11.7 C
Athens
Κυριακή, 27 Νοεμβρίου, 2022
ΑρχικήΚοινωνίαΥγείαΣεροτονίνη: Η ορμόνη της χαράς

Σεροτονίνη: Η ορμόνη της χαράς


Της Παναγιώτας Βέργου,

Οι περισσότεροι από εμάς γινόμαστε συχνά αυτήκοοι μάρτυρες σε συζητήσεις στις οποίες εξυμνείται η σεροτονίνη ως «η ορμόνη της καλής διάθεσης και της ευεξίας» και εκθειάζονται τα ευεργετικά της αποτελέσματα στον ανθρώπινο οργανισμό. Γεννιέται, λοιπόν, το ερώτημα για το πώς επιδρά η σεροτονίνη στον οργανισμό, αλλά και για το τι συμβαίνει όταν τα επίπεδά της γίνονται εξαιρετικά υψηλά ή χαμηλά.

Τι ακριβώς, όμως, είναι η σεροτονίνη;

Η σεροτονίνη, ή αλλιώς η 5-υδροξυτρυπταμίνη (5-HTP), θεωρείται μια χημική ουσία και πιο συγκεκριμένα, ένα αποκαρβοξυλιωμένο αμινοξύ που διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο σε πολλές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού. Κατά κύριο λόγο, η σεροτονίνη λειτουργεί ως νευροδιαβιβαστής του εγκεφάλου και εμφανίζει ορμονική δράση. Προκύπτει μέσω πολύπλοκων βιομετατροπών ενός διαιτητικού αμινοξέος της τρυπτοφάνης στον εγκέγαλο (καθώς δεν μπορεί να διαπεράσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό) και στο λεπτό έντερο, ενώ εντοπίζεται και στα αιμοπετάλια και στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα.

Γιατί η σεροτονίνη θεωρείται απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού;

Σύμφωνα με ποικίλες επιστημονικές μελέτες, έχει αποδειχθεί ότι η σεροτονίνη συμμετέχει καθοριστικά σε πολλές διεργασίες του ανθρώπινου οργανισμού, χωρίς να έχουν αποσαφηνιστεί επαρκώς όλοι οι μηχανισμοί δράσης της. Οι σημαντικότερες από αυτές τις διεργασίες είναι οι εξής:

