Της Πένυς Πανούση,

Η σεξουαλική ζωή του ατόμου την σήμερον ημέρα, αποτελεί ένα αρκετά αμφιλεγόμενο ζήτημα, με ένα μεγάλο παγκόσμιο ποσοστό ανθρώπινου πληθυσμού, να ασπάζεται απόψεις πιο ερειστικές και περισσότερο ανορθολογικές, ως προς μία λεπτή συναισθηματική κατάσταση, η οποία σαφώς δεν αφορά τα πρόσωπα αυτά καθεαυτά ως υπάρξεις, αλλά αγγίζει κάποιους τρίτους. Η κριτική είναι πολύ εύκολο να ασκείται, όταν τα εκάστοτε θέματα δεν έτυχε να εισέλθουν στη σφαίρα της δικής σου ατομικότητας. Εκεί ακριβώς αξιολογείται το κατά πόσο μία προσωπικότητα έχει γαλουχηθεί με φόβο και μνησικακία προς οτιδήποτε είναι διαφορετικό, συγκριτικά με εκείνη, έστω και σε μια μικρή λεπτομέρεια. H υποτίμηση πάνω σε κάτι, το οποίο τυχαία δεν έχεις περάσει εσύ, δείχνει πόσο υστερείς πνευματικά και πόσο δε διακατέχεσαι από τα στοιχειώδη αισθήματα κατανόησης και αλληλεγγύης. Οι κοινωνικές ταμπέλες, που ανάξια και με αλεξιθυμία κορνιζάρουν ανθρώπινες οντότητες στον τοίχο με σειρά, θα πρέπει να θεωρούνται απόλυτα κατακριτέες και απαγορευτικές. Οι προσωπικές επιλογές του κάθε ατόμου, δεν αφορούν κανέναν άλλον, εκτός από εκείνο το ίδιο.

Ωστόσο, θεωρείται άξιο απορίας το πώς γίνεται πλέον, τα περισσότερα κράτη στην υφήλιο να προβάλλουν ότι ως κυβερνήσεις προασπίζονται το πανανθρώπινο δικαίωμα, τη λεγόμενη «ελευθερία» του ατόμου, η οποία με κόπο και αιματοχυσίες χρόνων κατάφερε να σηκώσει το ανάστημά της, με τη συμβολή επαναστατικών και προοδευτικών ατόμων, ενώ συνάμα στην πορεία ολόκληρων παγκοσμίων οργανώσεων παρουσιάζεται τώρα ως μια προσωποποίηση ενός αγάλματος, στο οποίο καταφθάνουν ποσότητες πληθυσμού, έτοιμες να θαυμάσουν την ελευθερία σαν ένα σημαντικό αξιοθέατο. Το οξύμωρο σε όλο αυτό βρίσκεται στο ότι πριν από μερικές δεκαετίες, οι κυβερνώντες ποδοπατούσαν και χειραγωγούσαν την ελευθερία ως έννοια, αξία και δύναμη, με στόχο να προωθήσουν τη δική τους ιδιοτέλεια έναντι του δύσμοιρου λαού. Βέβαια, τα τελευταία χρόνια, έχει σημειωθεί μια έντονη και ριζική μεταβολή ως προς την ισχύ της ελευθερίας, η οποία ενισχύθηκε και κατοχυρώθηκε νομοθετικά, έπειτα από διεθνείς ανώτατες πιέσεις.

Ακόμα κι αν πολλοί χρησιμοποιούν καθημερινώς τη λέξη ελευθερία, μέσα σε δημοκρατικά καθεστώτα, ο καθένας δίνει μια διαφορετική χροιά και απόηχο στο περιεχόμενό της. Τρανταχτό παράδειγμα είναι το Μπαγκλαντές, στο οποίο συνταγματικά έχει κατοχυρωθεί το πολίτευμα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Παρ’ όλα αυτά, η θεότητα ελευθερία, δεν παρευρισκόταν ιδιαίτερα κατά τη λήψη νομοθετικών αποφάσεων, που επρόκειτο να παρθούν στη συγκεκριμένη χώρα. Θα έφταιγε και θα φταίει ακόμα, το γυναικείο φύλο της.

Πιο συγκεκριμένα, οι γυναίκες στο Μπαγκλαντές και γενικότερα οι γυναίκες μουσουλμανικών χωρών στη νότια Ασία, θα πρέπει να δηλώνουν στο πιστοποιητικό γάμου τους αν είναι χήρες, διαζευγμένες ή και ακόμα σεξουαλικά ανέγγιχτες (κουμάρι), έως ότου παντρευτούν ξανά.

Προσωπικά, θεωρώ πως είναι ανεπίτρεπτο το να κατέχει υποχρεωτικά μία γυναίκα πιστοποιητικό γάμου και να αξιολογείται βάσει αυτού και επομένως, να κρίνεται κοινωνικά για το αν είναι προτιμητέα και εν τέλει κατάλληλη, για να παντρευτεί ξανά και να δημιουργήσει μια οικογένεια ή να επιλεγεί από έναν άντρα, ο οποίος θα γνωρίζει αν η κοπέλα είχε σε παρελθοντικό χρόνο σεξουαλικές σχέσεις επίσημες ή μη.

