Του Δαβίδ Φούσιεκ,

Οι πρόσφατες εξελίξεις στις σχέσεις Ιράν και Σαουδικής Αραβίας, έχουν φέρει ξανά στην επιφάνεια  αυτό το ζήτημα. Η εχθρότητα των δύο δεν αποτελεί κάτι καινούργιο αλλά είναι ένα παγιωμένο στοιχείο της  γεωπολιτικής κατάστασης της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής. Ανάμεσα στα κράτη υπάρχει ανταγωνισμός σε πολλά επίπεδα όπως οικονομία, ιδεολογία, συμφέροντα χωρίς όμως πότε να έχουν εμπλακεί σε άμεσο πόλεμο. Ωστόσο, το κλίμα δεν φαίνεται να βελτιώνεται  αλλά αντίθετα φαίνεται να οδηγείται σε ακόμα πιο «πολικές θερμοκρασίες». Επομένως, η κατανόηση και η εξέταση των αίτιων και του ιστορικού της διαμάχης είναι ζωτικής σημασίας.

Μεταπολεμικά, τα δύο κράτη σχημάτισαν φιλικές σχέσεις χωρίς σημαντικές διακυμάνσεις. Μάλιστα, κατά την δεκαετία του 60΄, παρουσίασαν ενωμένο μέτωπο εναντίον του Νάσερ με τις σοσιαλιστικές ιδεολογίες του λεγόμενου παν-αραβισμού και του Μπααθικού Ιράκ, επειδή και τα δύο κράτη προωθούσαν πολιτικές και ιδέες που βρίσκονταν αντιμέτωπα με τα συμφέροντα τους. Επιπρόσθετα, η είσοδος των ΗΠΑ στην περιοχή το 1971, αποτέλεσμα της εξόδου της  Μ. Βρετανίας από το Περσικό Κόλπο, επέφερε σημαντικές αλλαγές. Ο Νίξον δήλωσε την υποστήριξη του στα δύο κράτη διότι τα θεωρούσε πυλώνες σταθερότητας, όσον αφορά την διατήρηση των αμερικάνικων συμφερόντων στην περιοχή.

Η «συμμαχία» των δύο χωρών αποδείχθηκε αρκετά καρποφόρα καθώς οι κοινές επιχειρήσεις στις Υεμένη, Ομάν, Σομαλία, Ζαΐρ για τον κατευνασμό του κομμουνιστικού στοιχείου στέφθηκαν με επιτυχία. Ωστόσο, η αποτυχημένη οικονομική πολιτική του Σάχη κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 70’ (μεγάλη εξάρτηση της οικονομίας και του στρατού σε έσοδα από το πετρέλαιο), οδήγησε σε κοινωνικές αναταράξεις και στην επανάσταση του 79’. Το γεγονός αυτό αποδείχθηκε καταστροφικό για τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες που πότε δεν επανήλθαν στην προηγουμένη τους κατάσταση. Ο νέος ηγέτης του Ιράν, ο Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, επιδέξια εκμεταλλεύτηκε την επιτυχία της επανάστασής (απελευθέρωση από τον εξωτερικό παράγοντα) και προώθησε τους δικούς του στόχους, που ήταν η δημιουργία ενός μοντέλου κράτους απαρτιζόμενο από «θεοκρατικά και σοσιαλιστικά πρότυπα». Ωστόσο, η αλλαγή της εξωτερικής ιρανικής πολιτικής (προπαγάνδα στις Σιιτικές μειονότητες) προκάλεσε όχι μόνο την αντίδραση της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας αλλά και την αναζωπύρωση της παραδοσιακής διαμάχης Σουνιτών και Σιιτών. 

Μετά την επανάσταση του 79’, η κατάσταση δεν βελτιώθηκε. Το 1980, ο Βασιλιάς της Σαουδικής Αραβίας, Καλίντ Μπιν Αμπντουλαζίζ Αλ Σαούντ, όχι μόνο έβλεπε θετικά την κίνηση του Σαντάμ Χουσεΐν για την εισβολή του στο Ιράν άλλα παρείχε και οικονομική βοήθεια στην στρατιωτική εκστρατεία. Παρόλα αυτά, με την λήξη του πόλεμου και το θάνατο του Χομεϊνί, ο Βασιλιάς διέκρινε ένα «παραθυράκι ευκαιρίας» για την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Ο νέος πρωθυπουργός του Ιράν ανταποκρίθηκε θετικά στην αλλαγή της στάσης της Σαουδικής Αραβίας και εκμεταλλεύτηκε το φιλικό κλίμα για να λάβει έγκριση για την αύξηση της παραγωγής πετρελαίου κατά 300 χιλιάδες βαρέλια την ήμερα. Οι θετικές σχέσεις συνεχίστηκαν και ύστερα από διαδοχή στην εξουσία της Σαουδικής Αραβίας του Πρίγκιπα Αμπντουλάχ, ο όποιος ήταν υποστηρικτής  της διατήρησης των καλών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι επισκέψεις το 1981 και του 2001, επιβεβαίωσαν αυτή την πρόθεση, ωστόσο και πάλι το «status quo» δεν διάρκεσε και πολύ, όπως συνηθίζετε και στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Η πτώση του Χουσεΐν αποδείχθηκε το γεγονός που θα ανέτρεπε ξανά την φύση της σχέσης ανάμεσα στο Ιράν και την Σαουδική Αραβία. Η αποδυνάμωση μιας δύναμης όπως το Ιράκ, οδήγησε στην αλλαγή των ισορροπιών στο σύστημα αλλά και δημιουργία ευκαιριών για την απόκτηση ηγεμονικής θέσης για το Ιράν. Ο συνασπισμός των Σαούντ με τον Σαντάμ είχε αποδειχθεί αποτελεσματικός στην αναχαίτιση των επεκτατικών επιδιώξεων του Ιράν. Όμως, αυτό δεν υφίσταντο πλέον. Επιπρόσθετα, η συνεχόμενη προώθηση των ιρανικών σκοπών με την υποστήριξη Σιιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό των Αραβικών χώρων και την ριζοσπαστικοποίηση τους, αποτέλεσε αντικείμενο ανησυχίας για τα κράτη του Περσικού Κόλπου. Η στήριξη του του πρωθυπουργού Αχμαντζινεντάντ, μετά την εκλογή του το 2005, προς το Συριακό καθεστώς, την Παλαιστινιακή Χαμάς και την Χεζμπολάχ  φανέρωσαν τις αυξανόμενες εξωτερικές βλέψεις του Ιράν με απώτερο σκοπό να γίνει η κυρίαρχη δύναμη.

