19.9 C
Athens
Πέμπτη, 30 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΙστορίαΟι τρείς αλώσεις της Θεσσαλονίκης κατά τη βυζαντινή περίοδο

Οι τρείς αλώσεις της Θεσσαλονίκης κατά τη βυζαντινή περίοδο


Του Βασίλη Παπαδήμου, 

Η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε κατά την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ένα από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα – αν όχι το δεύτερο σημαντικότερο μετά την Κωνσταντινούπολη – γεγονός που ίσως όχι άδικα της απέδωσε τον τίτλο της Συμβασιλέυουσας. Τα αρχαιολογικά μνημεία – ανάκτορα, περίλαμπρα κτίρια, μεγαλοπρεπείς ναοί – μαρτυρούν ακριβώς πως η Θεσσαλονίκη ήταν ένα διοικητικό, στρατιωτικό και εκκλησιαστικό κέντρο. Επιπλέον, το γεγονός ότι ήταν ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά λιμάνια, αφού ένωνε την Ανατολή με τη Δύση της είχε προσδώσει μια οικονομική ευμάρεια. Η αίγλη, λοιπόν, αυτή της Θεσσαλονίκης ήταν που προσέλκυσε στρατούς αλλότριους οι οποίοι θέλησαν να τη λεηλατήσουν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η πόλη πολιορκήθηκε από εχθρούς. Τρεις, όμως, ήταν οι φορές οι οποίες η Θεσσαλονίκη έπεσε ως πολύτιμη λεία στα χέρια τους γεγονός το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την προξένηση σημαντικών καταστροφών.

Η πρώτη χρονολογικά άλωση της Θεσσαλονίκης συνέβη το 904. Πληροφορίες για αυτά τα γεγονότα μας δίνει ο Ιωάννης Καμινιάτης κληρικός από την Θεσσαλονίκη ο οποίος πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Άραβες. Πιο συγκεκριμένα, αραβικός πειρατικός στόλος ξεκινώντας από την Κρήτη είχε ως αρχικό στόχο την Βασιλεύουσα. Φτάνοντας, όμως, στην Άβυδο στην περιοχή του Ελλησπόντου και αφού είχε καταστρέψει αρκετές παράλιες πόλεις της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας, συνειδητοποίησαν το ισχνό των δυνάμεών τους συγκριτικά με την άμυνα που θα αντέτασσε η Πόλη. Έτσι στράφηκαν εναντίον της Θεσσαλονίκης. Ηγέτης των πειρατικών αυτών πλοίων ήταν παραδόξως ένας εξωμότης Βυζαντινός, ο Λέων ο Τριπολίτης. Η κακή κατάσταση των παραθαλάσσιων τειχών, οι σύγχυση που επικρατούσε στις αποφάσεις των στρατιωτικών διοικητών αλλά και η απειρία των κατοίκων σε ότι αφορά πολεμικές συγκρούσεις έγερναν την πλάστιγγα υπέρ των Αράβων. Ο αυτοκράτορας είχε ενημερώσει τους Θεσσαλονικείς ότι επρόκειτο η πόλη τους να δεχθεί επίθεση, όμως ο χρόνος ήταν αρκετά περιορισμένος για κάθε καλή προετοιμασία. Τον Ιούλιο του 904 φάνηκαν στον Θερμαϊκό τα αραβικά πλοία προξενώντας τρόμο στους κατοίκους της πόλης.

Στις πρώτες επιθέσεις τους οι Βυζαντινοί αντέτασσαν αξιόλογη άμυνα γεγονός το οποίο συνέβαλλε στην τόνωση του ηθικού τους. Η πολιορκία ήταν αρκετά στενή και ο Καμινιάτης δίνει στο έργο του λεπτομερέστατη περιγραφή. Παρά τις προσπάθειες οι εχθροί κατάφεραν να εισχωρήσουν στην πόλη. Τότε, όπως πληροφορούμαστε, ξεκίνησε η φοβερή σφαγή των κατοίκων της ανεξαρτήτως ηλικίας. Η πόλη πλέον είχε ερημωθεί, με τους κατοίκους της να την εγκαταλείπουν προς κάθε κατεύθυνση προκειμένου να γλυτώσουν. Οι περιγραφές για τις σφαγές και τις αγριότητες των βαρβάρων είναι συγκλονιστικές, ενώ με ιδιαίτερή λογοτεχνική δεινότητα ο Ιωάννης δεν παραλείπει να περιγράψει τη δική του περιπέτεια κατά την αιχμαλωσία του.

