18.3 C
Athens
Τρίτη, 28 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΟι Προϋποθέσεις Κήρυξης της Πτώχευσης σύμφωνα με τον Ν.4738/2020

Οι Προϋποθέσεις Κήρυξης της Πτώχευσης σύμφωνα με τον Ν.4738/2020


Της Βικτώριας Βενιού,

Σύμφωνα με το άρθρο 75 Ν.4738/2020: «Η πτώχευση αποσκοπεί στη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση του συνόλου της περιουσίας του οφειλέτη ή επιμέρους λειτουργικών συνόλων αυτής ή των κατ’ ιδίαν περιουσιακών του στοιχείων και στην επιστροφή παραγωγικών μέσων σε δυνητικά παραγωγικές χρήσεις το συντομότερο δυνατό». Ωστόσο, προκειμένου να επέλθει η νομική κατάσταση της πτώχευσης, και συνακόλουθα ο σκοπός της, απαιτείται έκδοση δικαστικής απόφασης, κατόπιν τηρήσεως ορισμένων προϋποθέσεων. Συγκεκριμένα, κρίνεται αναγκαία η συνδρομή τριών ουσιαστικών προϋποθέσεων και μίας τυπικής.

Αφετηρία για την κήρυξη της πτώχευσης αποτελούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που αναλύονται σε μία υποκειμενική και δύο αντικειμενικές. Η υποκειμενική προϋπόθεση της κήρυξης πτώχευσης σχετίζεται με την κατοχή ή όχι πτωχευτικής ικανότητας. Η απόκτηση πτωχευτικής ικανότητας ισοδυναμεί με ικανότητα κήρυξης του προσώπου σε κατάσταση πτώχευσης. Ειδικότερα, τα φυσικά πρόσωπα διαθέτουν την εν λόγω ικανότητα άνευ περιορισμών. Από την άλλη, η πτωχευτική ικανότητα των νομικών προσώπων είναι υπάρχουσα και ενεστώσα, εφόσον επιδιώκουν οικονομικό σκοπό. Εντούτοις, ο νόμος διευκρινίζει πως με ειδικό προεδρικό διάταγμα πτωχευτική ικανότητα μπορεί να αποδίδεται και σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που δεν επιδιώκουν οικονομικό σκοπό, αλλά ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Αντίθετα, δεν κηρύσσονται σε πτώχευση τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και οι δημόσιοι οργανισμοί, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που τυχόν εξαιρείται με ρητή διάταξη νόμου. Επιπρόσθετα, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί πως η παύση της οικονομικής δραστηριότητας ως προς τα νομικά πρόσωπα, ή ο θάνατος αναλογικά ως προς τα φυσικά πρόσωπα, δεν κωλύουν την πτώχευση, αν επήλθαν σε χρόνο κατά τον οποίο ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του.

Πηγή Εικόνας: wernerlawca.com

Περαιτέρω, για την κήρυξη πτώχευσης δεν αρκεί η πτωχευτική ικανότητα, αλλά πρέπει να πληρείται παράλληλα και η αντικειμενική προϋπόθεση είτε της παύσης πληρωμών είτε της επαπειλούμενης παύσης πληρωμών. Παύση πληρωμών σημαίνει αδυναμία του οφειλέτη να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, γεγονός που δύναται να διαγνωσθεί αντικειμενικά. Η έννοια της αδυναμίας μπορεί να συνοψιστεί ως μη πληρωμή με αιτία την έλλειψη ρευστότητας, σε συνδυασμό με την αδυναμία απόκτησής της μέσω αυτοχρηματοδότησης, πίστωσης, εκποίησης περιουσιακών στοιχείων κ.λπ. Τα επιμέρους αίτια της αδυναμίας δεν ενδιαφέρουν το πτωχευτικό δίκαιο, όπως είναι, παραδείγματος χάριν: η επιχειρηματική αποτυχία ή μια διεθνής οικονομική κρίση. Η αδυναμία πρέπει, πέραν από αληθής, να είναι μόνιμη και γενική. Μόνιμη αδυναμία σημαίνει πως ο οφειλέτης δεν είναι σε θέση να πληρώσει ούτε τα τρεχούμενα χρέη ούτε, όμως, και τα επερχόμενα. Αντίθετα, αν δημιουργηθούν προσδοκίες ανάκαμψης, τότε αίρεται η παύση πληρωμών. Με τον όρο γενική εννοείται πως η αδυναμία πληρωμής καταλαμβάνει κατά κανόνα όλες τις πληρωμές του οφειλέτη. Βέβαια, εάν ο οφειλέτης κατορθώνει και εκπληρώνει μέρος των πληρωμών, αυτό δεν σημαίνει πως δεν βρίσκεται σε αδυναμία πληρωμής και δεν αίρεται η παύση των πληρωμών. Όμως, ακόμη και η μη εκπλήρωση μιας σημαντικής οφειλής μπορεί να καθίσταται αρκετή για να κηρυχθεί παύση πληρωμών. Τόσο η γενικότητα όσο και η μονιμότητα πρόκεινται για πραγματικά περιστατικά που εξετάζονται από το δικαστήριο.