Πηγή Εικόνας: everydayhealth.com

  • Διάθεση: η σεροτονίνη φαίνεται να λειτουργεί ως κύριος εξισορροπιστής και ρυθμιστής της νόησης, της μνήμης, της αισθητικής αντίληψης, της κινητικής δραστηριότητας, ακόμη και της ευρύτερης κοινωνικής συμπεριφοράς.
  • Πόνος: η επίδραση της σεροτονίνης στην άμβλυνση της αλγαισθησίας πιθανόν οφείλεται στην ενίσχυση των κατιουσών ανασταλτικών οδών σε επίπεδο Νωτιαίου Μυελού, με αποτέλεσμα να εξουδετερώνονται τα οδυνηρά αισθήματα που κατευθύνονται προς τον εγκέφαλο μέσω των ανιουσών οδών.
  • Ύπνος: η σεροτονίνη φαίνεται πως επηρεάζει και τη ρύθμιση του κιρκαδικού ρυθμού (βιολογικό ρολόι), καθώς αποτελεί πρόδρομο ουσία της μελατονίνης. Η μελατονίνη είναι μια ορμόνη υπεύθυνη κυρίως για την εξασφάλιση φυσιολογικού ύπνου, καθώς σχετίζεται με την ικανότητα του ανθρώπου να αισθάνεται υπνηλία, να παραμένει σε κατάσταση ύπνωσης κατά τις βραδινές ώρες, να εισέρχεται σε φάση REM και να αφυπνίζεται κατά τις πρωινές ώρες.
  • Άγχος: η σεροτονίνη φαίνεται πως δρα και αγχολυτικά σε ειδικούς υποδοχείς της αμυγδαλής του εγκεφάλου, περιορίζοντας την απρόσμενη εμφάνιση άγχους και των ιδεοψυχαναγκαστικών μορφών του, που δεν σχετίζονται με κάποιον προφανή αγχογόνο παράγοντα.
  • Όρεξη-Διατήρηση Σωματικού Βάρους: η σεροτονίνη δεσμευόμενη σε ειδικούς υποδοχείς του υποθαλάμου ρυθμίζει την επιθυμία του ανθρώπου για κατανάλωση τροφής, αλλά έχει αποδεχθεί πειραματικά ότι υποβοηθά και τον οργανισμό στη λήψη αποφάσεων σχετικών με την καύση θερμίδων και την αποθήκευση λίπους.
  • Λειτουργία Γαστρεντερικού Συστήματος: σε αυτήν την περίπτωση, ο νευροδιαβιβαστής λειτουργεί προστατευτικά για το πεπτικό σύστημα, καθώς παρατηρείται υπερέκκρισή της σε περιπτώσεις κατανάλωσης ερεθιστικών ή τοξικών ουσιών, προκειμένου να επιτευχθεί πιο άμεση απομάκρυνσή της από τον οργανισμό.
  • Πήξη αίματος: η σεροτονίνη παίζει καθοριστικό ρόλο και στην επούλωση πληγών, καθώς συμβάλλει και στη θρομβογένεση. Απελευθερώνεται από τα συσσωρευμένα αιμοπετάλια στην περιοχή του κοψίματος ή του τραύματος, προκειμένου να προκληθεί αγγειοσύσπαση στα αρτηρίδια, να επιβραδυνθεί η αιματική ροή και σχηματιστεί τελικά ο θρόμβος.
  • Οστική Μάζα: η σημασία της ορμόνης στη ρύθμιση της οστικής μάζας υπογραμμίζεται από δύο φαινομενικά αντιφατικές κλινικές παρατηρήσεις: από τη μία οι ασθενείς με χαμηλό σεροτονινεργικό τόνο παρουσιάζουν χαμηλή οστική μάζα, από την  άλλη η μακροχρόνια λήψη φαρμάκων που επάγουν αυξημένα επίπεδα σεροτονίνης στον οργανισμό προκαλούν επίσης χαμηλή οστική μάζα.
  • Σεξουαλική Διέγερση: κατά μερικώς παράδοξο τρόπο, τα υψηλά επίπεδα σεροτονίνης αναστέλλουν τη σεξουαλική επιθυμία (libido), ενώ τα χαμηλά επίπεδα συνδέονται με αυξημένη σεξουαλική διέγερση (libido).

Χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης και επιπτώσεις στον οργανισμό

Σε γενικές γραμμές, παρατηρείται δυσχέρεια στον προσδιορισμό των αιτιών που προκαλούν έλλειψη της ορμόνης. Ορισμένες κληρονομικές παθολογικές συνθήκες διαταράσσουν την ικανότητα του σώματος να παράγει και να μεταβολίζει την σεροτονίνη κατά ωφέλιμο τρόπο. Ταυτόχρονα, και άλλοι παράγοντες που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής, όπως οι ορμονικές διακυμάνσεις προκαλούμενες από ορμονικές θεραπείες αποκατάστασης, η έλλειψη ηλιακού φωτός, το χρόνιο άγχος, η ανθυγιεινή διατροφή, η έκθεση σε χημικές, τοξικές και φαρμακευτικές ουσίες μπορούν να προκαλέσουν έλλειμμα σεροτονίνης.