Βυζαντινή Θεσσαλονίκη σε έργο του Θανάση Μπακογιώργου. Πηγή εικόνας: bakogiorgos.gr

Η δεύτερη άλωση της Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε στα 1185 από τους Νορμανδούς. Ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, ο οποίος ήταν μητροπολίτης της πόλης την περίοδο εκείνη, μας πληροφορεί σχετικά με τα γεγονότα. Πριν μπούμε στη διήγηση αξίζει να αναφερθούμε στο γενικότερο πλαίσιο που επικρατούσε την περίοδο εκείνη. Επρόκειτο για μια ταραγμένη εποχή κατά την οποία ανήλθε στον θρόνο, παρανόμως μετά τη δολοφονία του διαδόχου Αλεξίου Β΄, ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός. Τότε πολλοί εχθροί του Βυζαντίου βρήκαν ευκαιρία να εξαπολύσουν επιδρομές εναντίον μεθοριακών περιοχών της αυτοκρατορίας. Την ευκαιρία στους Νορμανδούς προσέφερε κάποιος Αλέξιος Κομνηνός ο οποίος ζήτησε βοήθεια από τον βασιλέα της Σικελίας Γουλιέλμο Β΄ προκειμένου να καταλάβει τον αυτοκρατορικό θρόνο. Αφού κατέλαβαν το Δυρράχιο, στόχος των Νορμανδών έγινε η Θεσσαλονίκη. Διαβάζοντας κανείς το έργο του Ευσταθίου μπορεί εύκολα να διακρίνει τη σφοδρότητα με την οποία καταφέρεται εναντίον του διοικητή της πόλης Δαυίδ Κομνηνού. Σε αυτόν αποδίδει μεγάλο μέρος των ευθυνών για την άλωση της πόλης. Τον κατηγορεί, μάλιστα, ως δειλό καθώς τις δύσκολες εκείνες ώρες προσπαθούσε να σώσει τον εαυτό του αντί για την πόλη.

Ευστάθιος Θεσσαλονίκης. Αγιογραφία που βρίσκεται στη Μονή Βατοπεδίου, Άγιο Όρος. Πηγή εικόνας: commons.wikimedia.org

Στις 6 Αυγούστου, έφτασαν έξω από τα χερσαία τείχη οι Νορμανδοί, ενώ στις 15 κατέφτασε και ο στόλος. Τρόμος και πανικός είχε κυριεύσει τους Θεσσαλονικείς. Με πολιορκητικές μηχανές και άλλα όπλα οι Νορμανδοί χτυπούσαν τα χερσαία και παράλια τείχη της πόλης, ενώ τα όπλα των βυζαντινών δεν προκαλούσαν σημαντικές ζημιές στους εχθρούς. Επιπλέον, οι Νορμανδοί ήταν πολυάριθμοι σε αντίθεση με το βυζαντινό στρατό που ήταν αριθμητικά λιγότερος. Δεν έλειπαν και οι λιποταξίες με την ανοχή του Δαυίδ τον οποίο ο Ευστάθιος κατηγορεί ως προδότη. Τελικά μετά από μερικές ημέρες οι Νορμανδοί κατάφεραν να προξενήσουν ρήγμα στον Πύργο του Χαμαιδράκοντος. Φοβερή σφαγή και λεηλασία ακολούθησε την είσοδο των Νορμανδών στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα, όπως αναφέρεται από τον Ευστάθιο, όταν εκείνος πιάστηκε αιχμάλωτος και μεταφερόταν από την οικία του στον ιππόδρομο αντίκριζε παντού πτώματα, ενώ όπως σημειώνει κατά την μεταφορά του στον ναύσταθμο της πόλης το μουλάρι στο οποίο τον είχαν ανεβάσει δεν μπορούσε να πατήσει στη γη από το πλήθος των πτωμάτων. Γενικά ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης δεν παραλείπει να αναφερθεί με λεπτομέρειες πολλές φορές ανατριχιαστικές και ωμές στις βιαιότητες των βαρβάρων.

Η τρίτη και τελευταία άλωση της πόλης έγινε από του Οθωμανούς το 1430, 23 χρόνια πριν την άλωση της Πόλης. Η πόλη βρισκόταν ήδη από το 1423 στα χέρια των Βενετών έπειτα από παραχώρηση του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου. Την εξιστόρηση των γεγονότων την κάνει ο Ιωάννης Αναγνώστης ο οποίος ζούσε την εποχή εκείνη στην πόλη και οποίος ανήκε στον κλήρο αυτής. Στα τέλη Μαρτίου του 1430 φάνηκε στη Θεσσαλονίκη το υπερμέγεθες στράτευμα το οποίο ο Μουράτ Β΄ είχε συγκεντρώσει προκειμένου να κυριεύσει την πόλη. Οι συνθήκες που αναφέρει ο Ιωάννης ότι επικρατούσαν στην πόλη δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ότι η πτώση της ήταν θέμα ημερών. Τα τείχη αν και είχαν αρχίσει να επισκευάζονται βρίσκονταν σε κακή κατάσταση, το στράτευμα της πόλης ήταν ολιγάριθμο και δίχως οπλισμό αφού οι στρατιώτες λόγω της φτώχιας είχαν αναγκαστεί να πωλήσουν τα όπλα τους, ενώ διχόνοια σπάρασσε τους Ρωμαίους της πόλης. Παρά τις τρείς προσπάθειες του σουλτάνου να πείσει τους κατοίκους να παραδοθούν, σύμφωνα με τη μουσουλμανική παράδοση, οι πολιορκημένοι επέλεξαν να αντισταθούν.

