Του Θεοχάρη Χατζημανώλη,

Ο εκκλησιαστικός κόσμος της δύσης πριν ακόμη γνωρίσει το ανορθωτικό πνεύμα του Λουθήρου, βρισκότανε σε κρίση. Η κρίση αυτή όμως δεν είναι κάτι το ενιαίο, καθώς έχει μεταστροφές σε διάφορα στάδια ανά τους αιώνες, από διπλωματικό σε θεολογικό και από πολιτικό σε φιλοσοφικό. Στις περιπτώσεις των δύο αυτών θεολόγων και διανοητών από τον χώρο της Αγγλίας, θα εξετάσουμε την διαφορετική πρόσληψη των θεολογικών ιδεών από τον Γουλιέλμο του Όκαμ καθηγητή της Λογικής και της Φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης μαζί με τον τελευταίο σημαντικό θεωρητικό των σχέσεων της Εκκλησίας και του κοσμικού χώρου, τον σχολαστικό θεολόγο Ιωάννη Ουίκλιφ.

Ο Γουλιέλμος του Όκαμ (μάλλον από μία μικρή περιοχή νοτιοδυτικά του Λονδίνου που λέγεται Όκαμ) έζησε από το 1280 περίπου έως το 1349 και επικέντρωσε το ακαδημαϊκό του ενδιαφέρον στην συστηματική μελέτη του φιλοσοφικού κλάδου της γνωσιολογίας. Γρήγορα οι μελέτες του τον έφεραν αντιμέτωπο με την θεολογία του σχολαστικισμού που συνδέεται με την αριστοτελική φιλοσοφία και την αριστοτελική θεωρία των καθολικών εννοιών. Ο Όκαμ σε καμία περίπτωση δεν αντιτάχθηκε στο χριστιανικό δόγμα (ήταν μάλιστα φραγκισκανός μοναχός), αλλά προσπάθησε για πρώτη φορά να ασκήσει την έντονη διορθωτικής φύσεως του κριτική και να ωθήσει τον πιστό, περισσότερο στην προσωπική του σχέση με τα ιερά κείμενα.

Ο Όκαμ θεωρείται «νομιναλιστής» που σημαίνει ότι απαρνείται την ύπαρξη των κατηγοριών στο σύνολο τους και εμμένει να ξεχωρίζει κάθε οντότητα με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μπορούν να προσληφθούν με την ανθρώπινη αίσθηση και εμπειρία. Επομένως ο Άγγλος φιλόσοφος αντιμετωπίζει με απορριπτικό τρόπο τα αριστοτελικά «καθόλου» και κρίνει ότι το μόνο που επί της ουσίας υφίσταται είναι τα πράγματα που αντιλαμβανόμαστε αυτούσια και δεν υπάρχουν σύνολα πραγμάτων με κοινά χαρακτηριστικά.

Η σκέψη του Όκαμ είναι αρκετά πυκνή και δύσκολη στην κατανόηση της πολλές φορές. Εστιάζει ολιστικά στο φιλοσοφικό αντικείμενο και παράλληλα με την γνωσιολογική του θεώρηση θίγει θέματα γλώσσας, κοσμικής εξουσίας και οικονομίας. Η μεθοδολογία του πάλι όσον αφορά το γνωστικό κομμάτι (αυτό που στην ουσία απαντά στο «πώς μπορούμε να αποκτούμε γνώση;») βασίζεται σε αυτό που έμεινε στην ιστοριογραφία ως το «ξυράφι του Όκαμ». Το «ξυράφι» συνοψίζεται στην άποψη ότι όταν υπάρχουν δύο ή περισσότερες προβλέψεις πάνω σε ένα θέμα πάντα επιλέγουμε την απλούστερη. Η κρίση αυτή αντιμετώπιζε τις πληθωρικές και επιστημολογικά αχρείαστες επεξηγήσεις που επιχειρούσαν οι λόγιοι της εποχής όταν επιχειρηματολογούσαν.

