Του Πελοπίδα-Παναγιώτη Κουλούρη,

Στο πρώτο μέρος του άρθρου (εδώ), αναφερθήκαμε σε δύο Συμφωνίες που αποτέλεσαν το θεμέλιο λίθο της ελληνοτουρκικής προσέγγισης στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Στο δεύτερο, αυτό, μέρος παρατίθενται δύο συμφωνίες, οι οποίες οδήγησαν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο ζενίθ και ενίσχυσαν την διαβαλκανική συνεννόηση.

Στις 5 Μαρτίου του 1933 διεξήχθησαν εκλογές, τις οποίες κέρδισε το Λαϊκό Κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη. Η νέα κυβέρνηση άσκησε τη δική της πολιτική, αλλά, όσον αφορά την πολιτική προσέγγισης με την Τουρκία, όχι μόνο δεν άλλαξε, αφού οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έφθασαν στο απόγειό τούς, καθώς, στις 24 Σεπτεμβρίου του 1933, υπεγράφη στην Άγκυρα το «Σύμφωνο Εγκαρδίου Συνεννοήσεως».

 

Η «Εγκάρδια Συνεννόηση» του 1933

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το Σεπτέμβριο του 1933, υπεγράφη στην Άγκυρα το «Σύμφωνο Εγκαρδίου Συνεννοήσεως», ανάμεσα στον Έλληνα πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών με τους Τούρκους ομολόγους τους. Η Συμφωνία καθόριζε πως οι δύο πλευρές εγγυώντο τα κοινά τους σύνορα, αν και αυτό αφορούσε μόνο τα εδάφη στη Θράκη, λόγω του βουλγαρικού αναθεωρητισμού. Το «πνεύμα» της Συμφωνίας ήταν να ενισχυθούν ακόμα περισσότερο οι διμερείς σχέσεις. Είναι χαρακτηριστικό, ότι συμφωνήθηκε πως αν ένα εκ των δύο μερών δεν εκπροσωπούνταν σε κάποιο διεθνές συνέδριο, τότε το άλλο μέρος αναλάμβανε, μέσω του εκπροσώπου του, να υπερασπίσει τα κοινά συμφέροντα των δύο χωρών. Η ενίσχυση της προσέγγισης ανάμεσα στις δύο χώρες, οφειλόταν και στο γεγονός πως στα Βαλκάνια, αρκετές χώρες είχαν επιδείξει στοιχεία αναθεωρητισμού και αμφισβήτησης του status quo της περιοχής. Κύριο στοιχείο που ενθάρρυνε τις αναθεωρητικές τάσεις της Βουλγαρίας ήταν και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία, τον Ιανουάριο του 1933. Η Συμφωνία αυτή, ήταν η ιδρυτική πράξη μιας ελληνοτουρκικής συμμαχίας κατά του βουλγαρικού επεκτατισμού. Εκτός από τη Βουλγαρία, που θεωρούνταν επικίνδυνη για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας, η Τουρκία ήταν καχύποπτη με τη Γιουγκοσλαβία, καθώς η τουρκική πλευρά θεωρούσε ότι προσπαθεί να αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή των Βαλκανίων. Βέβαια, αναθεωρητικές τάσεις είχαν επιδείξει στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης η Ουγγαρία και, φυσικά, στη Μεσόγειο, η φασιστική Ιταλία (Mare Nostrum). Η ελληνοτουρκική προσέγγιση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως αντι-ιταλική συμμαχία, υπέρ της διατηρήσεως του status quo στην περιοχή.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η Βουλγαρία δεν αποδέχθηκε το Σύμφωνο της Εγκάρδιας Συνεννόησης, με την αιτιολογία ότι στρεφόταν κατά των βουλγαρικών συμφερόντων, ενώ στην πραγματικότητα ο χαρακτήρας της Συμφωνίας ήταν, αποκλειστικά, αμυντικός και όχι επιθετικός, καθώς στόχευε στην παγίωση του εδαφικού καθεστώτος και όχι στην αλλαγή του. Επομένως, η αντίδραση της Σόφιας ήταν προσχηματική και καταδείκνυε με τον, πλέον, εμφατικό τρόπο, πως δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα για την εδαφική της επέκταση προς το νότο, με στόχο την έξοδο στο Αιγαίο. Έτσι, λόγω της στάσης της Βουλγαρίας, αποφασίστηκε πως θα έπρεπε να υπάρξει διαβαλκανική συνεννόηση, με σκοπό την αποτροπή της Σόφιας από κάθε είδους σχέδια που στόχευαν στην ανατροπή του status quo.

