Της Χρυσοβαλάντω Κουτσούλη,

Η αδήλωτη εργασία ήταν, είναι και θα είναι πάντα στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας και της δράσης των συνδικάτων. Κι αυτό γιατί η αδήλωτη εργασία, όπως και η ψευδώς ή μερικά δηλωμένη εργασία, έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις πρώτα από όλα στην ποιότητα, τις συνθήκες εργασίας και τα δικαιώματα των εργαζομένων, καθώς και στην οικονομία, συντηρώντας και τροφοδοτώντας την παραοικονομίαΗ αδήλωτη εργασία συνιστά επιλογή υπονόμευσης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, του συστήματος υγείας και γενικότερα του κοινωνικού κράτους.

Το άρθρο 5 του νόμου 4554/2018 προβλέπει διοικητικές κυρώσεις για την αδήλωτη εργασία. Πιο συγκεκριμένα, «Ειδικός Επιθεωρητής Εργασιακών σχέσεων ή Επιθεωρητής Εργασιακών σχέσεων ή ελεγκτής Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης ή αρμόδιος υπάλληλος του Ε.Φ.Κ.Α. που διαπιστώνει τη μη αναγραφή εργαζομένου σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού που τηρείται από τον εργοδότη επιβάλλει στον εργοδότη πρόστιμο ποσού 10.500 € για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο, κατά δέσμια αρμοδιότητα, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων». Με άλλα λόγια, οποιοσδήποτε βρίσκεται μέσα σε ένα κατάστημα χωρίς να δηλώνεται το όνομά του στον πίνακα προσωπικού μπορεί να θεωρηθεί αδήλωτος εργαζόμενος και τα όργανα του Ι.Κ.Α., με την ανέλεγκτη εξουσία που τους δίνει ο νόμος επιβάλλουν κατά δέσμια αρμοδιότητα το πρόστιμο των 10.500 ευρώ!!! Η ύπαρξη εργαζομένου που συνεπάγεται την ύπαρξη εργασιακής σχέσης οδηγεί στην πλήρωση των ανωτέρω διατάξεων και δικαιολογεί την επιβολή προστίμου.

Σε περίπτωση υποτροπής του εργοδότη, που διαπιστώνεται μέσα σε 3 έτη από τον προηγούμενο έλεγχο, το ποσό του προστίμου επιβάλλεται προσαυξημένο: (α) κατά 100% για την πρώτη μετά την αρχική παράβαση και (β) κατά 200% για κάθε μεταγενέστερη παράβαση από αυτή της α’ περιπτώσεως.

Αν εντός 10 εργασίμων ημερών από τον έλεγχο ο εργοδότης προβεί στην πρόσληψη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης του εργαζομένου ή των εργαζομένων που διαπιστώθηκαν αδήλωτοι, το πρόστιμο των 10.500 € μειώνεται ως εξής: (α) στο ποσό των 7.000 €, σε περίπτωση πρόσληψης με σύμβαση εργασίας διάρκειας τουλάχιστον 3 μηνών, (β) στο ποσό των 5.000 €, σε περίπτωση πρόσληψης με σύμβαση εργασίας διάρκειας τουλάχιστον 6 μηνών και (γ) στο ποσό των 3.000 €, σε περίπτωση πρόσληψης με σύμβαση εργασίας διάρκειας τουλάχιστον 1 έτους. Όμως, στη συνέχεια, ο εργοδότης θα πρέπει να προβεί σε ολοσχερή αποπληρωμή του υπόλοιπου ποσού του προστίμου μέσα σε 15 εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία που θα του κοινοποιηθεί η Πράξη Επιβολής Προστίμου. Ο εργοδότης δεν επιτρέπεται να προβεί σε μείωση του προσωπικού από την ημερομηνία και την ώρα του ελέγχου και καθ’ όλη τη διάρκεια των περιόδων που αναφέρονται στις ως άνω τρεις περιπτώσεις. Η έκπτωση αυτή παρέχεται στον εργοδότη, εφόσον ο τελευταίος αποδεχθεί το πρόστιμο και παραιτηθεί από την άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων βοηθημάτων. Ο υπότροπος εργοδότης δεν δικαιούται την έκπτωση αυτή.

Η σχέση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου που εντοπίστηκε αδήλωτος θεωρείται κατά (μαχητό) τεκμήριο ότι έχει διαρκέσει τρεις μήνες πριν την ημερομηνία διενέργειας του ελέγχου, εκτός αν αποδειχθεί κάτι διαφορετικό. Για το λόγο αυτό, κοινοποιείται μια νέα πράξη επιβολής προστίμου τρίμηνης ασφάλισης, στην οποία έχουν καταλογιστεί οι εισφορές των τριών τελευταίων μηνών. Με αυτή τη νέα πράξη επιβολής προστίμου, ολοκληρώνονται οι διοικητικές κυρώσεις για την αδήλωτη εργασία.