Ο Όκαμ είναι ακόμη σημαντικός για την ίδια την συνεισφορά του στη λογική που σταδιακά άρχιζε να ξεχωρίζει την θεολογία και την φιλοσοφία, αφενός στο θέμα της οντολογίας του Θεού και αφετέρου στο θέμα τον ριζοσπαστικών για τον μεσαίωνα θέσεων του πάνω στην κοσμική εξουσία. Στο θέμα του Θεού η άποψή του είναι αρκετά σαφής. Δεν μπορεί να υπάρξει υπό κανένα πρίσμα γνώση του Θεού, που αντιτίθεται στην θεολογική έννοια της μέθεξης με την ουσία του Θεού που ίσχυε στην μεσαιωνική θεολογία. Το ισχύον δόγμα του Αγίου Αυγουστίνου από τον 4ο κίολας αιώνα μ.Χ. ήταν περισσότερο αφηρημένο και έκανε λόγο για μία illuminatio [έλλαμψη-φώτιση] η οποία προσφέρεται από τον Θεό σε άρτιες ανθρώπινες φύσεις. Αντί αυτού ο Όκαμ πρότεινε την δυνατότητα μόνον πίστης στον Θεό και όχι κατανόησης της θεϊκής φύσης. Από την άλλη η θέση του στο ζήτημα της κοσμικής εξουσίας βασίζεται σε μία προσέγγιση του πάνω στο κοινό και πανανθρώπινο ίδιον της λογικής. Εφόσον ο άνθρωπος είναι έλλογο όν ισχυρίζεται, τότε μπορεί με προσωπική βούληση και πληρεξούσιο να επιλέγει τον δίκαιο νόμο και να εκλέγει τους άρχοντες του, όπως προέκυψε και μετά την έξοδο των πρωτοπλάστων από τον κήπο της Εδέμ. Αυτό κατέληξε και σε έντονη κριτική πάνω στην κοσμική εξουσία του πάπα και του κλήρου, η οποία και καταδεικνύονταν αχρείαστη και παράλογη.

Η διάσειση που προσέφερε ο Όκαμ στον κόσμο των παραδεδεγμένων ιδεών, ήταν και η τελευταία που συγκαταλέγεται στην μεσαιωνική φιλοσοφία. Μέσα στην κρίση της παπική αιχμαλωσίας της Αβινιόν τον 14ο αιώνα, νέες δυνάμεις αμφισβήτησης και καινοτομίας άρχισαν να αναδύονται. Ο σχολαστικός θεολόγος Ιωάννης Ουίκλιφ προσλήφθηκε από το αγγλικό στέμμα στα τέλη του 14ου αιώνα για να εργαστεί πάνω στο θέμα της φορολογίας του Κλήρου και τον περιορισμό της παπικής εξουσίας (που σε τεράστιο βαθμό επηρεάζονταν τότε από την Γαλλία) στην αγγλική Εκκλησία.

Ο Ουίκλιφ σε μεγάλο βαθμό ασχολήθηκε καθαρά με το ζήτημα της πολιτικής θεωρίας, ειδικά όσον αφορά τις σχέσεις Κράτους- Εκκλησίας. Θεωρούσε κατά έναν ουσιοκρατικό τρόπο, πως η μόνη έγκυρη Εκκλησία είναι εκείνη η κοινωνία «δίκαιων» ανθρώπων που αναγνωρίζει ο ίδιος ο Θεός. Εφόσον όμως η κρίση του Θεού δεν κοινοποιείται, το υπάρχον ιερατείο δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα κοινωνικό κατασκεύασμα και η εκκλησία των φωτισμένων ανθρώπων πρέπει να αναζητηθεί από τον κάθε πιστό ξεχωριστά. Έβλεπε την εκκλησιαστική ιστορία ως μία πορεία φθοράς και παρακμής, τομή της οποίας ήταν η βασιλεία του Ρωμαίου αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνου. Πριν από αυτόν η εκκλησία ήταν πηγαία και κοντά στα χρηστά χριστιανικά ήθη και δεν είχε δημιουργήσει την μεταγενέστερη διεφθαρμένη κατά την κρίση του παράδοση.