Λαμβάνοντας υπόψη τη θετική επίδραση της σεροτονίνης στον οργανισμό, εύκολα γίνονται αντιληπτές ορισμένες διαταραχές που προκύπτουν από την ανεπάρκειά της:

  • Κατάθλιψη, αγχογόνα ερεθίσματα, κακή διάθεση
  • Διαταραχές ύπνου
  • Χρόνιος πόνος
  • Αδυναμία συγκέντρωσης και περιορισμένη μνήμη
  • Διατροφικές Διαταραχές
  • Δυσλειτουργία γαστρεντερικού συστήματος

Πηγή Εικόνας: netmeds.com

Για την αντιμετώπιση της ανεπάρκειας της σεροτονίνης, εκτός από τη χορήγηση εξειδικευμένων φαρμάκων, κυρίως αντικαταθληπτικών, όπως SSRIs (εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης) που συμβάλλουν με διαφορετικό μηχανισμό στη διατήρηση σχετικά υψηλών επιπέδων της ορμόνης στον οργανισμό, συνιστάται η έκθεση στο φως του ηλίου, οι ωφέλιμες διατροφικές συνήθειες και η φυσική δραστηριότητα στην ύπαιθρο.

Στον αντίποδα, το σύνδρομο σεροτονίνης αφορά μια παθολογική κατάσταση, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένη συγκέντρωση σεροτονίνης και μπορεί να αποβεί ακόμη και θανατηφόρα. Το σύνδρομο προκαλείται συνήθως λόγω της συγχορήγησης δύο ή και γενικότερα ενός συνδυασμού φαρμάκων, εκ των οποίων το ένα ανήκει στην κατηγορία των SSRI αντικαταθλιπτικών ή λόγω της αύξησης της θεραπευτικής δόσης ενός ήδη χορηγηθέντος αντικαταθλιπτικού φαρμάκου.

Παρόλο που δεν υπάρχουν εξειδικευμένες εξετάσεις για τη διάγνωση του συνδρόμου, έχουν παρατηρηθεί ορισμένα συμπτώματα που προδιαθέτουν τους εξειδικευμένους επιστήμονες για την ύπαρξή του, ιδίως έπειτα από έναρξη ή αύξηση της δόσης κάποιου σεροτονινεργικού φαρμάκου. Τέτοια συμπτώματα θεωρούνται: το ρίγος, η διάρροια, η ναυτία, ο εμετός, οι κεφαλαλγίες, η σύγχυση, η νευρικότητα, οι μυϊκές συσπάσεις, η αυξημένη αρτηριακή πίεση και σε πιο ακραίες περιπτώσεις: η αναπνευστική καταστολή, οι καρδιακές αρρυθμίες, η νεφρική ανεπάρκεια, ακόμη και η πολυοργανική ανεπάρκεια.

Για την αντιμετώπιση του συνδρόμου σεροτονίνης, συνιστάται η άμεση διακοπή των φαρμάκων που πιθανόν οδήγησαν στην εμφάνισή του και η χορήγηση βενζοδιαζεπινών, ώστε να επιτευχθεί η ανακούφιση των προκληθέντων συμπτωμάτων. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται παρακολούθηση σε ιατρικό κέντρο.

Συμπερασματικά, ο νευροδιαβιβαστής της σεροτονίνης παίζει κομβικό ρόλο σε ζωτικής σημασίας λειτουργίες του οργανισμού μας. Συνεπώς, οι διαταραχές στη ρύθμιση των επιπέδων της προκαλούν σωματικές και ψυχικές παθολογίες, οι οποίες θα πρέπει να παρακολουθηθούν, προκειμένου να θεραπευτούν κατάλληλα και επιτυχώς, από ειδικό γιατρό.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Σεροτονίνη, εγκέφαλος και φάρμακα, kalimeristherapist.com. Διαθέσιμο εδώ
  • Σεροτονινεργικό σύνδρομο, iatrikistinpraxi.gr. Διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Παναγιώτα Βέργου
Γεννήθηκε το 2002 στην Τρίπολη Αρκαδίας όπου και μεγάλωσε. Σπουδάζει από το 2020 στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών. Στον τομέα της επιστήμης που επέλεξε, την ενδιαφέρει ιδιαίτερα η θέση της γυναίκας - τόσο ως επιστήμονας όσο και ως ασθενής - και, φυσικά, η ανέλιξη αυτής. Στον ελεύθερό της χρόνο, ασχολείται με τον αθλητισμό, την ανάγνωση βιβλίων και με τις ξένες γλώσσες καθώς διαθέτει πτυχία αγγλικών και γερμανικών.