Το Σύμφωνο της Εγκάρδιας Συνεννόησης αποτέλεσε το θεμέλιο λίθο για τη συνεννόηση των βαλκανικών κρατών (εκτός της Αλβανίας), με σκοπό την αποτροπή του βουλγαρικού επεκτατισμού. Μάλιστα, ο Κεμάλ Ατατούρκ, στις συνομιλίες του με τον Παναγή Τσαλδάρη και τον υπουργό Εξωτερικών Δημήτριο Μάξιμο, ξεκαθάρισε πως αν η Σόφια αρνούνταν να υπογράψει κάποιο σύμφωνο κατ’ αντιστοιχία με το ελληνοτουρκικό, τότε θα έπρεπε να υπάρξει συνεννόηση με τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία για την υπογραφή συμφώνων ουδετερότητας, ώστε να λειτουργήσουν ως ανάχωμα στον επεκτατισμό της Σόφιας.

Βαλκανικό Σύμφωνο

Η πολιτική αστάθεια που επικρατούσε στην Ευρώπη από τον Ιανουάριο του 1933 με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, αλλά και η προκλητική αποχώρηση της Γερμανίας από την Κ.τ.Ε. και τη Διάσκεψη του Αφοπλισμού, ενθάρρυνε τις αναθεωρητικές δυνάμεις της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι βαλκανικές χώρες αποφάσισαν να ενταχθούν σε διακρατικά συλλογικά όργανα, στοχεύοντας στη διασφάλιση του status quo της περιοχής. Αν και υπήρχαν ήδη διμερείς συμφωνίες που εξομάλυναν τις μεταξύ τους διαφορές, κρίθηκαν ανεπαρκείς, ενώ τόσο οι εσωτερικές κεντρόφυγες δυνάμεις, όσο και οι έξωθεν πιέσεις, συντελούσαν στην αναγκαιότητα για τη σύναψη πολυμερούς τοπικού συμφώνου αμοιβαίας εγγυήσεως. Πρωτεργάτης της προσεγγίσεως μεταξύ των τεσσάρων βαλκανικών κρατών και εκείνος που ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις την άνοιξη του 1933, ήταν ο Ρουμάνος υπουργός Εξωτερικών Νικολάι Τιτουλέσκου. Οι πρώτες χώρες που τέθηκαν υπέρ της διαβαλκανικής συνεννόησης ήταν η Ρουμανία, προφανώς, και η Γιουγκοσλαβία, οι οποίες ναι μεν επιθυμούσαν την προσχώρηση της Βουλγαρίας, αλλά δεν έτρεφαν αυταπάτες ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί. Θετικά διακείμενες στην πρωτοβουλία του Τιτουλέσκου ήταν και η Αθήνα με την Άγκυρα, φοβούμενες για τυχόν βουλγαρογιουγκοσλαβική  προσέγγιση, κάτι που δεν αποφεύχθηκε, καθώς τον Ιανουάριο του 1937, Βελιγράδι και Σόφια υπέγραψαν Σύμφωνο «Αιωνίου Φιλίας» και δύο μήνες αργότερα υπεγράφησαν ιταλογιουγκοσλαβικές Συμφωνίες στο Βελιγράδι.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1934, στην Ακαδημία Αθηνών, μονογραφήθηκε το Βαλκανικό Σύμφωνο στο Βελιγράδι και στις 9 του μηνός, υπεγράφη στην Αθήνα από τους υπουργούς Εξωτερικών της Ελλάδας, Τουρκίας, Γιουγκοσλαβίας και Ρουμανίας. Στο Σύμφωνο δε συμμετείχε η Αλβανία, η οποία λειτουργούσε ως ιταλικό προτεκτοράτο, εκφράζοντας έμμεσα την ιταλική δυσφορία, ενώ ο κύριος απών από το Σύμφωνο ήταν η Βουλγαρία, η οποία δε συμμετείχε για λόγους εσωτερικής πολιτικής. Επειδή, όμως, το ζητούμενο εν προκειμένω είναι η ελληνοτουρκική προσέγγιση, μετά την υπογραφή του Συμφώνου, Αθήνα και Άγκυρα έσπευσαν σε ερμηνευτικές δηλώσεις σχετικά με το βαθμό δέσμευσης του Συμφώνου, σύμφωνα με το οποίο δεσμεύονταν σε περίπτωση ενδοβαλκανικής σύγκρουσης. Μάλιστα, ακολούθησαν και άλλες συμφωνίες που στόχευαν στη σταθερότητα και τη συνέχεια της πρώτης συμφωνίας.

