Της Κατερίνας Κοντογιάννη,

Έχουμε συνηθίσει τους πολιτικούς να παρουσιάζουν ένα “ακλόνητο” προφίλ και έναν τέλειο επαγγελματικό και προσωπικό βίο. Τι συμβαίνει, όμως, όταν παρουσιάζεται ένα σκάνδαλο, που έως ένα σημείο “αμαυρώνει” την τέλεια διαμορφωμένη εικόνα, που έως τότε απέπνεαν;! Αυτό συνέβη και για τον Μπιλ Κλίντον και τη Μόνικα Λεβίνσκι.

Ο Μπιλ Κλίντον είναι Αμερικανός πολιτικός, ο οποίος χρημάτισε 42ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών από το 1993 μέχρι το 2001 και ανέλαβε καθήκοντα Προέδρου σε ηλικία 46 ετών κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Από την άλλη, η Μόνικα Λεβίνσκι, σε ηλικία 22 ετών, εργάστηκε ως εκπαιδευόμενη στο γραφείο του Διευθυντή Προσωπικού του Λευκού Οίκου κατά το διάστημα 1995-1996. Οι περιπτύξεις τους, λοιπόν, δημιούργησαν το σκάνδαλο Κλίντον-Λεβίνσκι.

Πώς, όμως, ξεκίνησαν όλα;

Πριν αποκαλυφθεί η σχέση με τη Μόνικα Λεβίνσκι, είχε ξεσπάσει ένα άλλο σκάνδαλο που δεν πήρε στα μίντια τόσο μεγάλες διαστάσεις. Η Πάολα Τζόουνς, μια πρώην υπάλληλος της κυβέρνησης του Αρκάνσας, κατηγόρησε τον Μπιλ Κλίντον ότι την είχε κακοποιήσει σεξουαλικά. Για την ακρίβεια, το 1994 κατέθεσε ότι τρία χρόνια πριν ο Κλίντον την οδήγησε σε ένα ξενοδοχείο, όπου γδύθηκε μπροστά της. Ο Κλίντον αρνήθηκε κάθε κατηγορία. Όμως, η αστυνομία, συνεχίζοντας τις έρευνες το 1998 και ενώ η υπόθεση με την Τζόουνς ήταν ακόμη ανοιχτή, δέχτηκε μια ανώνυμη πληροφορία ότι ο Κλίντον είχε εξωσυζυγική σχέση με τη Μόνικα Λεβίνσκι. Έτσι, στις 7 Ιανουαρίου η Λεβίνσκι κλήθηκε από τους δικηγόρους της Τζόουνς να καταθέσει και εκείνη αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες. Βέβαια, λίγες μέρες αργότερα, ο δικηγόρος Κεν Τζόουνς δέχτηκε κασέτες με περισσότερες από 20 ώρες συνομιλίας της Λεβίνσκι με την Λίντα Τριπ, μια δημόσια υπάλληλο, που είχε αναπτύξει φιλική σχέση με τη Λεβίνσκι. Η φιλική αυτή σχέση δημιουργήθηκε μετά την εσκεμμένη μεταφορά της Λεβίνσκι στο Πεντάγωνο από τους συνεργάτες του Κλίντον για την αποφυγή πρόκλησης σκανδάλου, καθώς είχαν παρατηρήσει την ιδιαίτερη “ενασχόληση” του Προέδρου με την εκπαιδευόμενη. Έτσι, μαζί με την υπόθεση της Τζόουνς, άρχισε να ερευνάται και η σχέση του τέως Προέδρου με τη Λεβίνσκι. 11 ημέρες αργότερα,  μέλη του FBI πλησίασαν τη Λεβίνσκι στο εμπορικό κέντρο του Πεντάγωνου. Την ανέκριναν και προσπάθησαν να την πείσουν να συνεργαστεί μαζί τους, μάταια όμως, καθώς περάσε μια μέρα μαζί τους χωρίς να αποκαλύψει επιπλέον πληροφορίες.