Οι πράξεις επιβολής προστίμου κοινοποιούνται στον υπόχρεο εργοδότη εντός 7 εργάσιμων ημερών από την ημέρα επίδοσης του Δελτίου Ελέγχου. Μέσα σε 15 εργάσιμες ήμερες από την κοινοποίηση των προστίμων και εφόσον δεν ακολουθήσει αποπληρωμή του προστίμου, αυτό βεβαιώνεται στην Εφορία.

Ο εργοδότης μπορεί να αντιδράσει στην πράξη επιβολής προστίμου με την άσκηση προσφυγής μέσα σε 60 ημέρες από την ημερομηνία κοινοποίησης αυτής. Ταυτόχρονα, μπορεί να ασκήσει και αίτηση αναστολής, ώστε μέχρι την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής να μη βεβαιωθεί το πρόστιμο στην Εφορία, αφού επικαλεστεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της πράξης επιβολής του προστίμου θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη, εκθέτοντας και την οικονομική του κατάσταση. Αν δεν ασκήσει προσφυγή, τότε χάνει οποιαδήποτε ευκαιρία να αμυνθεί στο πρόστιμο.

Οι λόγοι που μπορεί να επικαλεστεί στην προσφυγή του ο εργοδότης στοχεύουν στο να αποδείξει αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις της εργασιακής σχέσης, που δικαιολογούν το πρόστιμο. Επιπλέον λόγο προσφυγής συνιστά και το υπέρογκο, δυσανάλογο πρόστιμο που επιβάλλεται χωρίς να γίνεται διάκριση σε όλους ανεξαιρέτους τους παραβάτες. Το γεγονός ότι το πρόστιμο είναι για όλους το ίδιο αντίκειται στη θεμελιώδη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία οι όποιοι περιορισμοί επιβάλλονται από τον κοινό νομοθέτη ή τη Διοίκηση στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων θα πρέπει να είναι μόνον οι αναγκαίοι και να συνάπτονται με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αυτό σημαίνει πως ένα μέτρο που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως κύρωση για παράβαση διατάξεως δεν πρέπει να είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και ότι οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου δεν πρέπει να τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή να υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ο τρόπος επιβολής του προστίμου προσβάλλει και τη θεμελιώδη αρχή της προηγούμενης ακρόασης που προβλέπεται για κάθε διοικούμενο, ενόψει της εκδόσεως μιας δυσμενούς ατομικής διοικητικής πράξης, καθώς και την αρχή της πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που πρέπει να υπάρχει σε όλες τις διοικητικές πράξεις.

Κατόπιν των ανωτέρω, η ισχύουσα νομοθεσία για την αντιμετώπιση της ανασφάλιστης εργασίας δημιουργεί πολλά ερωτηματικά για το αν εν τέλει καταφέρνει να πετύχει το σκοπό της. Ειδικότερα, η αντιμετώπιση της ανασφάλιστης εργασίας με την επιβολή ενός υπέρογκου προστίμου έχει εξελιχθεί σε εισπρακτικό μέτρο από τα όργανα του Ι.Κ.Α. Η χωρίς καμία εξαίρεση επιβολή ενός τέτοιου δυσβάστακτου προστίμου αποτελεί «το φόβο και τρόμο» για κάθε εργοδότη, ο οποίος πολλές φορές προτιμά να μη προσλαμβάνει κανέναν εργαζόμενο ή έστω να μην προσλαμβάνει τόσους, όσους πραγματικά χρειάζεται η επιχείρησή του, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο τα ποσοστά ανεργίας.


Πηγές:
  • Ν. 4554/2018
  • Εγκύκλιος Ε.Φ.Κ.Α. 36/2018
  • gsee.gr

Χρυσοβαλάντω Κουτσούλη

Γεννήθηκε και κατοικεί στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας. Ασκούμενη Δικηγόρος και πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Υπότροφος του Ι.Κ.Υ. για τα έτη 2016-2018. Μιλάει την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα. Έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις διεθνούς κλίμακας και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια και ημερίδες σχετικές με το αντικείμενο σπουδών της. Στον ελεύθερό της χρόνο πηγαίνει θέατρο, ασχολείται με τη συγγραφή ποιημάτων και την ανάγνωση βιβλίων. Αρθρογραφεί για νομικά θέματα, κυρίως ιδιωτικού δικαίου.