Έτσι, το Νοέμβριο του 1934, υπεγράφη στην Άγκυρα η συμφωνία «Κανονισμοί της Οργανώσεως της Βαλκανικής Συνεννοήσεως» και το 1937, διευθετήθηκαν ζητήματα αεροναυτιλίας. Βέβαια, η προσπάθεια τεσσάρων βαλκανικών κρατών να αποτρέψουν τις εξωτερικές απειλές, δεν είχε μεγάλα ποσοστά επιτυχίας. Τον Ιούλιο του 1938, ένα χρόνο, σχεδόν, πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, έγινε μία τελευταία προσπάθεια ανασυγκρότησης της διαβαλκανικής συνεργασίας με την υπογραφή «Συμφώνου μη επιθέσεως μεταξύ της Βουλγαρίας και των τεσσάρων κρατών της διαβαλκανικής συμμαχίας». Η Βουλγαρία δέχθηκε να υπογράψει με αντάλλαγμα την αναστολή των διατάξεων της Συνθήκης του Νεϊγύ, που περιόριζαν τους εξοπλισμούς της. Έτσι, μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, το σημείο αναφοράς και σταθερότητας στα Βαλκάνια ήταν η ελληνοτουρκική συμμαχία.

 

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος ακολουθεί η ελληνοτουρκική προσέγγιση κατά τη «μεταξική περίοδο» με την υπογραφή της Σύμβασης του Μοντραί για τα Στενά το 1936, τη Συνάντηση Κορυφής στην Άγκυρα τον Οκτώβριο του 1937 και τη Συμπληρωματική Συνθήκη του 1938.


Βιβλιογραφία-Πηγές 
  • Άγγελος Μ. Συρίγος, Ελληνοτουρκικές σχέσεις, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2015
  • Αντώνης Κλάψης, Αίνος Μνήμη Καθηγητού Ηλία Κρίσπη, η Ελληνοτουρκική Προσέγγιση στη Δεκαετία του 1930, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2015
  • Αντώνης Κλάψης, Το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο της 10ης Ιουνίου 1930, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Βενιζέλος», Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, Αθήνα 2010
  • Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική, 1900-1945, Βιβλιοπωλείον της Εστίας Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Αθήνα 2002
  • Τούντα – Φεργάδη Αρετή, Θέματα Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας(1912-1940), Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1996

Πελοπίδας-Παναγιώτης Κουλούρης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1996. Το 2014 ξεκίνησε τις σπουδές του, στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου αποφοιτώντας το 2018. Τον Οκτώβριο ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Νεαπόλεως Πάφου στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα "Νεότερη και Σύγχρονη Ευρωπαϊκή και Ελληνική Ιστορία". Στο OffLine Post αρθρογραφεί για τις κατηγορίες Πολιτικού και Ιστορίας.