Συνάμα, πρέπει να αναφερθεί πως δεν αποτελεί εκπλήρωση υποχρεώσεων η πληρωμή με δόλια ή καταστρεπτικά μέσα. Σημαντική συμβολή για τη συνδρομή της προϋπόθεσης της παύσης πληρωμών αποτελεί το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 77 παρ.2 ν 4818/2021: «Τεκμαίρεται ότι ο οφειλέτης βρίσκεται σε παύση πληρωμών όταν δεν καταβάλει ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον 40% των συνολικών του ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του προς τον αντίστοιχο φορέα για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ». Τέλος, η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πτωχευτικού Δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης.

Πηγή Εικόνας: istockphoto.com

Η δεύτερη αντικειμενική προϋπόθεση κήρυξης της πτώχευσης είναι η επαπειλούμενη παύση πληρωμών, που συνιστά ένα είδος αναμενόμενης παύσης πληρωμών. Η εν λόγω προϋπόθεση συντρέχει, όταν την πτώχευση την ζητά ο οφειλέτης, προκειμένου να προλάβει την επερχόμενη κρίση και κατά κανόνα όχι μετά την πάροδο του ενός έτους. Πρόκειται για δικαίωμα και όχι για υποχρέωση του οφειλέτη, το οποίο το επικαλείται, όταν προβλέπει πως μελλοντικά δεν θα μπορέσει να εκπληρώσει τις οφειλές του, καθώς γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα την οικονομική του κατάσταση. Αντίθετα, οι πιστωτές δεν μπορούν να επικαλεστούν την επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης, διότι θα δημιουργούνταν έτσι δυσχέρειες ως προς την απόδειξη και υπέρμετρη παρέμβασή τους σε επιχείρηση.

Μια ακόμη θετική προϋπόθεση για την κήρυξη πτώχευσης είναι η ανεπάρκεια του ενεργητικού. Συγκεκριμένα, πτώχευση κηρύσσεται από το Δικαστήριο, εφόσον πιθανολογείται ότι η περιουσία ή το εισόδημα του οφειλέτη επαρκούν για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας. Εάν δεν συντρέχει η εν λόγω προϋπόθεση, τότε η αίτηση πτώχευσης απορρίπτεται και καταχωρίζεται το όνομα ή η επωνυμία του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας (ΗΜΦ) και στον Τειρεσία. Ειδικότερα, ως περιουσία νοείται η έλλειψη αναγκαίων χρημάτων ή ευχερώς ρευστοποιήσιμης περιουσίας και, για να γίνει η εκτίμηση της περιουσίας του οφειλέτη, θα χρειαστεί να προηγηθεί η αποτίμησή της.

Πηγή Εικόνας: mackaygoodwin.com.au

Τέλος, πρέπει να συντρέχει και μία επιπλέον τυπική προϋπόθεση, η οποία αφορά το πρόσωπο που νομιμοποιείται να υποβάλλει αίτηση πτώχευσης. Συγκεκριμένα, αίτηση πτώχευσης μπορεί να υποβάλλουν πιστωτές με έννομο συμφέρον, καθώς ο πιστωτής αναμένεται να συμμετάσχει στην πτώχευση. Η απαίτησή του δεν χρειάζεται να είναι απαραίτητα χρηματική εξ αρχής, ούτε και ληξιπρόθεσμη, εκκαθαρισμένη ή απαιτητή. Η έννοια του εννόμου συμφέροντος που πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του πιστωτή για να κινήσει τη διαδικασία θέτει τον αναγκαίο φραγμό σε επιπόλαιες προσχηματικές ή αθέμιτες αιτήσεις. Επίσης, και ο ίδιος ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση, αν έχει παύσει τις πληρωμές του. Συγκεκριμένα, εφεξής του χρονικού σημείου της παύσης και εντός 30 ημερών οφείλει να προχωρήσει στην υποβολή και, μάλιστα, χωρίς υπαίτια βραδύτητα. Τέλος, την αίτηση μπορεί να την καταθέσει και ο εισαγγελέας πρωτοδικών για λόγους δημοσίου συμφέροντος, που στην πραγματικότητα πρόκειται για το συμφέρον των πιστωτών –συνακόλουθα και των μελλοντικών συναλλασσόμενων– και όχι στην προστασία κάποιων υπέρτερων συμφερόντων.

Συνεπώς, καθίσταται πρόδηλο πως ο Ν.4738/2020 θέτει συγκεκριμένες, αυστηρές, αλλά σαφώς ορισμένες προϋποθέσεις για την κήρυξη της πτώχευσης. Γεγονός που δικαιολογείται και εναρμονίζεται με τη νομική κατάσταση της πτώχευσης και των σημαντικών της επακολουθών της.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΠΗΓΗ
  • Ευάγγελος Εμμ. Περάκης, Πτωχευτικό Δίκαιο, 4η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Βικτώρια Βενιού
Βικτώρια Βενιού
Γεννήθηκε το 2000 στην Αθήνα όπου και μεγάλωσε, ενώ παράλληλα διαθέτει και γαλλική υπηκοότητα. Βρίσκεται στο τέταρτο έτος φοίτησης στο τμήμα Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει άριστη γνώση της γαλλικής και της αγγλικής γλώσσας. Ασχολείται με το πιάνο και αγαπάει πολύ το θέατρο και τις εικαστικές τέχνες.