16.8 C
Athens
Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου, 2022
ΑρχικήΚοινωνίαΥγεία«Η νόσος των πλουσίων»

«Η νόσος των πλουσίων»


Του Αλέξανδρου Κομπή,

Η ουρική αρθρίτιδα έχει χαρακτηριστεί πολλές φορές στο παρελθόν ως «η νόσος των πλουσίων» ή «η νόσος των βασιλέων». Κατατάσσεται στις ασθένειες αυτοάνοσης αιτιολογίας και οφείλεται στη συσσώρευση κρυστάλλων ουρικού νατρίου στις αρθρώσεις των άκρων κυρίως, με επακόλουθο τη φλεγμονώδη αντίδραση και τον πόνο στις περιοχές αυτές. Το ουρικό νάτριο προέρχεται από το ουρικό οξύ που παράγεται φυσιολογικά στον οργανισμό ως προϊόν του μεταβολισμού των νουκλεοτιδίων και απεκκρίνεται μέσω των ούρων. Ωστόσο, σε περιπτώσεις που ευνοείται η συσσώρευσή του στο αίμα και στις αρθρώσεις, παρατηρείται η εκδήλωση των χαρακτηριστικών συμπτωμάτων της ουρικής αρθρίτιδας.

Πιο συγκεκριμένα, τα μονοφωσφορικά νουκλεοτίδια πουρίνης (IMP, GMP, AMP) μετατρέπονται σε ινοσίνη, γουανοσίνη και αδενοσίνη αντίστοιχα, από ένζυμα που ονομάζονται νουκλεοτιδάσες. Η αδενοσίνη, επιπλέον, μετατρέπεται σε ινοσίνη μέσω της απαμινάσης της αδενοσίνης. Στη συνέχεια, η ινοσίνη και η γουανοσίνη μετατρέπονται σε υποξανθίνη και γουανίνη αντίστοιχα, μέσω της φωσφωρυλάσης των πουρινικών νουκλεοζιτών. Έπειτα, η υποξανθίνη και η γουανίνη οξειδώνονται προς ξανθίνη μέσου του ενζύμου οξειδάση της ξανθίνης. Τέλος, η οξειδάση της ξανθίνης μετατρέπει την ξανθίνη σε ουρικό οξύ το οποίο απεκκρίνεται στα ούρα. Η απέκκρισή του είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, η οποία επιτελείται στους νεφρούς και έχει ως στόχο την απομάκρυνσή του από τον οργανισμό. Το ουρικό οξύ, φυσιολογικά, ανευρίσκεται στο αίμα σε υψηλές συγκεντρώσεις, όπου ιοντίζεται προς ουρικό νάτριο και λειτουργεί ως αντιοξειδωτικό. Παρόλα αυτά, η υπερβολική αύξηση της συγκέντρωσής του οδηγεί σε μια κατάσταση που ονομάζεται υπερουριχαιμία και αποτελεί το κύριο αίτιο της ουρικής αρθρίτιδας.

Η υπερουριχαιμία μπορεί να προκληθεί λόγω μειωμένης απέκκρισης ουρικού οξέος από τους νεφρούς, γεγονός το οποίο οφείλεται σε μια ποικιλία παραγόντων, όπως η νεφρική βλάβη, η λήψη φαρμάκων ή η ύπαρξη μεταβολικών νοσημάτων που έχουν διασταυρούμενη επίδραση και επηρεάζουν την απέκκριση. Επίσης, η υπερουριχαιμία μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αυξημένης παραγωγής ουρικού οξέος από τον φυσιολογικό μεταβολισμό. Σε κάθε περίπτωση, λόγω της υπερουριχαιμίας, το ουρικό νάτριο κρυσταλλώνεται και συσσωρεύεται στον χόνδρο, στο αρθρικό υγρό και στον αρθρικό υμένα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η συσσώρευση συνοδεύεται από νεφρικούς λίθους (λίθοι ουρικού νατρίου) και τόφους (ουρικό νάτριο μέσα σε μαλακούς ιστούς). Η κρυσταλλοποίηση του ουρικού νατρίου προκαλεί την αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος και τη φλεγμονή. Τα κύτταρα του ανοσοποιητικού εγκολπώνουν το ουρικό νάτριο και μεσολαβούν στη δημιουργία και τη διατήρηση της φλεγμονής. Η κατάσταση αυτή συνοδεύεται από έντονο πόνο, οίδημα και ερυθρότητα, τα οποία είναι εμφανή συμπτώματα και προκαλούν δυσφορία στον ασθενή. Η εμφάνιση των χαρακτηριστικών σημείων της νόσου παρατηρείται σε πολλές αρθρώσεις, ενώ στην άρθρωση του μεγάλου ποδιού είναι αρκετά έντονη, γεγονός το οποίο επιβαρύνει τον ασθενή και αποτελεί ένα από τα κύρια ευρήματα της νόσου.

