30.6 C
Athens
Πέμπτη, 25 Ιουλίου, 2024
ΑρχικήΟικονομίαΤι να αναμένουμε για τα επιτόκια καταθέσεων στην Ευρωζώνη το επόμενο διάστημα;

Τι να αναμένουμε για τα επιτόκια καταθέσεων στην Ευρωζώνη το επόμενο διάστημα;


Της Αναστασίας Μπουραντά,

Παρότι τα επιτόκια διευκόλυνσης καταθέσεων της Ε.Κ.Τ. έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά (4%), οι αυξήσεις αυτές δεν έχουν μετακυλήσει σε μεγάλο βαθμό στους καταθετικούς λογαριασμούς (κάθε είδους) των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Στον αντίποδα, οι αυξήσεις στα επιτόκια κύριας αναχρηματοδότησης και διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης της Ε.Κ.Τ. έχουν μετακυλήσει σχεδόν στο 100% στα δάνεια για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις εμπορικές τράπεζες της Ευρωζώνης. Μάλιστα, αυτή η χρονική υστέρηση στην αναπροσαρμογή των επιτοκίων καταθέσεων, με την παράλληλη (σχεδόν) αναλογική αύξηση των επιτοκίων των δανείων, παρουσιάζεται πιο έντονα στις λιγότερο ανταγωνιστικές χρηματοπιστωτικές αγορές της Ευρωζώνης, όπου οι εναλλακτικές των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών είναι πιο περιορισμένες.

Με τα νέα δεδομένα σχετικά με τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη της οικονομίας, αναμένεται πως δεν θα υπάρξει κάποια περαιτέρω αύξηση στο κόστος δανεισμού μέσω της πολιτικής των επιτοκίων από την Ε.Κ.Τ. Αντιθέτως, ήδη προεξοφλούνται στην αγορά οι μειώσεις που πιθανώς θα πραγματοποιηθούν μέσα στο 2024 από την Κεντρική Τράπεζα, με τους επενδυτές να κρέμονται από τα χείλια των υπεύθυνων χάραξης πολιτικής και από τις μακροοικονομικές εξελίξεις που επηρεάζουν τις αποφάσεις τους. Τα σενάρια για τη νέα χρονιά είναι αρκετά, με τα πιο αισιόδοξα να προβλέπουν μείωση των επιτοκίων πολιτικής (κατά 25 μονάδες βάσης) από τον Μάρτιο, ενώ αθροιστικά οι μειώσεις μέσα στη χρονιά μπορεί να φτάσουν και τις 100 μονάδες βάσης. Οι μοναδικοί παράγοντες που μπορεί να αποτρέψουν ή να καθυστερήσουν τις μειώσεις των επιτοκίων είναι: α) μια αναπάντεχη αρνητική εξέλιξη σε κάποιο πολεμικό μέτωπο (είτε στην Ουκρανία είτε στη Μέση Ανατολή) με επιπτώσεις στις τιμές ενέργειας, β) μια απρόβλεπτη όξυνση στις γεωπολιτικές εντάσεις, θέτοντας περαιτέρω εμπόδια στο διεθνές εμπόριο, και γ) ακαμψία στην αγορά εργασίας και στους μισθούς των απασχολούμενων, που θα κρατήσουν ζωντανό τον κίνδυνο του στασιμοπληθωρισμού.

Με την (πιθανώς οριστική) διακοπή, λοιπόν, της αύξησης των επιτοκίων και τις προοπτικές για ταχύτερη του αναμενόμενου μειώσεων των επιτοκίων από την Ε.Κ.Τ., η προσαρμογή των επιτοκίων καταθέσεων των τραπεζών ενδεχομένως να επιβραδύνει. Ωστόσο, όπως έχουν σηματοδοτήσει οι κεντρικοί τραπεζίτες της Ευρωζώνης πρόκειται να ακολουθήσει ποσοτική «σύσφιξη», ώστε να αφαιρεθεί (άμεσα) ρευστότητα από τις τράπεζες και την αγορά. Η διαδικασία αυτή θα επιταχυνθεί το επόμενο διάστημα, καθώς τα πλεονάζοντα αποθεματικά της τράπεζας θα μειωθούν μετά τη μαζική αποπληρωμή των δανείων που εισπράχθηκαν μέσω των στοχευμένων πράξεων μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (TLTRO). Αυτό θα βοηθήσει στην επιβράδυνση και σταθεροποίηση του πληθωρισμού στον στόχο του 2%, αλλά θα αποτελέσει και το «κλειδί» στην αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων. Οι τράπεζες, αυτήν τη στιγμή, διαθέτουν αρκετή ρευστότητα (ειδικά μετά τις ποσοτικές «χαλαρώσεις» την περίοδο του Covid-19 και την επιβράδυνση της πιστωτικής τους επέκτασης το τελευταίους μήνες), με αποτέλεσμα να μην έχουν την ανάγκη να προσελκύσουν τα χρήματα των καταθετών. Ωστόσο, με την αφαίρεση της πλεονάζουσας ρευστότηταw και τα επιτόκια να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα θα αναγκαστούν να προσφέρουν πιο ελκυστικές αποδόσεις, ειδικά στις προθεσμιακές καταθέσεις.