Κατα τη διάρκεια όλων αυτών, ο Πρώην Αμερικανός Πρόεδρος Κλίντον αρνούταν κάθε σχέση με τη νεαρή. Η ιστορική ομιλία του στη συνέντευξη τύπου του Λευκού Οίκου στις 26 Ιανουαρίου, αποτέλεσε την αφορμή, που ξεκίνησε τη διαδικασία μομφής κατά του Κλίντον. Ενώ στεκόταν δίπλα στη σύζυγό του, Χίλαρι Κλίντον, η οποία τον στήριζε κάνοντας λόγο για συνωμοσία κατά του συζύγου της, είπε: «Θέλω να πω ένα πράγμα στους Αμερικανούς πολίτες. Θέλω να με ακούσετε προσεκτικά. Θα το πω ξανά. Δεν είχα ποτέ σεξουαλική σχέση με αυτή τη γυναίκα, τη δεσποινίδα Λεβίνσκι. Δεν είπα ποτέ σε κανέναν ψέματα. Ούτε μια φορά. Ποτέ. Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι ψευδείς. Τώρα, πρέπει να πάω πίσω να δουλέψω για την Αμερική».

Όλα, όμως, ξεκαθάρισαν μετά από πιέσεις του FBI, που αφορούσαν την παραπομπή του Κλίντον στη δικαιοσύνη με κατηγορίες για ψευδορκία και φυλάκιση. Η Λεβίνσκι τότε παρέδωσε το φημισμένο μπλε φόρεμα, ώστε να διαπιστωθεί αν υπήρχε σε αυτό γενετικό υλικό του Κλίντον. Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών αποφάσισε να συνεργαστεί και έδωσε αίμα. Η Λεβίνσκι παραδέχτηκε ότι είχε έρθει σε κάποιου είδους σεξουαλική επαφή με τον Μπιλ Κλίντον εννιά φορές, από το Νοέμβριο του 1995 μέχρι το Μάρτιο του 1997. Δέκα μέρες αργότερα, κατέθεσε και ο Κλίντον. Είπε στον Εισαγγελέα ότι «είχε ακατάλληλη προσωπική επαφή» μαζί της, ενώ υποστήριξε ότι οι προηγούμενες δηλώσεις του δεν ήταν ψευδείς, αλλά ότι είχαν παρερμηνευτεί. Σε ομιλία του στη δημόσια τηλεόραση είπε: «Είχα σχέση με τη δεσποινίδα Λεβίνσκι, που δεν ήταν κατάλληλη. Στην πραγματικότητα, ήταν λάθος. Αποτέλεσε ένα κρίσιμο σφάλμα και μια προσωπική αποτυχία από την πλευρά μου, για την οποία είμαι αποκλειστικά και πλήρως υπεύθυνος».

Εν τέλει, ο Κλίντον κατηγορήθηκε για ψευδομαρτυρία, όμως η Γερουσία καθυστερούσε να τον καταδικάσει. Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για καταφρόνηση δικαστικής αρχής και του επέβαλε πρόστιμο 90 χιλιάδες δολαρίων. Το πιο “ανησυχητικό”, κατ’εμέ, είναι ότι το σκάνδαλο δεν επηρέασε αρνητικά τη δημοτικότητα του Κλίντον. Αντιθέτως, στις εκλογές που έγιναν το 1998, το Δημοκρατικό Κόμμα κατέκτησε πέντε περισσότερες έδρες. Έρευνες έδειξαν ότι οι ψηφοφόροι συνέχισαν να συμπαθούν τον Κλίντον. Επιπλέον, ενώ το Κογκρέσο είχε αποφάσισε να προχωρήσει σε διαδικασία μομφής κατά του Κλίντον, το Φεβρουάριο του 1999, η Γερουσία αποφάσισε να  τον απαλλάξει από τις κατηγορίες για ψευδορκία και παρακώλυση της δικαιοσύνης. Ο Κλίντον ζήτησε συγγνώμη δημοσίως, ενώ έδωσε στην Τζόουνς  850 χιλιάδες δολάρια, για να αποσύρει την κατάθεσή της.

Και ερωτώμαι, μήπως είναι αυτές οι τακτικές και η συγχωρητική πλευρά των πολιτών και της δικαιοσύνης -όταν έχουν να κάνουν με άτομα εξουσίας και κύρους- που δίνουν πάτημα σε πολιτικούς με τέτοιο ποιόν να “διαιωνίζονται”; Και εν έτει 2019 να βρίσκονται στο τιμόνι των ΗΠΑ -ενώ κάνουν αισχρές δηλώσεις και έχουν δεχθεί ουκ ολίγες κατηγορίες για ανάρμοστη συμπεριφορά- όπως ο νυν Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών;(!)


Κατερίνα Κοντογιάννη
Έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στην Ιεράπετρα της Κρήτης. Σπουδάζει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, ευρισκόμενη στο 2ο έτος των σπουδών της και έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις τοπικού, εθνικού καθώς και διεθνούς βεληνεκούς.