Η κρίση του Ουίκλιφ λοιπόν κατέληγε πως η εξουσία της εκκλησίας δεν ήταν θεολογικά (ούτε ορθολογικά) δίκαιη και πως ο βασιλιάς ως κοσμικός άρχων ελέω θεού ήταν υποχρεωμένος να προβεί στην Μεταρρύθμιση και να αναλάβει την ηγεσία της Εκκλησίας. Ο Ουίκλιφ ήταν το πρακτικό κομμάτι του συνολικού θεωρητικού αγώνα που συνδέει τον Όκαμ, τον Μαρσίλο, τον Γιαν Χους και τον Λούθηρο και τους αντιπαραβάλλει με τον Ακινάτη, τον μεγάλο Αλβέρτο και τον Σκότους. Η κριτική του σταδιακά κατέστη αμιγώς θα λέγαμε πολιτική, όταν ασχολήθηκε με θέματα περιουσίας της Εκκλησίας και οργάνωσης των χριστιανικών κοινοτήτων. Η Εκκλησία αναθεμάτισε τις θέσεις του, αλλά όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο χωρίς να υπάρχει η ευκαιρία της απολογίας, η εμπειρία δείχνει ότι οι θέσεις αυτές αρχίζουν και εξαπλώνονται και να γίνονται όλο και πιο ριζοσπαστικές. Αυτό συνέβη και με τον Ουίκλιφ.

Το πρόβλημα με την παρακαταθήκη του Ουίκλιφ είναι πως άθελα του, οι διδαχές του συνδέθηκαν με εξεγέρσεις χωρικών (λ.χ. το 1381) και κινήματα αντιφρονούντων με πολιτικό χαρακτήρα. Αυτό είναι κατά κανόνα για την μεσαιωνική κοινωνία ιδανικό για να ταυτιστεί το όποιο κίνημα έχει προκύψει με μία στάση, μία εξέγερση. Αν και τα συγγράμματα του Ουίκλιφ έδρασαν ως έρεισμα για κοινωνικές αναμορφώσεις σε χώρες του εξωτερικού (λ.χ. στη Βοημία το 1390) στην Αγγλία προέκυψε το κίνημα του λολλαρδισμού. Οι Λολλάρδοι (η λέξη είναι ηχομιμητική και προκύπτει από την κοινή αντίληψη της εποχής που συνέδεε τους λόγους τους με κάποια ακατάσχετη φλυαρία – κάτι σαν «λα λα λα») ήταν άκρως ριζοσπαστικοί και αντιμετωπίστηκαν ως επαναστάτες όχι μόνο εις βάρος της Εκκλησίας αλλά και εις βάρος του βασιλιά. Δεν ήθελαν εκκλησίες και οργανωμένο κλήρο, δεν εξέφρασαν κάποια δογματική ιδιαιτερότητα και συνίσταντο σε ομάδες αναγνωστών της Βίβλου. Οι αποστασίες τιμωρήθηκαν σκληρά και ο λολλαρδισμός ήταν βραχύβιος και έπρεπε να έρθει η επιρροή της Μεταρρύθμισης στην Αγγλία για να στραφεί η κοινωνία στον προτεσταντισμό.

Το βέβαιο είναι πως αυτές οι φιγούρες χάραξαν ανεξίτηλα την ιστορία της φιλοσοφίας και της θεολογίας και συγκαταλέγονται στους παράγοντες που έδρασαν ως μηχανές για την μεταστροφή του ύστερου ευρωπαϊκού μεσαίωνα σταδιακά προς τους νεότερους χρόνους.


Ενδεικτικές παραπομπές

Θεοχάρης Χατζημανώλης

Γεννήθηκε στο Λιτόχωρο Πιερίας το 1999. Είναι φοιτητής του τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τον Οκτώβριο του 2017. Στα ενδιαφέροντα και τις δράσεις που αναπτύσσει συμπεριλαμβάνονται θεματικές ενότητες πολιτικής, ιστορίας, φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας, οικονομίας και κριτικής της τέχνης. Συμμετέχει σε πολιτικές προσομοιώσεις, επιστημονικά συνέδρια και ημερίδες και ασχολείται από την παιδική του ηλικία με το θέατρο. Γνωρίζει αγγλικά και ιταλικά. Στο OffLine Post γράφει ιστορικά θέματα.