Πηγή εικόνας: Health Concepts, LTD

Η διάγνωση της ασθένειας πραγματοποιείται κυρίως με κλινική εξέταση και λήψη ιστορικού, ενώ συμπληρωματικά μπορούν να γίνουν αιματολογικές εξετάσεις, προκειμένου να μετρηθούν τα επίπεδα του ουρικού οξέος στο αίμα και εξετάσεις ούρων για να αξιολογηθεί η απέκκριση ουρικού οξέος από τους νεφρούς. Η συγκεκριμένη νόσος είναι αρκετά επώδυνη και γι’ αυτόν τον λόγο τα οξεία περιστατικά χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης. Η πρόοδος πάνω στην κατανόηση των μηχανισμών που εμπλέκονται στην παθογένειά της, προσέθεσε αρκετά βέλη στη φαρέτρα των κλινικών ιατρών, με τις θεραπευτικές στρατηγικές να ποικίλουν σημαντικά και να στοχεύουν η καθεμιά σε διαφορετικό στάδιο της νόσου.

Οι θεραπευτικές επιλογές που υπάρχουν, δίνουν τη δυνατότητα για υψηλά ποσοστά αποτελεσματικότητας, ενώ ταυτόχρονα προσφέρουν εξατομικευμένη θεραπεία για κάθε ασθενή.

Η κολχικίνη χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου, καθώς έχει ποικίλες φαρμακευτικές επιδράσεις. Προσδένεται στην τουμπουλίνη, μια πρωτεΐνη που συμμετέχει στη διαδικασία της μιτωτικής διαίρεσης και αναστέλλει τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό. Επίσης, παρεμποδίζει τη λευκοκυτταρική μετανάστευση και τη φαγοκυττάρωση. Συνολικά, όλες οι παραπάνω δράσεις της περιορίζουν την αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος και μειώνουν τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Παρόλα αυτά, έχει αρκετές παρενέργειες ως φάρμακο και γι’ αυτό η χρήση της είναι αυστηρώς καθορισμένη και περιορισμένη.

Η αλλοπουρινόλη είναι ένας αντιμεταβολίτης ο οποίος προσδένεται στην οξειδάση της ξανθίνης και την αναστέλλει μη αντιστρεπτά. Η δράση της οφείλεται στο γεγονός ότι είναι δομικά όμοια με την υποξανθίνη και αποτελεί υπόστρωμα για την οξειδάση της ξανθίνης. Η δημιουργία του συμπλόκου ενζύμου-υποστρώματος προκαλεί αναστολή μέσω ενός μηχανισμού που ονομάζεται «αναστολή αυτοκτονίας». Η αναστολή του ενζύμου προκαλεί μείωση του ουρικού οξέος στο αίμα μακροχρόνια και γι’ αυτό τον λόγο η αλλοπουρινόλη χορηγείται σε περιπτώσεις χρόνιας ουρικής αρθρίτιδας. Εμφανίζει λίγες ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ αλληλεπιδρά σημαντικά με άλλα φάρμακα. Έτσι, η χορήγησή της συνήθως απαιτεί αναδιαμορφώσεις σε άλλα θεραπευτικά σχήματα.

Πηγή εικόνας: καρδιολογοσπισσαριδησκ.gr

Η φεβουξοστάτη δρα παρόμοια με την αλλοπουρινόλη, ωστόσο η χρήση της έχει συσχετιστεί με αυξημένες πιθανότητας θανάτου λόγω καρδιακών διαταραχών και άλλων αιτιών. Γι’ αυτόν τον λόγο, η χορήγησή της είναι περιορισμένη σε περιπτώσεις οι οποίες δεν θεραπεύονται με άλλα μέσα ή εμφάνισαν σοβαρές παρενέργειες από τη χρήση άλλων φαρμάκων.

Η ρασμπουρικάση είναι μια οξειδάση η οποία μετατρέπει το ουρικό οξύ σε αλλαντοΐνη μέσω οξείδωσης. Η αλλαντοΐνη είναι ιδιαίτερα υδατοδιαλυτή και απεκκρίνεται με μεγάλη ευκολία από του νεφρούς. Με αυτό τον τρόπο, το ουρικό οξύ απεκκρίνεται αποτελεσματικά από τον οργανισμό ακολουθώντας μια εναλλακτική οδό, ενώ παράλληλα μειώνεται η πιθανότητα εμφάνισης υπερουριχαιμίας.

