαίδευσης. Ιδιαίτερη είναι η συμμετοχή της σε εθελοντικές δράσεις τις οποίες θεωρεί καίριες για τη διάπλαση του χαρακτήρα των ατόμων και τη διάρθρωση της κοινωνίας. Την απασχολούν τομείς σχετικοί με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ισότητα των κοινωνικών ομάδων.