Της Αθηνάς-Νεφέλης Βούκουνα,

Στους χαλεπούς καιρούς της ελληνικής οικονομικής ύφεσης, η Ελλάδα μάταια πασχίζει να βγει ζωντανή από τον λαβύρινθο της εργασιακής παρακμής, αφού το «τέρας» της ανεργίας δεν σκοτώνεται με τίποτα. Η ανεργία, ή αλλιώς η μη δυνατότητα εύρεσης εργασίας παρά την προθυμία και ικανότητα ενός ατόμου, αποτελεί καθημερινότητα πολλών Ελλήνων στην Ελλάδα της κρίσης.

Αναλυτικότερα, τον Σεπτέμβριο του 2018 το ποσοστό της ανεργίας στην Ελλάδα είχε αναρριχηθεί στο 18,6%,, κατακτώντας την πρώτη θέση στην κλίμακα ανεργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προσθέτοντας ένα ακόμα «αρνητικό ρεκόρ» στο ενεργητικό της χώρας μας. Έτσι δυστυχώς, η Ελλάδα παραμένει πρωταθλήτρια στον στίβο της αδυναμίας απασχόλησης των πολιτών της και ιδιαίτερα των νεότερων ηλικιακών ομάδων, καθώς η ανεργία των νέων άγγιξε έως και το 36,6% το Σεπτέμβριο του 2018.

Σύμφωνα με στατιστικές έρευνες, ο κλάδος που αντιμετωπίζει μεγαλύτερο πρόβλημα ανεργίας στην Ελλάδα είναι το εμπόριο το οποίο τοποθετείται στην πρώτη θέση, ενώ στην αμέσως επόμενη θέση βρίσκεται ο τομέας της εστίασης. Η γενεσιουργός αιτία τόσο της δυσλειτουργίας της ελληνικής αγοράς εργασίας όσο και της εκτόξευσής της ανεργίας στα ύψη θα πρέπει να αναζητηθεί σε ένα συνονθύλευμα δυσμενών παραγόντων και συγκυριών της ελληνικής οικονομίας. Ο κορεσμός των θέσεων εργασίας πολλών κλάδων, η έλλειψη επενδύσεων, η αδυναμία ρευστότητας, η μη παροχή κρατικής αρωγής, το λουκέτο σε εκατοντάδες μικρές επιχειρήσεις και η ανυπαρξία συντονισμένου αποτελεσματικού οικονομικού σχεδιασμού είναι μόνο μερικά από τα κομμάτια που συνέθεσαν το παζλ της ελληνικής ανεργίας.

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα προσέγγιση του κοινωνικοοικονομικού φαινομένου της ανεργίας είναι αυτή του κορυφαίου Άγγλου οικονομολόγου Τζων Κέυνς, ο οποίος άνοιξε νέους δρόμους στην οικονομική επιστήμη και κατόρθωσε με τα έργα του να δημιουργήσει την δική του θεωρητική οικονομική σχολή.  Προτού όμως, μελετήσουμε την σκοπιά από την οποία ο Κέυνς αναλύει το φαινόμενο της ανεργίας, θα ήταν σκόπιμο να παραθέσουμε συνοπτικά το πώς ορίζει γενικότερα ο ίδιος την έννοια της αγοράς εργασίας.

Σε αντίθεση με την νεοκλασική θεωρία, η Κεϋνσιανή προσέγγιση υποστηρίζει ότι η ύπαρξη ενός τέλειου ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας και γενικότερα στην αγορά είναι ουτοπική, καθώς υπάρχουν παράγοντες όπως το κράτος και οι εκάστοτε εργατικές  ενώσεις που καθιστούν τόσο την υπόθεση αυτή όσο και την αυτορρύθμιση της αγοράς ανέφικτη. Πέραν όμως  της αμφισβήτησης της υπόθεσης περί τέλειου ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας, που τόσο ένθερμα η νεοκλασική θεωρία ευαγγελίζεται, η Κεϋνσιανή θεωρία ασκεί κριτική και στο ρόλο των τιμών. Ο Κέυνς αμφισβητεί το εάν οι εργαζόμενοι είναι σε θέση να κατανοήσουν τις αλλαγές των τιμών αυτών, εάν οι ίδιες οι τιμές μπορούν να αναδιαμορφωθούν και να προσαρμοστούν ταχύτατα στις μεταβολές της ζήτησης και της προσφοράς στην αγορά προϊόντων, και τέλος εάν η αγορά εργασίας, που εν προκειμένω μας ενδιαφέρει, δε σχετίζεται με άλλες αγορές, όπως την αγορά του χρήματος ή των προϊόντων. Η Κεϋνσιανή προσέγγιση συνδέει άμεσα την ζήτηση εργασίας με τη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών σε συνάρτηση φυσικά με τον πραγματικό μισθό. Η Κεϋνσιανή θεωρία άσκησε κατά καιρούς σκληρή κριτική στη νεοκλασική προσέγγιση και υποστήριξε ότι το καπιταλιστικό σύστημα οδηγεί σε βάθος χρόνου σε μακροχρόνια υπό-απασχόληση του εργατικού δυναμικού, η οποία ουσιαστικά ταυτίζεται με μια μόνιμη ακούσια ανεργία.

Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι η αντίληψη του Κέυνς διαφοροποιείται από τον κλασικό ορισμό της ανεργίας, καθώς υποστηρίζει ότι μόνο στην περίπτωση που ένα άτομο αποδέχεται να δουλέψει με απολαβές κατώτερες του ισχύοντος πραγματικού μισθού και παρ’ όλα αυτά δεν κατορθώνει να απορροφηθεί εργασιακά, μπορεί να χαρακτηριστεί «μη εθελοντικά άνεργο». Ο Κέυνς θεωρεί ότι η αγορά εργασίας δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα που επηρεάζει τα επίπεδα ανεργίας, απασχόλησης και ζήτησης εργασίας, αλλά αυτά διαμορφώνονται συνολικά από τις δομές της οικονομίας. Ο κορυφαίος αυτός οικονομολόγος έρχεται να «δώσει μια γροθιά» στην τετριμμένη αντίληψη της εποχής του ότι «η ελεύθερη, από την κρατική παρέμβαση, αγορά θα κατορθώσει με δικές της δυνάμεις να επουλώσει τα τραύματά της και να ρυθμίσει τις ανισορροπίες της οικονομίας», απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των καπιταλιστών ότι η μείωση των μισθών θα άρει το πρόβλημα της ανεργίας και θα επιφέρει πλήρη απασχόληση.

Η Κεϋνσιανή θεωρία θέτει ως πρωταγωνιστή στην πολιτικοοικονομική σκακιέρα τον κρατικό μηχανισμό, διατρανώνοντας ότι η μοναδική απάντηση στο φαινόμενο της ανεργίας είναι η κρατική παρέμβαση. Το κράτος είναι αυτό, που για τον Κέυνς, θα ενισχύσει την ενεργό ζήτηση, θα επενδύσει στην αγορά και θα χρηματοδοτήσει τις επιχειρήσεις με απόρροια την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και άρα, την αύξηση ζήτησης εργατικού δυναμικού. Ο κρατικός μηχανισμός αντιμετωπίζεται από τον Κέυνς όχι μόνο ως βασικός υποψήφιος εργοδότης, αλλά και ως κύριος ρυθμιστής της οικονομίας και των αγορών, αμφισβητώντας το «αόρατο χέρι» του Άνταμ Σμίθ που ως δια μαγείας θα διορθώσει τις ανισορροπίες. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός ερμηνεύει το κράτος εργαλειακά και χρησιμοθηρικά, θεωρώντας ότι ο μοναδικός του ρόλος είναι να ασχολείται με την άμυνα και τη θέσπιση κανόνων δικαίου στο πλαίσιο των οποίων θα εξελιχθούν τα διάφορα παίγνια αθροίσματος της αγοράς. Στην εσχάτη των περιπτώσεων και εάν το χρηματοπιστωτικό σύστημα καταρρεύσει μόνο τότε το κράτος, σύμφωνα με την κλασική θεωρία, υποχρεώνεται να παρέμβει, για να διαδώσει τις τράπεζες.

Σε αντιδιαστολή, η Κεϋνσιανή προσέγγιση θεωρεί απαραίτητη την ενεργό κρατική παρέμβαση στην οικονομία, μέσω των δημοσίων δαπανών τόσο για την αποφυγή μια πιθανής οικονομικής κρίσης, όσο και για την δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, την καταπολέμηση της ανεργίας και την εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης.

Εν ολίγοις, γίνεται φανερό ότι η Κεϋνσιανή προσέγγιση για την ανεργία και την αγορά εργασίας είναι μια καθαρά κρατοκεντρική προσέγγιση, η οποία θέτει ως άξονα αναφοράς για την πλήρη απασχόληση των ατόμων, τις κρατικές οικονομικές παρεμβάσεις, απορρίπτοντας τον τέλειο ανταγωνισμό και την αυτορρύθμιση της αγοράς ως λύση για την υπέρβαση του φαινομένου της ανεργίας.


Αθηνά – Νεφέλη Βούκουνα
Η Αθηνά - Νεφέλη Βούκουνα, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Χίο. Είναι τριτοετής φοιτήτρια στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, ενώ παράλληλα σπουδάζει και κλασσικό τραγούδι. Τα ακαδημαϊκά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στο χώρο της πολιτικής ιστορίας, της δημόσιας οικονομικής και των Δημοσίων πολιτικών. Επιθυμεί να ειδικευτεί με μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα της Δημόσιας διοίκησης, φοιτώντας στην εθνική σχολή δημόσιας διοίκησης. Μιλάει Γαλλικά, Αγγλικά, έχοντας και γνώσεις ισπανικών. Έχει καθημερινή ενασχόληση με ποικίλες ακαδημαϊκές δραστηριότητες, εντός κι εκτός της Πανεπιστημιακής Κοινότητας.