Πορτραίτο του Μουράτ Β΄. Έργο του Πάολο Βερονέσε. Πηγή εικόνας: commons.wikimedia.org

Ο Ιωάννης μέμφεται τη στάση των Βενετών οι οποίοι επέλεξαν να αφήσουν απροστάτευτα σημεία των τειχών της πόλης προκειμένου να τους τοποθετήσουν στα παράλια τείχη ώστε να προσέχουν τα πλοία τους. Οι πολιορκητικές μηχανές και τα σκεύη, όπως ονομάζει τα κανόνια ο Ιωάννης, σφυροκοπούσαν ασταμάτητα τα τείχη, με τον πανικό να έχει εξαπλωθεί σε κάθε γωνιά της πόλης. Βέβαια, δεν έλειπαν και οι λιποταξίες οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα διάφορα μέρη των τειχών να είναι αφύλαχτα. Ένα τέτοιο σημείο βρισκόταν στην περιοχή του Τριγωνίου κοντά στη Μονή Βλατάδων. Από εκεί καθώς και από διάφορες τρύπες των τειχών κατάφεραν οι αντίπαλοι να εισχωρήσουν εντός της πόλης και μέσα σε λίγη ώρα να γεμίσει τελικά από οθωμανικά στρατεύματα. Μεγάλο τμήμα του πληθυσμού σφαγιάσθηκε, ενώ όσοι κατάφεραν να επιζήσουν αιχμαλωτίστηκαν. Τελικά ο Μουράτ, επιθυμώντας να επαναφέρει την πόλη στην παλαιά της κατάσταση, διέταξε να εξαγοραστεί ένα μεγάλο μέρος των αιχμαλώτων προκειμένου να επιστρέψουν στην πόλη. Όμως οι περιουσίες, τόσο οι δικές τους όσο και των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, δημεύθηκαν και οι χριστιανοί περιορίστηκαν σε μία συνοικία μόνο της πόλης η οποία μέχρι το 1912 θα βρισκόταν σε Οθωμανικά χέρια.

Παραπάνω έγινε προσπάθεια να εξεταστούν συνοπτικά οι τρείς αλώσεις της Θεσσαλονίκης. Έχοντας αποκτήσει ιδιαίτερη αίγλη κατά τους βυζαντινούς χρόνους λόγω βέβαια και της προνομιακής γεωγραφικής θέσης της η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε στόχο διάφορων κατακτητών. Οι καταστροφές που προκλήθηκαν από τις τρεις αλώσεις που βίωσε η Θεσσαλονίκη δεν εμπόδισε σε καμία περίπτωση την εκ νέου ανάπτυξή της. Αναφορικά με τα τρία έργα που περιγράφουν τις αλώσεις θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακολουθείται ένα μοτίβο στο οποίο κυριαρχεί το συναίσθημα. Πρώτιστος λόγος των συμφορών που τρείς φορές, βίωσαν οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης ένας και μοναδικός: οι αμαρτίες τους. Συχνή και στα τρία έργα είναι η επίκληση στον άγιο Δημήτριο ενώ και οι τρείς συγγραφείς δεν παραλείπουν στα έργα τους να εκφράσουν τις συμπάθειες και τις αντιπάθειές τους. Ίσως να ξεφεύγουν από τα στενά όρια που θα πρέπει να έχει ένα καθαρά ιστοριογραφικό έργο, αποτελούν εντούτοις σπουδαία έργα των εποχών που γράφτηκαν.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Ιωάννης Ε., Καραγιαννόπουλος (1993), Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, ιστορία Μέσης Βυζαντινής Περιόδου (565 – 1081), τόμος Β΄, ανατύπωση ε΄, Θεσσαλονίκη: εκδ. Βάνιας.
  • Ιωάννης Ε., Καραγιαννόπουλος (1999), Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, ιστορία Υστέρας Βυζαντινής Περιόδου (1081 – 1453), μέρος πρώτο, Τελευταίες Λάμψεις (1081- 1204), Θεσσαλονίκη: εκδ. Βάνιας,.
  • Ιωάννης, Καμινιάτης & Ευστάθιος, Θεσσαλονίκης & Ιωάννης Αναγνώστης (2009), Χρονικά των Αλώσεων της Θεσσαλονίκης, μτφρ. Χάρης Μέσσης, εισαγωγή – σχόλια Paolo Odorico, Αθήνα: εκδ. ΑΓΡΑ.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Βασίλης Παπαδήμος
Βασίλης Παπαδήμος
Γεννήθηκε το 2002 στη Λάρισα, όπου και μεγάλωσε. Από μικρή ηλικία είχε μια κλίση στην Ιστορία, γι' αυτό και σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, με ειδίκευση την Ιστορία. Στα ενδιαφέροντά του περιλαμβάνονται η Βυζαντινή, η Νεότερη και η Σύγχρονη Ιστορία. Στον ελεύθερο χρόνο του αρέσει να διαβάζει βιβλία και να περνά χρόνο με φίλους, ενώ είναι λάτρης της παράδοσης. Παρακολουθεί μαθήματα γαλλικών και βυζαντινής μουσικής.