18.3 C
Athens
Τρίτη, 28 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΚοινωνίαΜια ανάλυση για την προσωπικότητα

Μια ανάλυση για την προσωπικότητα


Της Χαράς Παπαϊωάννου,

Οι άνθρωποι σίγουρα έχουν ομοιότητες σε επιμέρους πτυχές της ζωής τους, όπως η εξωτερική εμφάνιση, η εργασία, οι σπουδές, η οικογενειακή τους κατάσταση, η κοινωνική τους θέση ή η συμπεριφορά τους. Παρά ταύτα, σαν οντότητες, είναι διαφορετικές η μια της άλλης, κάτι που σημαίνει πως όσο και να μοιάζουν σε κάποια σημεία, σε άλλα είναι μοναδικοί. Υπάρχει μία βασική δομή στον καθένα, η οποία τον καθιστά φορέα ανεπανάληπτων πνευματικών και ψυχικών ικανοτήτων.

Σύμφωνα με τον Bergeret, προσωπικότητα είναι «ο μόνιμος και πιο βαθύς τρόπος οργάνωσης του ατόμου». Η έννοια αναφέρεται στις ατομικές διαφορές μας γύρω από τα πρότυπα σκέψης, συναισθήματος και συμπεριφοράς τα οποία μάς χαρακτηρίζουν. Η μελέτη της προσωπικότητας εστιάζει σε δύο γενικούς τομείς, στην κατανόηση των ατομικών διαφορών σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και στο πώς τα διάφορα μέρη ενός ατόμου ενώνονται ως σύνολο. Νοηματικά, η προσωπικότητα είναι κοντά με την ιδιοσυγκρασία, τη δομή και τον χαρακτήρα. Ιδιοσυγκρασία (ή αλλιώς ταπεραμέντο) ονομάζονται τα έμφυτα στοιχεία ή προδιαθέσεις, που αποτελούν άμεση απόρροια των βιολογικών μας χαρακτηριστικών. Ο χαρακτήρας είναι ένα σύνολο τυπικών, σχετικά σταθερών τρόπων συμπεριφοράς, απέναντι σε ορισμένες καταστάσεις και δεν είναι ταυτόσημο με τη λέξη προσωπικότητα, όπως συχνά θεωρείται.

Ο Lagache όρισε ως χαρακτήρα «το σύνολο των προδιαθέσεων και των στάσεων που κυβερνούν τον τρόπο που είναι και που αντιδρά το άτομο στις σχέσεις του με τον κόσμο και με τον εαυτό του». Γεφυρώνει, λοιπόν, ως έννοια το χάσμα μεταξύ αυτού που μπορούμε να παρατηρήσουμε εξωτερικά (συμπεριφορά, στάσεις) και της υποκείμενης βαθιάς δομής. Ο Μανωλόπουλος είπε το εξής πολύ βασικό για τον χαρακτήρα: «Ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου μπορεί να ορισθεί ως ο σχετικά σταθερός τρόπος των ψυχικών λειτουργιών με τις οποίες το «Εγώ» ρυθμίζει τις σχέσεις του με το αντικείμενο, συντηρεί τις επαναλήψεις, διευθετεί τις ταυτίσεις και την ταυτότητά του, μετασχηματίζει την πραγματικότητα και διαμορφώνει τις αντιστάσεις προς την αλλαγή». Είναι αισθητό από τα παραπάνω, πως o χαρακτήρας είναι η ορατή εκδήλωση της βασικής δομής της προσωπικότητας μας ανεξαρτήτως οποιουδήποτε άλλου παθολογικού παράγοντα.

Πηγή Εικόνας και Δικαιώματα χρήσης: Georgia States University

Λέγοντας δομή, αναφερόμαστε στα διαρκή και σταθερά στοιχεία της προσωπικότητας κάποιου. Οι Cervone και Pervin υποστήριξαν πως οι θεωρίες της προσωπικότητας ασχολούνται με την δομή της, τις διεργασίες, την ανάπτυξη, την ψυχοπαθολογία και την αλλαγή της συμπεριφοράς. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, περιγράφουν μια εσωτερική ψυχολογική κατάσταση που παραμένει σχετικά αμετάβλητη όσο ζούμε και καθορίζει τις διαφορές μας από τα άλλα άτομα. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό για παράδειγμα είναι η εσωστρέφεια. Οι μελετητές της προσωπικότητας ασχολούνται με το άτομο ως ολότητα, δεν επικεντρώνεται μόνο σε ψυχολογικές διεργασίες, αλλά και στις σκέψεις ανάμεσα σ’ αυτές τις διεργασίες. Οι μελέτες που έχουν γίνει περιλαμβάνουν ένα σύνολο προσπαθειών να προσδιοριστεί και να εξηγηθεί η σταθερότητα στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά των ανθρώπων στην καθημερινή τους ζωή.