Το 2011, η Αραβική Άνοιξη προκάλεσε κύμα από εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο, με αποτέλεσμα την γενική αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής και την μετατροπή των ισορροπιών ανάμεσα στα κράτη. Ωστόσο, για το Ιράν και την Σαουδική Αραβία, το κίνημα αποτέλεσε ευκαιρία  για την επέκταση της ισχύος τους. Στην Σύρια, το Ιράν υποστήριξε τον Άσαντ, ενώ η Σαουδική Αραβία, παρείχε χρηματοδότηση στις αντικαθεστωτικές δυνάμεις, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο στην ανάπτυξη του εμφύλιου πολέμου. Η τακτική των δύο χώρων να συγκρούονται έμμεσα είναι κοινό φαινόμενο στην περιοχή. Στο Μπαχρέιν, οι Σαουδαραβικές δυνάμεις βοήθησαν στην καταστολή εξέγερσης του σιιτικού πληθυσμού, που αποτελεί και την πλειονότητα, για την διατήρηση του φιλικού προς αυτές καθεστώτος. Επιπρόσθετα, η Υεμένη έχει αποτελέσει άλλο ένα σημείο σύγκρουσης των συμφερόντων των δύο κρατών, όπου ο συνασπισμός με ηγέτη την Σαουδική Αραβία βρέθηκε αντιμέτωπος με Σιίτες αντάρτες που είχαν την στήριξη του Ιράν. Από το 2011, οι σχέσεις Ιράν – Σαουδικής Αραβίας δεν έχουν παρουσιάσει βελτίωση αλλά έχουν υποβιβαστεί. Η ανατροπή των ισορροπιών μετά την Αραβική Άνοιξη δημιούργησε πληθώρα ευκαιριών για τις δύο χώρες για την αναβίβαση του ρόλου τους. 

H αντιπαλότητα του Ιράν και Σαουδικής Αραβίας θα συνεχίσει να αποτελεί ένα στοιχείο της γεωπολιτικής κατάστασής της Μέσης Ανατολής. Το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να αποδώσει τα αίτια της έχθρας μόνο στο ιδεολογικό κομμάτι, δηλαδή την διαμάχη των Σουνιτών με τους Σιίτες. Όμως, αυτό δεν θα μπορούσε να εξηγήσει τις θετικές σχέσεις που είχαν τα δύο κράτη την δεκαετία του 60 και 70’. Επομένως, είναι απαραίτητο να εξεταστούν και οι άλλοι παράγοντες όπως η οικονομία και οι γεωπολιτικές ισορροπίες. Μέσα από αυτό γίνεται φανερό ότι τα δύο κράτη ανταγωνίζονται για την αύξηση ισχύος και τη ηγεμονία στην περιοχή. Άρα, η λύση της σύγκρουσής αυτής, δεν θα ήταν αλλά παρά την επικράτηση μίας από τις δύο δυνάμεις.


Δαβίδ Φουσιέκ
Απόφοιτος του Τμήματος των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστήμιου Πειραιά, με έμφαση στις διεθνείς σχέσεις. Είναι μέλος του Laboratory of Energy and Environmental Policy Laboratory του Πανεπιστημίου Πειραιά. Έχει συμμετάσχει σε ευρωπαϊκά προγράμματα που ασχολήθηκαν με την μεταναστευτική κρίση και τις επιπτώσεις της, καθώς και σεμινάρια και προσομοιώσεις που σχετίζονται με το αντικείμενο των σπουδών του. Έχει διεξάγει έρευνα για το "soft power" της Κίνας στο λιμάνι του Πειραιά. Μητρικές γλώσσες αποτελούν τα Ελληνικά, Αγγλικά και Πολωνικά, ενώ έχει βασικές γνώσεις της Αραβικής και Γερμανικής γλώσσας. Παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον για ζητήματα στρατηγικής, πολιτικής βίας, πόλεμου, διεθνής και ενεργειακής ασφάλειας.