Αυτή μου η άποψη, έγκειται στο ότι δεν έχει κανείς το δικαίωμα, και πόσο μάλλον, μία ολόκληρη κοινωνία να γνωρίζει έμμεσα και ενδελεχώς, λεπτές προσωπικές πληροφορίες για τη ζωή του άλλου, οι οποίες θα καταφέρουν να τον στιγματίσουν εξαιτίας της εσφαλμένης αξιολόγησής τους από τον περίγυρο. Γιατί, λοιπόν, θα πρέπει να ξέρει ένα ενδιαφερόμενο αρσενικό εξ’ αρχής, χωρίς να γνωρίσει την κοπέλα σε προσωπικό επίπεδο, τι καταστάσεις έζησε στο παρελθόν; Και πόσο μάλλον, σε χώρες ισλαμικού θρησκεύματος, όπου η αξία της γυναίκας και η επιλογή της για τη δημιουργία οικογένειας, είναι πολύ πιο συντηρητική, σε σύγκριση με τις δυτικές κοινωνίες. Το πιστοποιητικό γάμου λειτουργεί σαν μια κοινωνική ταμπέλα για τις κοπέλες και εύκολα μπορούν να σημειωθούν συμπτώματα περιθωριοποίησης.

Στον αντίποδα, για τον αρσενικό πληθυσμό δεν υφίστανται τέτοιου είδους νομοθετικές ρυθμίσεις περί πιστοποιητικού γάμου, δηλαδή δε χρειάζεται ένας άντρας να δηλώνει αν υπήρξε διαζευγμένος, χήρος, ή ήδη έμπειρος σεξουαλικά. Αυτό το γεγονός δείχνει τoν μεγάλο σεξισμό προς τις γυναικείες υπάρξεις, την έντονη ανισότητα μεταξύ των δύο φύλων και την τάση επιβλητικής ανωτερότητας των αντρών.

Το θετικό όμως, έστω κι αν άργησε να παρουσιαστεί, εμφανίστηκε στις 27.08.2019, όταν με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Μπαγκλαντές, οι γυναίκες δε θα χρειάζεται να δηλώνουν αν είναι παρθένες στο πιστοποιητικό γάμου τους. Τη συγκεκριμένη μάχη, την είχαν ξεκινήσει οργανώσεις για τα δικαιώματα της γυναίκας, στην προσπάθειά τους να διασφαλίσουν την ιδιωτικότητα της ζωής των γυναικών αλλά και να αποφύγουν τον ενδεχόμενο εξευτελισμό τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο ζήτησε από την κυβέρνηση να αφαιρέσει τον όρο “κουμάρι” και να τον αντικαταστήσει με τον όρο ανύπαντρη. Παράλληλα, και ο γαμπρός θα πρέπει πλέον να δηλώνει αν είναι ανύπαντρος, χήρος ή διαζευγμένος. Τη σημαντική αυτή απόφαση, επικρότησαν οργανώσεις προάσπισης του γυναικείου φύλου.

Μία τόσο βαρυσήμαντη απόφαση αποτελεί κάτι το ρηξικέλευθο για τις χώρες της Ανατολής, οι οποίες με αργά βήματα (λόγω των συγκυριών), εισέρχονται μέσα σε μία κανονικότητα, νεωτερικότητα και δείχνουν κάποια δείγματα κατανόησης ηθικής και αξιών, έστω και ισχνά, τα οποία είχαν διαστρεβλωθεί εσκεμμένα από κάποιους ανώτερους και έθεταν σε αιχμαλωσία και κίνδυνο το γυναικείο φύλο, στο γενικότερο φάσμα της κοινωνικοπολιτείας.

Συνοψίζοντας, το φαινόμενο του κοινωνικού στιγματισμού εξαιτίας εσφαλμένων αντιλήψεων και κακεντρέχειας, πρέπει να σταματήσει πάραυτα. Η θέση του γυναικείου φύλου στην κοινωνία οφείλει να είναι ισάξια με του αρσενικού. Δε θα πρέπει οι γυναίκες να καθορίζονται απ’ τις προσωπικές τους επιλογές και ενδεχομένως από καταστάσεις, που δεν ήταν στο χέρι τους να διαχειριστούν στο παρελθόν. Καμία γυναίκα, να μη στοχοποιείται και να μη νιώθει κατώτερη για τον βίο και την πολιτεία της, επειδή έτσι χαρακτηρίσθηκε από ένα σύνολο αντρών. Ο καθένας οφείλει να είναι ελεύθερος και περήφανος για τις όποιες επιλογές του. Εξάλλου, δεν είναι οι επιλογές μας, οι οποίες θα καθορίσουν πάντοτε αυτό που πραγματικά είμαστε, αξίζουμε και μπορούμε να προσφέρουμε. Οι σεξουαλικές επιλογές δεν αντικατοπτρίζουν χαρακτήρες. Πρέπει λοιπόν, να γίνει αντιληπτό, πως η κάθε γυναίκα και γενικότερα, η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, έχει το δικαίωμα στην αγάπη και στην ηδονή.


Πένυ Πανούση

Γεννημένη στις 16 Ιουνίου του 2000 στην Αθήνα με καταγωγή απ’ την Αρκαδία. Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, στην Κόρινθο. Στα γενικά ενδιαφέροντά της, συγκαταλέγονται οι προσομοιώσεις συνεδρίων διεθνής κλίμακας, η μελέτη κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων, η ανάγνωση βιβλίων και η φιλοσοφία.