Οι βασικές θεωρίες προσωπικότητας είναι «η ψυχαναλυτική θεωρία» του Sigmund Freud, «γνωστική-συμπεριφοριστική» θεωρία του Bandura και του Mischel και η «προσωποκεντρική θεωρία» του Carl Rogers. Αυτές οι θεωρίες αποτέλεσαν τη βάση των σημερινών θεραπευτικών μεθόδων που χρησιμοποιεί η ψυχανάλυση και η συμβουλευτική.

Ο Freud θεωρεί ότι ο άνθρωπος είναι εν γένει καθοδηγούμενος από το ασυνείδητο, δηλαδή φέρεται με ζωώδη επιθετικό και άλογο τρόπο. Ο νους είναι ένας μηχανισμός παθητικός μεν, αλλά με την ικανότητα να ενεργεί, ασκώντας συνεχή πίεση στο άτομο. Όση πίεση και αν ασκήσει, ωστόσο, η νοητική ενέργειά μας έχει όρια. Τα άτομα έχουν ένστικτο επιβίωσης (libido) και ένστικτο θανάτου. Τα δύο αυτά με το άγχος ωθούνται στην αλληλεπίδραση και έτσι εξωτερικεύονται. Το ασυνείδητο ως κυρίαρχο στοιχείο μας, λοιπόν, επιτρέπει στο άγχος να επιδράσει πάνω μας με αποτέλεσμα να ενεργοποιούνται τα ένστικτα και οι μηχανισμοί άμυνας μας. Κατά τα πέντε πρώτα έτη ζωής, το παιδί περνά από τρία στάδια ανάπτυξης το «στοματικό», το «πρωκτικό» και το «φαλλικό», αν κάτι δεν πάει καλά στα στάδια ανάπτυξης, το άτομο αυτό θα παρουσιάζει προσκόλληση στο ανάλογο στάδιο καθ’ όλο το υπόλοιπο της ζωής του. Για παράδειγμα, μια καθήλωση στο στοματικό στάδιο φαίνεται με την πρακτική του καπνίσματος. Το φαλλικό στάδιο τελειώνει όταν πάψει το «οιδιπόδειο σύμπλεγμα», δηλαδή όταν το παιδί ξεπεράσει τον ανταγωνισμό που νιώθει προς τον γονέα του ίδιου φύλλου. Αυτά τα τρία στάδια είναι υπαίτια για όποια ψυχοπαθολογία παρατηρηθεί στην ενήλικη ζωή, λόγω είτε υπερβολικής είτε ελάχιστης ικανοποίησης όσο το άτομο διένυε κάποιο στάδιο.

Η «γνωστική-συμπεριφοριστική θεωρία» στηρίζεται στον συμπεριφορισμό. Αυτό σημαίνει πως ενδιαφέρεται μόνο για την εύκολα παρατηρήσιμη συμπεριφορά των ανθρώπων. Εδώ η συμπεριφορά γίνεται ορατή ως αποτέλεσμα των περιβαλλοντικών επιρροών που δέχεται ένας άνθρωπος και για αυτό η αλλάζει αναλόγως των περιστάσεων. Λόγω αυτού, η θεραπεία λέμε πως βασίζεται στη μάθηση, εφόσον η ψυχοθεραπεία θεωρείται ότι επιδρά στον εγκέφαλο και είναι ικανή να επιφέρει αλλαγές εντός του. Σε ό,τι αφορά την προσωποκεντρική θεωρία, είναι φαινομενολογική και βλέπει τον άνθρωπο ως μια οντότητα που αν δρα ελεύθερη τείνει να λειτουργεί σαν ώριμο και συνεχώς εξελισσόμενο ον. Εστιάζει στην υποκειμενική προσωπική αντίληψη του κάθε ατόμου και όχι στη μια και καθολική πραγματικότητα. Όλη η θεωρία είναι εστιασμένη στις αντιλήψεις του κάθε ατόμου για ό,τι αναγνωρίζει ως «εγώ». Ο «εαυτός» έχει διττή υπόσταση. Τον «πραγματικό εαυτό», που υπάρχει στο τώρα, και τον «ιδανικό εαυτό», που έχει να κάνει με το πώς το άτομο επιθυμεί να είναι στο μέλλον.

