29.3 C
Athens
Πέμπτη, 11 Αυγούστου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΗ δικαστική απόφαση και οι επιμέρους διακρίσεις της

Η δικαστική απόφαση και οι επιμέρους διακρίσεις της


Της Δήμητρας Αργυρού,

Δικαστική απόφαση ορίζεται ως η διαδικαστική πράξη του αυθεντικού δικαιοδοτικού οργάνου, του δικαστηρίου, με την οποία το τελευταίο εκφράζει την κρίση του επί αιτήσεως παροχής δικαστικής προστασίας και διατάζει τα αναγκαία μέτρα για τη διεξαγωγή της σχετικής διαδικασίας.

«Η απόφαση εκδίδεται μονό από το δικαστή που έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση ύστερα από την οποία εκδίδεται, και στα πολυμελή δικαστήρια ύστερα από διάσκεψη και ψηφοφορία όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση», σύμφωνα με το άρθρο 300 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Επιπροσθέτως, στα πολυμελή δικαστήρια, η διάσκεψη διευθύνεται από τον πρόεδρο ενώ ο ίδιος ορίζει και τη σειρά της συζήτησης και ψηφοφορίας (301 ΚΠολΔ). Η απόφαση, τελικώς, λαμβάνεται υπόψιν με την πλειοψηφία των ψηφιζόντων δικαστών, αλλά η γνώμη όσων μειοψηφούν καταχωρίζεται στο πρακτικό της διασκέψεως και στο αιτιολογικό της αποφάσεως (302 παρ.1 ΚΠολΔ, 303 ΚΠολΔ). Η απόφαση, περαιτέρω, πρέπει να περιλαμβάνει και ορισμένα στοιχεία κατά το άρθρο 305 ΚΠολΔ (τη σύνθεση δικαστηρίου, τα στοιχεία διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους, τη σύντομη περίληψη αντικειμένου και πορείας της δίκης, το αιτιολογικό και διατακτικό της απόφασης και τη δημοσίευσή της). Η έλλειψη των ανωτέρω μπορεί να οδηγήσει είτε στην κήρυξη της απόφασης ως ανυπόστατης ή στον έλεγχο των ενδίκων μέσων σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.

Πηγή Εικόνας: stock.adobe.com

Αναλυτικότερα, οι δικαστικές αποφάσεις διακρίνονται σε:

Α) Κατ’ ερήμην και κατ’ αντιμωλία (ανάλογα με την παρουσία ή την νομότυπη παράσταση των διαδίκων). Η απόφαση που λαμβάνεται μετά από εκδίκαση της υπόθεσης κατ’ αντιμωλία θεωρείται ότι λήφθηκε με την παρουσία και των δύο διαδίκων. Όταν, όμως, στη συζήτηση απουσιάζει κάποιος από τους διαδίκους, η υπόθεση εκδικάζεται κατ’ ερήμην.

Β) Ουσιαστικές και δικονομικές. Οι πρώτες είναι αποφάσεις που αποφαίνονται για ζήτημα του ουσιαστικού δικαίου, ενώ οι δεύτερες για δικονομικά ζητήματα. Για να γίνει κατανοητή η διαφορά πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι δικονομικά θέματα είναι αυτά που σχετίζονται με τη διαδικασία εκδίκασης διαφορών ενώπιον δικαστηρίων. Αντίθετα, τα ουσιαστικά ζητήματα αφορούν τις σχέσεις μεταξύ πολιτών ή τις σχέσεις πολιτών και κράτους.

Γ) Αναγνωριστικές, καταψηφιστικές και διαπλαστικές. Οι αναγνωριστικές αποφάσεις αναγνωρίζουν την ύπαρξη ή ανυπαρξία ορισμένου δικαιώματος ή έννομης σχέσης και δεν αποτελούν εκτελεστό τίτλο. Από την άλλη, οι καταψηφιστικές αποφάσεις, εμπεριέχουν κρίση σχετικά με το εκάστοτε δικαίωμα ή έννομη σχέση, αλλά επιπροσθέτως και καταδικαστικό-καταψηφιστικό διατακτικό. Δηλαδή εμπεριέχουν και αναγνώριση της αξιώσεως αλλά και εκτελεστό τίτλο (τίτλος δηλαδή που βεβαιώνει την εκτελεστέα αξίωση και μπορεί βάσει αυτού να πραγματοποιηθεί αναγκαστική εκτέλεση και επομένως να προκληθεί η βίαιη ικανοποίηση της αξίωσης). Τέλος, οι διαπλαστικές αποφάσεις είναι αυτές που επιδέχονται διαπλαστική αγωγή και επιφέρουν τη διάπλαση μιας έννομης σχέσεως (π.χ αίτηση διαζυγίου).

Πηγή Εικόνας: grland.info

Δ) Ανέκκλητες και τελεσίδικες. Κατ’ αρχήν, ο κανόνας είναι το εκκλητό των πρωτόδικων αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των Πρωτοδικείων (άρθρα 12 παρ. 1 και 511 ΚΠολΔ). Ο ανωτέρω κανόνας όμως διασπάται, όπου ορίστηκε ρητά από τον νομοθέτη. Έτσι, ο κοινός νομοθέτης επέλεξε να αποκλείσει την άσκηση εφέσεως ρητά σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, είτε απαγορεύοντας την άσκηση ενδίκων μέσων γενικώς είτε την άσκηση εφέσεως συγκεκριμένα. Σε άλλες περιπτώσεις επέλεξε να προβεί σε περιοριστική αναφορά των ενδίκων μέσων, που μπορούν να ασκηθούν, χωρίς να περικλείει ανάμεσά τους και την έφεση. Σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠολΔ οι ανέκκλητες αποφάσεις θεωρούνται ως υποδιαίρεση των υπό ευρεία έννοια τελεσίδικων αποφάσεων. Στην έννοια του όρου «τελεσίδικη απόφαση» περιλαμβάνονται αμφότερες οι κατηγορίες αποφάσεων, που μνημονεύονται στο άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι όχι μόνον οι αποφάσεις των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και εκείνες που, όπως απαγγέλθηκαν, δεν προσβάλλονται με έφεση.

Ε) Οριστικές και μη οριστικές. Οριστική καθίσταται η απόφαση, η οποία περατώνει τη δίκη, όταν το δικαστήριο κρίνει πως η υπόθεση είναι ώριμη γι’ αυτό (308 ΚΠολΔ). Οι οριστικές αποφάσεις δεν ανακαλούνται μετά την έκδοσή τους και προσβάλλονται μόνο με ένδικα μέσα (309 ΚΠολΔ). Τουναντίον, οι μη οριστικές αποφάσεις μπορούν, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ή κατόπιν αιτήσεως, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης έως ότου εκδοθεί η οριστική απόφαση.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΠΗΓΗ
  • N.K. Κλαμαρής – Σ.Ν Κουσούλης – Σ.Σ Πανταζόπουλος, Πολιτική Δικονομία, Γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2016

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Δήμητρα Αργυρού, Αρχισυντάκτρια Νομικών Θεμάτων
Γεννήθηκε το 2000 στην Αθήνα και σπουδάζει στο τμήμα νομικής του ΕΚΠΑ .Έχει κλίση προς το διεθνές και το Ενωσιακό δίκαιο, ενώ τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το δίκαιο του διαστήματος. Έχει άριστη γνώση της αγγλικής και τον τελευταίο καιρό ασχολείται με την εκμάθηση της αραβικής. Το καλοκαίρι του 2021 ξεκίνησε τα πρώτα της βήματα στην αρθρογραφία, μέσω του OffLine Post.