Η αύξηση αυτή των επιτοκίων καταθέσεων, που, ενδεχομένως, θα σημειωθεί το 2024, θα επηρεάσει τόσο τις τράπεζες όσο και τους καταθέτες. Για τις τράπεζες, αυτό σημαίνει μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους, που είναι ένας από τους κύριους παράγοντες κερδοφορίας τους. Αντίστοιχα, οι καταθέτες θα αυξήσουν τις αποταμιεύσεις τους (όσο τους το επιτρέπει το επιτρέπει το ύψος του πραγματικού τους εισοδήματος), ενώ στην οικονομία θα υποχωρήσει η συνολική ζήτηση, επιβραδύνοντας (ή συρρικνώνοντας) την επιχειρηματική δραστηριότητα στην οικονομία, με πτωτικές επιδράσεις στα επίπεδα του πληθωρισμού.

Πηγή εικόνας: juicy_fish / Freepik

Το μερίδιο των προθεσμιακών καταθέσεων των ελληνικών τραπεζών παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο για έξι συνεχόμενους μήνες, στηρίζοντας τα έσοδα από τόκους των ελληνικών τραπεζών από τις αρχές του έτους. Αυτός είναι ένας από τους καταλύτες για τη βελτίωση της οργανικής κερδοφορίας φέτος και θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων για τα επόμενα 2 χρόνια. Ενδεικτικά, λόγω του πολύ μεγάλου επιτοκιακού περιθωρίου, οι ελληνικές τράπεζες πέτυχαν αύξηση 60% στα καθαρά έσοδα από τόκους σε σχέση με πέρυσι.

Συνοψίζοντας, η αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων το 2024 είναι μια εξέλιξη που θα εμφανιστεί μπροστά μας και μπορεί να επηρεάσει τόσο τις τράπεζες όσο και τους καταθέτες. Οι προοπτικές, όμως, αυτές θέτουν προκλήσεις στις τράπεζες τις Ευρωζώνης. Σύμφωνα με τον επικεφαλής του SSM, Andrea Enria, η (χρηματιστηριακή) αγοραία αξία των τραπεζών της Ευρωζώνης αποτιμάται με σημαντικό discount σε σχέση με τα θεμελιώδη τους. Αυτό συμβαίνει, διότι πολλοί επενδυτές θεωρούν πως η κερδοφορία των ευρωπαϊκών τραπεζών το τελευταίο έτος δεν ήταν «βιώσιμη», επειδή οφειλόταν στο υψηλό επιτοκιακό περιθώριο που είχε διαμορφωθεί από τις αυξήσεις των επιτοκίων και την υψηλή ρευστότητα που διέθεταν και όχι στις πιστωτικές επεκτάσεις και στην αυξημένη αποδοτικότητα των συνήθων δραστηριοτήτων τους. Δηλαδή, θεωρούν πως η άνοδος της κερδοφορίας τους είναι ένα πρόσκαιρο φαινόμενο, το οποίο πιθανώς να «ξεφουσκώσει» όταν πέσουν τα επιτόκια.


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Αναστασία Μπουραντά
Αναστασία Μπουραντά
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 2004. Είναι πρωτοετής φοιτήτρια στο τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιά. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με τον αθλητισμό, κυρίως όμως με την κολύμβηση, ενώ παράλληλα της αρέσουν οι παραδοσιακοί χοροί.