Πηγή Εικόνας και Δικαιώματα χρήσης: neurosciencenews.com

Ο στόχος στην ψυχανάλυση είναι η ενόραση. Σύμφωνα με τη προσωποκεντρική προσέγγιση, ο θεραπευτής βιώνει την εμπειρία με τέτοιον τρόπο, ώστε να αισθανθεί τον ιδιωτικό κόσμο του θεραπευόμενου σαν να ήταν δικός του. Το γνωσιακό μοντέλο του εξηγεί την παρέμβαση στην αναδιάρθρωση του γνωστικού πεδίου πάνω σε συναισθηματικές διαταραχές, χρησιμοποιώντας τις γνωστικές προκαταλήψεις με στόχο την αναδιοργάνωση των λανθασμένων διαδικασιών των σκέψεων, κατά τις οποίες οι γνωστικές λειτουργίες χρησιμοποιούνται με έναν ακατάλληλο τρόπο. Δίνεται έμφαση στη «δυναμική της μεταβίβασης», για την αξία της διατήρησης του ενδιαφέροντος του αναλυτή και της κατανόησης του πάσχοντος μέσα από ενσυναίσθηση, με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτρέψει στο «υγιές κομμάτι του εαυτού», να διαμορφώσει μια θετική προσκόλληση στον αναλυτή, ως αποτέλεσμα της υποστηρικτικής στάσης. Ως εκ τούτου, σε μια επιτυχημένη ψυχανάλυση, ο θεραπευόμενος κυμαίνεται μεταξύ περιόδων, όπου η σχέση του με τον θεραπευτή χαρακτηρίζεται από έναν μηχανισμό άμυνας, και περιόδων που χαρακτηρίζονται από έναν μηχανισμό μετάθεσης, για να περάσει σε μια αμοιβαία συμμαχία. Η θεραπευτική συμμαχία είναι ο συνεργατικός και συναισθηματικός δεσμός μεταξύ θεραπευτή και ασθενούς. Ο Bordin διαχωρίζει τη θεραπευτική συμμαχία σε τρεις υπο-ομάδες: τον στόχο (Goal), το έργο (Task) και τον δεσμό (Bond). Ο στόχος αναφέρεται σε μια αμοιβαία συμφωνία για τα συγκεκριμένα αποτελέσματα που είναι ο στόχος της παρέμβασης. Το έργο περιλαμβάνει μια συμφωνία για την τρέχουσα προσέγγιση για την επίτευξη των στόχων. Τέλος, ο δεσμός αντανακλά την ανάπτυξη μιας θετικής σχέσης θεραπευτή – ασθενούς που χαρακτηρίζεται από μια αμοιβαία και συμπαγή εμπιστοσύνη. Ο θεραπευτικός δεσμός (Bond) συνδυαστικά με μια σωστή επικοινωνία μεταξύ των δύο ατόμων της θεραπευτικής σχέσης επιτρέπουν την ενεργοποίηση του ασθενή κατά την έναρξη της θεραπείας, χωρίς αυτό να σημαίνει και αλλαγή στον βαθμό βελτίωσης των συμπτωμάτων. Η εδραίωση της θεραπευτικής συμμαχίας δημιουργεί στους ασθενείς την αίσθηση ότι είναι σε θέση να διαχειριστούν τις συνθήκες της ψυχικής τους υγείας μακροπρόθεσμα και με μεγαλύτερη αυτονομία. Τότε γνωρίζουμε πως η ψυχοθεραπεία έχει πετύχει τον σκοπό της.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Cervone and Pervin, (2013), Θεωρίες προσωπικότητας: Έρευνα και εφαρμογές, Αθήνα
  • Chamorro-Premuzic, T., (2014), Προσωπικότητα και ατομικές διαφορές, Αθήνα, Εκδόσεις Gutenderg

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Χαρά Παπαϊωάννου
Χαρά Παπαϊωάννου
Γεννήθηκε στην Αθήνα και ζει στην Ελευσίνα. Έχει αποφοιτήσει από το τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και σπουδάζει στο University of Essex στο τμήμα Ψυχολογίας. Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά και Ισπανικά και κατέχει πιστοποιημένες γνώσεις στην εγκληματολογία και το ποινικό δίκαιο. Στον ελεύθερο χρόνο της αρέσει να ταξιδεύει, να ακούει μουσική και να μελετά εθνογραφίες,