Τα ουρικοζουρικά φάρμακα αυξάνουν τον ρυθμό απέκκρισης ουρικού οξέος στους νεφρούς και έτσι μειώνουν τη συγκέντρωσή του στο αίμα. Το ουρικό οξύ διέρχεται κατά μήκος της σπειραματικής διήθησης και στη συνέχεια το μεγαλύτερο μέρος του επαναρροφάται στην κυκλοφορία του αίματος. Η επαναρρόφησή του πραγματοποιείται μέσω του μεταφορέα URAT-1, ο οποίος ανταλλάσσει ουρικό με οργανικά ανιόντα. Τα ουρικοζουρικά φάρμακα προσδένονται στον μεταφορέα και ανταγωνίζονται την πρόσδεση του ουρικού οξέος. Με αυτό τον τρόπο, αναστέλλεται η επαναρρόφηση του ουρικού οξέος και η ποσότητα που απεκκρίνεται στα ούρα είναι ικανή έτσι ώστε να αποτρέψει την υπερουριχαιμία. Όμως, ορισμένα από τα παραπάνω φάρμακα εμφανίζουν μειωμένη εκλεκτικότητα ως προς το είδος του μεταφορέα που προσδένονται. Έτσι, μπορούν να επηρεάσουν την επαναρρόφηση και άλλων φαρμάκων και γι’ αυτό θα πρέπει η συγχορήγησή τους με άλλα φάρμακα να είναι προσεκτική.

Πηγή εικόνας: 123RF

Σε γενικές γραμμές, όλα τα παραπάνω φάρμακα δρουν αποτελεσματικά και, ανάλογα τον ασθενή και την περίπτωση, μπορούν να επιτύχουν υψηλά ποσοστά ύφεσης της νόσου. Συνήθως, το θεραπευτικό σχήμα περιλαμβάνει ένα η περισσότερα φάρμακα τα οποία στοχεύουν σε διαφορετικά σημεία και δρουν συνεργιστικά ως προς τελικό φαρμακολογικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, συστήνεται και ειδική διατροφή η οποία θα περιλαμβάνει μικρές ποσότητες κρέατος, γαλακτοκομικών και ζάχαρης που επιδεινώνουν την εξέλιξη της νόσου. Επιπροσθέτως, συστήνεται και η αποφυγή της κατανάλωσης αλκοόλ. Μελέτες έχουν δείξει ότι η ουρική αρθρίτιδα σχετίζεται άμεσα με τη διατροφή και την κατανάλωση αλκοόλ, ενώ φαίνεται να εμφανίζεται πιο συχνά σε παχύσαρκα άτομα και άτομα υψηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου, κυρίως στις δυτικές κοινωνίες. Μέσα από αυτά τα στοιχεία, η ουρική αρθρίτιδα έγινε δικαιολογημένα γνωστή ως «η νόσος των πλουσίων» και συνδέθηκε στενά με τα πρότυπα διατροφής που επικρατούν ακόμα και στις μέρες μας, παραλλαγμένα ή μη.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Jeremy M. Berg, John L. Tymoczko, Gregory J. Gatto Jr, Lubert Stryer, Bιοχημεία, 8η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Κρήτη, 2015
  • John W. Baynes, Marek H. Dominiczak, Ιατρική Βιοχημεία, 5η έκδοση, Επιστημονικές Εκδόσεις Παρισιάνου, Αθήνα, 2019
  • Randa Hilal- Dandan, Laurence L. Brunton, Goodman & Gilmans’s Η Φαρμακολογική Βάση της Θεραπευτικής, 2η έκδοση, Broken Hill Publishers Ltd, Κύπρος, 2016

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Αλέξανδρος Κομπής
Γεννήθηκε το 2002, κατάγεται από την Νεάπολη Λακωνίας και σπουδάζει στο τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών. Στο αντικείμενο των σπουδών του, ο τομέας που του έχει κεντρίσει περισσότερο το ενδιαφέρον είναι ο τομέας της Έρευνας και της Γενετικής. Επιπλέον, ασχολείται με τον αθλητισμό και την μελέτη της Ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα στα ενδιαφέροντά του περιλαμβάνονται η Φιλοσοφία και η Κλασσική Λογοτεχνία. Λόγω της καταγωγής του έχει έρθει σε μια ιδιαίτερη επαφή με την φύση και έχει εντρυφήσει σε ποικίλα περιβαλλοντικά θέματα.